«Μην κρατάς κάποιον που θέλει να φύγει, αλλιώς δε θα γνωρίσεις αυτόν που έρχεται…» (Γιούνγκ)

 Πολλές φορές στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις και δη στις ερωτικές, συμβαίνει ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, για άλλους μικρότερο, για άλλους μεγαλύτερο, να διαπιστωθεί μια κόπωση είτε από τη μία πλευρά, είτε από την άλλη. Επέρχεται δηλαδή, μια ουσιαστική αλλαγή μέσα στη σχέση η οποία έχει αρνητικές συνέπειες και παύει να υφίσταται η πρότερη κατάσταση γαλήνης ή έστω ισορροπίας. 

by Times Newsroom

Ο Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ, ο πατέρας της «Αναλυτικής Ψυχολογίας», υπήρξε ένας βαθιά φιλοσοφημένος στοχαστής κι ένας από τους σπουδαιότερους ψυχολόγους του 20ού αιώνα. Αξίζει να δώσουμε την πρέπουσα σημασία στα παραπάνω λόγια του και να επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενό τους.

 Πολλές φορές στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις και δη στις ερωτικές, συμβαίνει ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, για άλλους μικρότερο, για άλλους μεγαλύτερο, να διαπιστωθεί μια κόπωση είτε από τη μία πλευρά, είτε από την άλλη. Επέρχεται δηλαδή, μια ουσιαστική αλλαγή μέσα στη σχέση η οποία έχει αρνητικές συνέπειες και παύει να υφίσταται η πρότερη κατάσταση γαλήνης ή έστω ισορροπίας.

Οι ψυχολόγοι συνηθίζουν να αποκαλούν αυτή τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται κι εδραιώνεται σιγά σιγά ως «φθορά» της σχέσης. Στο παρόν κείμενο δε θα αναλύσουμε τα βαθιά αίτια που οδηγούν συνήθως στη φθορά της σχέσης, αλλά θα επικεντρωθούμε σε αυτό ακριβώς που αναφέρει ο Γιούνγκ, δηλαδή στο γιατί δεν πρέπει να κρατάμε αυτόν που θέλει να φύγει.

Γιατί, λοιπόν, επιμένουμε στο να κρατάμε δέσμιο μέσα στη σχέση μας έναν άνθρωπο ο οποίος προφανώς ασφυκτιά και επιθυμεί να μας απαλλάξει από την παρουσία του; Ένας άνθρωπος όταν εκφράζει μια τέτοια επιθυμία δεν είναι πάντα ξεκάθαρο το «γιατί» την εκφράζει κι ακόμη κι αν το συζητήσουμε διεξοδικά, δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι θα αντιληφθούμε τους πραγματικούς λόγους που κρύβονται πίσω από την επιθυμία του. Μας λέει την αλήθεια; Μας λέει την μισή αλήθεια; Δεν μπορούμε επίσης, να γνωρίζουμε τα αληθινά κίνητρα μιας τέτοιας απόφασης. Πάντως, όποια κι αν είναι τα αίτια και τα κίνητρα, εμείς οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, καθώς θα λέγαμε ότι υπάρχουν δυο βασικές πιθανότητες όσον αφορά στο αν είναι αληθής η επιθυμία του/της συντρόφου μας.

Η μια πιθανότητα είναι ο/η σύντροφός μας πράγματι να θέλει να φύγει και να διαλύσει τη σχέση μας, δηλαδή να εννοεί την επιθυμία που μας εκφράζει. Η άλλη πιθανότητα όμως είναι να εκφράζει την επιθυμία να φύγει και να διαλύσει τη σχέση μας, αλλά να μην το εννοεί. Αυτή η πιθανότητα είναι πιο σοβαρή από την πρώτη, καθώς τότε ο/η σύντροφός μας συνειδητοποιώντας ότι εμείς παρακαλούμε να μην προβεί σε μια τέτοια απόφαση, ίσως εκμεταλλευτεί την αδυναμία μας και να χρησιμοποιήσει την απειλή «θα φύγω» χειριστικά, και βλέποντας ότι κερδίζει κι ωφελείται να χρησιμοποιεί την ίδια απειλή κατ’ εξακολούθηση, προκειμένου να περνάει τα δικά του/της θέλω δίχως να σέβεται τις δικές μας ανάγκες και τις δικές μας επιθυμίες. Μπροστά σε τέτοιου είδους εκβιασμούς το άτομο που είναι συναισθηματικά ευάλωτο κινδυνεύει να μετατραπεί σε μαριονέτα, σε έναν άνθρωπο που θα είναι υπό τις οδηγίες και τις διαταγές του/της συντρόφου του, χάνοντας μέρος της αυτεξάρτησής του, όντας πλέον σε μια ξεκάθαρα σχέση εξάρτησης, σε μια κακοποιητική σχέση.

Συνεπώς, όταν εμείς προσπαθούμε σε μια σχέση να δώσουμε ό,τι έχουμε να δώσουμε, αλλά αντί να ακούσουμε ευχαριστώ έστω για την προσπάθειά μας, ακούμε μια συνεχόμενη κριτική απέναντί μας, παράπονα, και δυσαρέσκεια, τότε θα πρέπει να προβληματιστούμε σοβαρά για το μέλλον της σχέσης μας. Όταν ο/η σύντροφός μας φτάσει στο σημείο να μας πει ότι θέλει να φύγει, τότε ίσως είναι πολύ αργά να αντιστρέψουμε την κατάσταση. Όταν έχουμε προσπαθήσει μέσα στη σχέση και έχουμε εξαντλήσει τα περιθώρια του να προσπαθήσουμε παραπάνω, και αυτό που εισπράττουμε είναι παράπονα… τότε είναι καιρός να μην κρατάμε αυτόν/αυτήν που θέλει να φύγει, γιατί δε θα καταφέρει ποτέ να εκτιμήσει όσα προσφέραμε. Επίσης, καταδικάζουμε τον εαυτό μας να παραμείνει σε μια καταπιεστική σχέση χάνοντας την ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν άλλον άνθρωπο που να μπορέσει να εκτιμήσει όσα μπορούμε να δώσουμε και να μας σεβαστεί γι’ αυτό που είμαστε.

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Posted by Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια, MSc 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή