Κωνσταντίνος Α΄ (1868 – 1923) Βασιλέας της Ελλάδας τις περιόδους 1913-1917 και 1920-1922

Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, από τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, την αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Εθνικό Διχασμό ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

by Times Newsroom

Ο Κωνσταντίνος Α΄ (2 Αυγούστου 1868 – 11 Ιανουαρίου 1923) ήταν βασιλέας της Ελλάδας τις περιόδους 1913-1917 και 1920-1922. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, από τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, την αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Εθνικό Διχασμό ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας. Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και έλαβε το όνομα του παππού του, του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Ήταν ένα όνομα με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση για τους Έλληνες που είχαν ενστερνιστεί τη Μεγάλη Ιδέα.

Κατά τη γέννησή του, ο Γεώργιος του έδωσε τον τίτλο του «Δουκός της Σπάρτης» αλλά τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε αυτή την απόφαση (μετά από έντονη διαμάχη στη Βουλή, καθώς το Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή ή αναγνώριση τίτλων ευγενείας σε Έλληνες). Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Το 1886 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1889 ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε στην Αθήνα τη Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Β΄, με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τρία από τα οποία βασίλευσαν:

  • Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ των Ελλήνων (1890-1947)
  • Βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ των Ελλήνων (1893-1920)
  • Πριγκίπισσα Ελένη (1896-1982), Βασιλομήτωρ Ελένη της Ρουμανίας
  • Βασιλιάς Παύλος Α΄ των Ελλήνων (1901-1964)
  • Πριγκίπισσα Ειρήνη (1904-1974), Δούκισσα της Αόστης
  • Πριγκίπισσα Αικατερίνη (1913-2007), Λαίδη Μπράντραμ

Κατά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την αρχιστρατηγία παρά τη θέλησή του, έπειτα από πίεση του Πρωθυπουργού Δηλιγιάννη. Εν τούτοις, θεωρήθηκε από τους υπόλοιπους αξιωματικούς ο βασικός υπαίτιος της ήττας, αφ’ ενός διότι είχε πράγματι μέρος της ευθύνης και αφ’ ετέρου για να καλύψουν οι αξιωματικοί που τον κατηγορούσαν και τη δική τους ευθύνη. Μετά τον πόλεμο, η κυβέρνηση Θεοτόκη ανέθεσε στον Διάδοχο την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Το έργο του Διαδόχου ήταν πράγματι αξιόλογο, αλλά σχηματίστηκε γύρω του ένας κύκλος αξιωματικών οι οποίοι φαινόταν ότι απήλαυαν προνομιακής μεταχείρισης. Αυτοί οι αξιωματικοί, αν και ικανότατοι, όπως οι Β. Δούσμανης, Ι. Μεταξάς, Ξ. Στρατηγός, Ι. Παπαβασιλείου κ.ά., ήταν επίσης αρκετά αλαζόνες, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την εχθρότητα πολλών αξιωματικών, επειδή δεν βρίσκονταν στη θέση τους.

Το 1909 αντιφρονούντες Έλληνες αξιωματικοί του Στρατιωτικού Συνδέσμου οργάνωσαν κίνημα για να αναδιοργανώσουν τη χώρα, χωρίς όμως να λείπουν οι προσωπικές επιδιώξεις των πρωτοστατούντων. Ένα από τα στοιχεία της κριτικής τους αποτέλεσε η μεροληπτική μεταχείριση στις προαγωγές του Διαδόχου και των αδελφών του, όπως και η αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Για να μην αναγκαστεί ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ να τους αποπέμψει από το στράτευμα, οι πρίγκιπες παραιτήθηκαν.

Λαϊκή λιθογραφία του 1913 που εικονίζει των Κωνσταντίνο ως «Κωνσταντίνο ΙΒ΄», νόμιμο διάδοχο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Το 1912 τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (βλ. Βαλκανικοί πόλεμοι). Με ηγέτη τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο, ο Ελληνικός Στρατός νίκησε τους Τούρκους στις μάχες του Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών και απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος μετέβη στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου οδήγησε σε επιτυχές πέρας την πολιορκία του Μπιζανίου, καταλαμβάνοντας τα Ιωάννινα και απελευθερώνοντας την Ήπειρο.

Πρώτη περίοδος της Βασιλείας του

Ο Κωνσταντίνος κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων

Μετά το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του Γεωργίου Α΄, στις 18 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο. Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε πάλι Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, οδηγώντας τον σε νέες νίκες κατά των Βουλγάρων, οι οποίες όμως κόστισαν πολύ σε ζωές. Η νικηφόρα ηγεσία του τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή στον λαό, μέρος του οποίου ήδη τον ονόμαζε «Κωνσταντίνο ΙΒ΄» και περίμενε από αυτόν και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας». Ένα ακόμα προσωνύμιο που του αποδόθηκε, κυρίως από τους βασιλόφρονες οπαδούς του, ήταν “ο γιος του αητού”.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε συνάψει συμφωνία με τη Σερβία, που την υποχρέωνε σε παροχή βοήθειας σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης, αλλά, ενώ η Σερβία αντιστεκόταν επιτυχώς στην επίθεση της Αυστροουγγαρίας, η Βουλγαρία παρέμενε ουδέτερη, τηρώντας στάση αναμονής. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε ρήγμα στις προσωπικές πεποιθήσεις των δύο ανώτατων πολιτειακών αρχόντων της χώρας: ο Κάιζερ απηύθυνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια». Ο Κωνσταντίνος ήδη θεωρούνταν ευρέως ως γερμανόφιλος. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε σαφώς επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Το φθινόπωρο του 1913, λίγο μετά την άνοδό του στο θρόνο, ο Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει ασκήσεις του γερμανικού στρατού μαζί με τον Κάιζερ και είχε προσπαθήσει να διαπραγματευτεί τη λήψη δανείου από τη Γερμανία. Επίσης, ο Κωνσταντίνος είχε επηρεαστεί από το γεγονός ότι ο Κάιζερ είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. Οι προσωπικές προτιμήσεις του Κωνσταντίνου μπορεί να ήταν υπέρ της Γερμανίας, δεν παρέβλεπε όμως ότι η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία, ενώ και τα ανταλλάγματα που μπορούσε να προσφέρει η Γερμανία ήταν περιορισμένα. Έτσι ευνοούσε την ουδετερότητα. Ταυτόχρονα όμως, ο αγγλόφιλος Βενιζέλος διαπραγματευόταν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ, η οποία πρόσφερε την Κύπρο και άλλα ανταλλάγματα. Ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, η πίεση για την έξοδο της Ελλάδος στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ αυξήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έφτασε κοντά στο να εγκρίνει την εισήγηση του Βενιζέλου για ελληνική συμμετοχή στην Εκστρατεία των Δαρδανελλίων (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1915), αλλά ο εκτελών χρέη Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, τον προειδοποίησε να μην μπει στον πόλεμο, μεταπείθοντάς τον. Αντιδρώντας σε αυτή την παρέμβαση του θεωρούμενου ως γερμανόφιλου «επιτελικού περιβάλλοντος», ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, επισημοποιώντας έτσι τη ρήξη των δύο ανδρών. Η αντιβενιζελική παράταξη συσπειρώθηκε πια γύρω από τον Βασιλιά.

Εντούτοις, οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου κέρδισαν τις εκλογές στις 31 Μαΐου του 1915 και τον Σεπτέμβριο, σε αντίδραση προς τη βουλγαρική επιστράτευση, που στρεφόταν εμφανώς κατά της Σερβίας, κάλεσε -χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου- τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, σε βοήθεια των Σέρβων. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να προχωρήσει σε επιστράτευση, εν όψει βουλγαρικής επίθεσης. Η αποβίβαση των Συμμάχων προκάλεσε πολιτική κρίση, αλλά ο Βενιζέλος κατόρθωσε να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Ο Κωνσταντίνος όμως, την ίδια ημέρα, υπερβαίνοντας τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, απέπεμψε τον Πρωθυπουργό και έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο Ζαΐμης όμως απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, οπότε ο Κωνσταντίνος έδωσε την εντολή στον υπέργηρο Στέφανο Σκουλούδη, ο οποίος, με βασιλικό διάταγμα, διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε νέες εκλογές για τον Δεκέμβριο, από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν.

Ακολούθησε ένα εξάμηνο διακυβέρνησης από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη, κατά το οποίο η Ελλάδα βρισκόταν ταυτόχρονα σε ουδετερότητα και επιστράτευση και κατά το οποίο οι δυνάμεις της Αντάντ, υπό τον Γάλλο στρατηγό Μωρίς Σαρράιγ (Maurice Sarrail), επέκτειναν σταδιακά την κυριαρχία τους στη Βόρεια Ελλάδα και το Αιγαίο, αγνοώντας σχεδόν την ελληνική κυβέρνηση. Στις 27 Μαΐου 1916 όμως, η -κατόπιν έγκρισης από την Αθήνα- παράδοση του σημαντικού οχυρού Ρούπελ σε μικτή γερμανοβουλγαρική δύναμη, οδήγησε τα πράγματα σε κρίσιμο σημείο. Ο Σαρράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, καταργώντας ουσιαστικά την ελληνική κυριαρχία στις υπό συμμαχικό έλεγχο περιοχές, απαίτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού. Όταν δε τον Αύγουστο ξεκίνησε η βουλγαρική προέλαση στη Μακεδονία, βενιζελικοί αξιωματικοί οργάνωσαν το κίνημα της Εθνικής Αμύνηςστη Θεσσαλονίκη, το οποίο ο Βενιζέλος υποστήριξε.

Πρώτη εξορία

Ο θυρεός του Κωνσταντίνου του Α΄, ως Στρατάρχη του Ελληνικού Στρατού

Η δημιουργία του «Κράτους Εθνικής Αμύνης», σε συνδυασμό με τις αξιώσεις των Συμμάχων για παράδοση του στόλου και λοιπού οπλισμού, οδήγησαν σε συγκρούσεις με Γάλλους και Βρετανούς ναύτες (που οδήγησαν και στον βομβαρδισμό των Ανακτόρων). Η έξαψη των οπαδών του Κωνσταντίνου οδήγησε στα λεγόμενα «Νοεμβριανά» επεισόδια κατά επιφανών βενιζελικών και κορυφώθηκε με το περίφημο «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου, στο οποίο μάλιστα πρωτοστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α΄. Τα γεγονότα αυτά επέφεραν την οριστική ρήξη ανάμεσα στον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τις δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στη «βασιλική Ελλάδα». Για τους συμμάχους ο Κωνσταντίνος ήταν πλέον “ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ευρώπη μετά τον Κάιζερ Γουλιέλμο”.

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από τον νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόυντ Τζωρτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει τον θρόνο, προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Επικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των “Προστάτιδων Δυνάμεων”, το οποίο κατά την άποψή τους είχαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Έτσι ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στα μάτια της κοινής γνώμης ως “προστάτης της ελληνικής ανεξαρτησίας” και αύξησε κατακόρυφα τη δημοφιλία του. Ο Διάδοχος Γεώργιος θεωρήθηκε από την Αντάντ ακατάλληλος για τη διαδοχή, καθώς είχε υπηρετήσει στον γερμανικό στρατό. Έτσι ο Κωνσταντίνος έδωσε τελικά τη θέση του στον δευτερότοκο γιο του, Αλέξανδρο, χωρίς να παραιτηθεί επισήμως, και αναχώρησε με την οικογένειά του για την Ελβετία. Οι περισσότερες εξουσίες παραδόθηκαν στον Βενιζέλο.

Ο Κωνσταντίνος επισκέπτεται τη Σμύρνη στις 29 Μαΐου 1921

Τον Ιούλιο του 1917 η Ελλάδα κήρυξε και επισήμως τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Στηριζόμενος στην είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Βενιζέλος προέβαλε τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις -που περιλάμβαναν και τη Σμύρνη- στη Διάσκεψη των Παρισίων που έλαβε χώρα στις Βερσαλλίες. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου». Τον Οκτώβριο του 1920ο Βενιζέλος ζήτησε τη συμμαχική συναίνεση για μια ελληνική προέλαση προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, ώστε να χτυπήσει το αντιστασιακό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ, το οποίο έπραττε επιθέσεις εντός της ελληνικής ζώνης. Και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διεθνείς πολιτικοί ελιγμοί, ο βασιλιάς Αλέξανδρος έπαθε ένα εντελώς αναπάντεχο ατύχημα και πέθανε στο βασιλικό κτήμα του Τατοΐου.

Δεύτερη περίοδος της βασιλείας του

Ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και εγκατέλειψε τη χώρα. Με δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος επανήλθε στον Θρόνο, επιστρέφοντας στη χώρα δύο εβδομάδες αργότερα. Οι σύμμαχοι έως τότε, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί παρέδωσαν διακοινώσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κων/νο ως αρχηγό του Κράτους και έπαψαν να την υποστηρίζουν την Ελλάδα στρατιωτικά και διπλωματικά. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Ο τάφος του Κωνσταντίνου του Α΄ στο Τατόι

Μετά την αποτυχία κάθε διαπραγμάτευσης που είχε ο Γούναρης με τους Συμμάχους στην Ευρώπη, ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση αποφάσισαν τη συνέχιση του πολέμου με την Τουρκία, παρά τις αντιρρήσεις του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάιο του 1921 ο Βασιλιάς αναχώρησε για να αναλάβει την ονομαστική αρχιστρατηγία του στρατού στη Μικρά Ασία. Στα τέλη του ίδιου χρόνου επέστρεψε στην Αθήνα λόγω κλονισμού της υγείας του. Τον Αύγουστο του 1922 ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922 μπήκαν στη Σμύρνη και την έκαψαν.

Δεύτερη εξορία

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο στρατός, που είχε καταφύγει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, εξεγέρθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 υπό την ηγεσία των Συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά, και απαίτησε την παραίτηση της κυβέρνησης και την αποχώρηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1922 ο θρόνος πέρασε στο Διάδοχο Γεώργιο, ο οποίος ονομάστηκε Γεώργιος Β΄.

Ο θάνατος

Στις 11 Ιανουαρίου του 1923, ο Κωνσταντίνος Α΄ πέθανε σε ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας από ανακοπή καρδιάς. Ο Κωνσταντίνος ήταν από καιρό άρρωστος καθώς έπασχε από χρόνια νεφρίτιδα, ενώ το καλοκαίρι του 1921 όταν βρισκόταν στην Κιουτάχεια υπέστη καρδιακή προσβολή που τον είχε αφήσει αναίσθητο για ώρες. Ο Βενιζέλος ζήτησε με τηλεγράφημά του να μεταφερθεί η σορός στο Τατόι αφού αποβιβασθεί στον Ωρωπό, χωρίς την τέλεση επίσημης κηδείας. Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας στην Ιταλία. Με την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935, τέθηκε το θέμα της επιστροφής της σορού του στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, Βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του Βασίλισσας Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης στην εξορία. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936, από όπου με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.

Πηγές

  • Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τόμος πρώτος,εκδ.Κάκτος, Αθήνα, 1997
  • https://el.wikipedia.org

Βιβλιογραφία

  • Γεώργιος Μελάς, Ο Κωνσταντίνος – Αναμνήσεις του πρώην γραμματέως του, University Studio Press, Αθήνα 2000.
  • Μιχαλόπουλου, Δημήτρη, Ο Εθνικός Διχασμός. Η άλλη διάσταση, Αθήνα: Τροχαλία, 1997. ISBN 960-7809-15-7
  • Ντριώ Εδουάρδου “Βασιλιάς Κωνσταντίνος” Εκδόσεις Στέμμα 2015. ISBN 978-618-82085-0-6

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com