Όταν η ενημέρωση διώχνει τον πολίτη

Η ειδησεογραφική κόπωση, η τηλεοπτική ένταση και η κρίση εμπιστοσύνης που απειλούν ένα σπουδαίο μέσο

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

 

Υπάρχει μια αντίφαση στην εποχή μας: ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε στη διάθεσή του τόσες πολλές πληροφορίες και ποτέ, ίσως, δεν ένιωθε τόσο έντονα την ανάγκη να απομακρυνθεί από αυτές. Η αποχή από την ενημέρωση –και ιδιαίτερα από την πολιτική ενημέρωση– δεν αποτελεί πλέον απλή εντύπωση. Είναι μια ευρύτερη τάση, η οποία συνδέεται με την υπερπληροφόρηση, την ψυχική κόπωση, τη χαμηλή εμπιστοσύνη στα μέσα και, κυρίως, με τον τρόπο που παρουσιάζεται η επικαιρότητα.

Ο πολίτης δεν αποστρέφεται κατ’ ανάγκην τα γεγονότα. Συχνά αποστρέφεται τη σκηνοθεσία τους.

Από την ενημέρωση στην εξάντληση

Η σύγχρονη ειδησεογραφία λειτουργεί σχεδόν αδιάκοπα. Έκτακτες συνδέσεις, ειδοποιήσεις, «νέα δεδομένα», δηλώσεις, αντιδράσεις και ανταπαντήσεις δημιουργούν την αίσθηση ότι κάθε ώρα συμβαίνει κάτι ιστορικό. Όταν όμως όλα παρουσιάζονται ως επείγοντα, τίποτε δεν παραμένει πραγματικά σημαντικό. Η διαρκής ένταση δεν κρατά τον θεατή σε εγρήγορση· στο τέλος τον εξαντλεί.

Η ψυχολογική κόπωση γίνεται εντονότερη επειδή η ειδησεογραφική ατζέντα κυριαρχείται από πολέμους, εγκλήματα, φυσικές καταστροφές, οικονομική ανασφάλεια και πολιτικές συγκρούσεις. Ο θεατής δέχεται καθημερινά έναν μεγάλο όγκο αρνητικών εικόνων, χωρίς πάντοτε να του προσφέρονται το απαραίτητο πλαίσιο, οι αιτίες, οι πιθανές λύσεις ή η αίσθηση ότι μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. Έτσι η ενημέρωση παύει να είναι εργαλείο προσανατολισμού και μετατρέπεται σε πηγή αδυναμίας.

Δεν πρόκειται επομένως μόνο για αδιαφορία. Η αποφυγή των ειδήσεων μπορεί να λειτουργεί και ως μηχανισμός αυτοπροστασίας: «Δεν αντέχω άλλη ένταση, άλλη οργή, άλλη καταστροφή». Το πρόβλημα είναι ότι, μαζί με τον θόρυβο, ο πολίτης απομακρύνεται και από τις πληροφορίες που χρειάζεται για να συμμετέχει συνειδητά στη δημοκρατική ζωή.

Είδηση και σχόλιο: μια γραμμή που ξεθωριάζει

Ένας από τους σοβαρότερους λόγους δυσπιστίας είναι η σύγχυση ανάμεσα στην είδηση και στο σχόλιο. Η δημοσιογραφία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι απολύτως ουδέτερη με τη μηχανική έννοια: ακόμη και η επιλογή ενός θέματος ή μιας εικόνας εμπεριέχει κρίση. Υπάρχει όμως ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην τεκμηριωμένη ερμηνεία και στην καθοδήγηση του κοινού.

Όταν ο παρουσιαστής δεν περιορίζεται στο «τι συνέβη», αλλά υποδεικνύει με μορφασμούς, ειρωνείες, επιφωνήματα και χαρακτηρισμούς «πώς πρέπει να το εκλάβουμε», ο θεατής αισθάνεται ότι δεν του αναγνωρίζεται η ικανότητα να κρίνει. Η είδηση φθάνει ήδη συσκευασμένη με το επιθυμητό συναίσθημα: αγανάκτηση, φόβο, περιφρόνηση ή ενθουσιασμό.

Το σχόλιο έχει θέση στη δημοσιογραφία, αρκεί να δηλώνεται καθαρά ως σχόλιο, να στηρίζεται σε γεγονότα και να διακρίνεται από το ρεπορτάζ. Όταν όλα συγχωνεύονται σε μία φωνή, η ενημέρωση χάνει την αξιοπιστία της. Και τότε ακόμη και η σωστή πληροφορία αντιμετωπίζεται με καχυποψία.

Η πολιτική ως ακολουθία από ατάκες

Η αποσπασματική προβολή δηλώσεων επιδεινώνει την κατάσταση. Μια φράση πολιτικού αποκόπτεται από το πλαίσιό της, γίνεται τίτλος, προκαλεί την απάντηση του αντιπάλου και ακολουθεί ένας νέος κύκλος αντιδράσεων. Το δημόσιο ενδιαφέρον μετακινείται από τις πολιτικές αποφάσεις στις λεκτικές μονομαχίες.

Έτσι, σύνθετα ζητήματα –η οικονομία, η υγεία, η παιδεία, η εξωτερική πολιτική– περιορίζονται σε ανταλλαγές ατακών. Δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς προτείνει κάθε πλευρά, ποιο είναι το κόστος μιας πρότασης, ποιοι ωφελούνται και ποιοι επιβαρύνονται. Μαθαίνουμε ποιος «επιτέθηκε», ποιος «απάντησε σκληρά» και ποιος «σήκωσε το γάντι».

Η γλώσσα αυτή δεν είναι αθώα. Μετατρέπει την πολιτική σε διαρκή αναμέτρηση και τον πολίτη σε θεατή αγώνα. Προσφέρει στιγμιαία διέγερση, αλλά ελάχιστη γνώση.

Τα τηλεοπτικά παράθυρα της σύγκρουσης

Στις πολιτικές εκπομπές επαναλαμβάνεται συχνά το ίδιο σκηνικό: οι ίδιοι περίπου εκπρόσωποι, προβλέψιμες τοποθετήσεις, διακοπές, υψωμένες φωνές και ένας παρουσιαστής που άλλοτε διαιτητεύει και άλλοτε επιχειρεί να γίνει ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Η σύνθεση του πάνελ είναι εκ των προτέρων σχεδιασμένη για σύγκρουση και όχι για κατανόηση.

Η τηλεοπτική αντιπαράθεση δεν είναι από μόνη της αρνητική. Η δημοκρατία χρειάζεται διαφωνία, αυστηρές ερωτήσεις και έλεγχο της εξουσίας. Άλλο όμως η αντιπαράθεση επιχειρημάτων και άλλο η ηχητική σύγκρουση. Όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα, ο θεατής δεν ακούει περισσότερες απόψεις· δεν ακούει καμία.

Το μοντέλο αυτό επιβιώνει επειδή η ένταση θεωρείται ότι αυξάνει την τηλεθέαση και παράγει εύκολα αποσπάσματα για τα κοινωνικά δίκτυα. Βραχυπρόθεσμα μπορεί πράγματι να τραβά την προσοχή. Μακροπρόθεσμα, όμως, διαβρώνει το ίδιο το προϊόν: κουράζει το κοινό, ευτελίζει τον πολιτικό λόγο και ενισχύει την πεποίθηση ότι «όλοι παίζουν έναν ρόλο».

Η ευθύνη του παρουσιαστή

Ο καλός παρουσιαστής δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι γνωρίζει τα πάντα. Η δύναμή του βρίσκεται στην προετοιμασία, στην καθαρή ερώτηση, στην επιμονή όταν ο καλεσμένος αποφεύγει να απαντήσει και στην ικανότητα να διατηρεί τη συζήτηση κατανοητή. Δεν είναι εισαγγελέας, κομματικός εκπρόσωπος ούτε πρωταγωνιστής του δελτίου. Είναι ο εκπρόσωπος του κοινού απέναντι στην πληροφορία και στην εξουσία.

Η επιθετικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην αυστηρότητα. Συχνά μια ήρεμη, ακριβής ερώτηση αποκαλύπτει περισσότερα από μια θεαματική αντιπαράθεση. Αντίστοιχα, η ευγένεια δεν σημαίνει υποχωρητικότητα. Σημαίνει σεβασμό στον θεατή και στον δημόσιο διάλογο.

Μπορεί η τηλεόραση να ξανακερδίσει το κοινό;

Η τηλεόραση παραμένει ένα εξαιρετικό μέσο. Μπορεί να συνδυάσει την εικόνα με τον λόγο, την αμεσότητα με την έρευνα, το ρεπορτάζ με τη μαρτυρία. Μπορεί να μεταφέρει τον πολίτη στον τόπο όπου συμβαίνουν τα γεγονότα και να κάνει ένα σύνθετο θέμα κατανοητό σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτό το πλεονέκτημα δεν έχει χαθεί· συχνά όμως σπαταλιέται.

Για να αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης, χρειάζονται ορισμένες απλές αλλά ουσιαστικές αλλαγές: σαφής διάκριση είδησης και γνώμης, λιγότερες ατάκες και περισσότερη εξήγηση, διαφορετικές και ουσιαστικές φωνές αντί των ίδιων κομματικών προσώπων, χρόνος για ολοκληρωμένες απαντήσεις, αυστηροί κανόνες στη συζήτηση και μεγαλύτερη παρουσία θεμάτων που αφορούν την καθημερινή ζωή, την κοινωνία, την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Χρειάζεται επίσης δημοσιογραφία που δεν περιορίζεται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά εξετάζει σοβαρά και τις δυνατές απαντήσεις. Όχι για να ωραιοποιεί την πραγματικότητα, αλλά για να μην παρουσιάζει τον κόσμο ως ένα αδιέξοδο χωρίς καμία ανθρώπινη δυνατότητα παρέμβασης.

Δεν φταίει μόνο το κοινό

Είναι εύκολο να υποστηρίξει κανείς ότι οι πολίτες «δεν ενδιαφέρονται πια» ή ότι προτιμούν το ελαφρύ περιεχόμενο των κοινωνικών δικτύων. Αυτή η εξήγηση, όμως, απαλλάσσει τα μέσα από τη δική τους ευθύνη. Αν ένα σημαντικό μέρος του κοινού αποφεύγει την πολιτική ενημέρωση, τα μέσα οφείλουν να αναρωτηθούν όχι μόνο τι συμβαίνει με το κοινό, αλλά και τι είδους ενημέρωση του προσφέρουν.

Ο πολίτης δεν ζητά ειδήσεις χωρίς δυσάρεστα γεγονότα ούτε δημοσιογραφία χωρίς κρίση. Ζητά να μην τον κατακλύζουν, να μην τον χειραγωγούν συναισθηματικά και να μην προσβάλλουν τη νοημοσύνη του. Ζητά να καταλαβαίνει περισσότερο μετά το τέλος ενός δελτίου – όχι να αισθάνεται απλώς πιο θυμωμένος, πιο φοβισμένος ή πιο ανήμπορος.

Η τηλεόραση δεν καταστρέφεται επειδή εμφανίστηκαν το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα. Κινδυνεύει όταν υιοθετεί τα πιο θορυβώδη χαρακτηριστικά τους: την ταχύτητα χωρίς βάθος, την πόλωση χωρίς διάλογο και την ατάκα χωρίς περιεχόμενο. Αν ξαναδώσει χώρο στη γνώση, στη μέτρηση και στην ουσιαστική συζήτηση, μπορεί να ανακτήσει όχι μόνο το κοινό της, αλλά και τον δημοκρατικό της ρόλο.

Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στις ειδήσεις. Είναι αν η τηλεοπτική ενημέρωση είναι πρόθυμη να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να ακούσει τι της λέει αυτή η απομάκρυνση.


Σημείωση: Σύμφωνα με το Digital News Report 2026 του Reuters Institute for the Study of Journalism, η διαρκής ροή ενημέρωσης προκαλεί σε σημαντικό μέρος του κοινού αίσθημα υπερφόρτωσης, ενώ καταγράφονται αποστασιοποίηση, άγχος και αυξανόμενος κυνισμός απέναντι στις ειδήσεις. Η έρευνα επισημαίνει, παράλληλα, ότι οι πολίτες ζητούν από τα μέσα περισσότερη αμεροληψία, ακρίβεια, διαφάνεια και ουσιαστικό πρωτογενές ρεπορτάζ.

 

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή