Πέθανε ο αμερικανός συγγραφέας Κόρμακ ΜακΚάρθι

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Κόρμακ ΜακΚάρθι πέθανε σε ηλικία 89 ετών, ανακοίνωσε ο εκδότης του Αμερικανού συγγραφέα. Ο ΜακΚάρθι πέθανε στο σπίτι του από φυσικά αίτια. Ο γιος του, Τζον ΜακΚάρθι επιβεβαίωσε τον θάνατό του.

by Times Newsroom

Ο ΜακΚάρθι ήταν γνωστός για το The Road (Ο δρόμος), το μετα-αποκαλυπτικό μυθιστόρημα του 2006 για ένα ταξίδι που κάνουν ένας πατέρας και ο γιος του. Άλλα βιβλία του Μακάρθι που έτυχαν μεγάλης αποδοχής από τους κριτικούς είναι το All the Pretty Horse και το No Country for Old Men, τα οποία μετατράπηκαν και τα δύο σε ταινίες. Το No Country for Old Men των αδελφών Coen, το 2007, κυριάρχησε στα βραβεία Όσκαρ εκείνης της χρονιάς και κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας, ενώ το 2009 η κινηματογραφική μεταφορά του The Road είχε επίσης μεγάλη επιτυχία.

Τα περισσότερα μυθιστορήματά του έχουν γίνει εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες και ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το «Ματωμένος μεσημβρινός», ( “Blood Meridian” ) (1985), το οποίο κέρδισε μια θέση στη λίστα του περιοδικού ” Time” με τα «100 καλύτερα βιβλία στην αγγλική γλώσσα από το 1923 ως τις μέρες μας», και το μυθιστόρημα «Ο δρόμος» (“The Road”) 2006, το οποίο κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ (Μυθοπλασίας) και το “James Tait Black Memorial Prize for Fiction”. «Ο δρόμος» (“The Road”) και το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (“No Country for Old Men”) έχουν μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.
Ο καλύτερος – άγνωστος – συγγραφέας της Αμερικής ζούσε επί χρόνια σε ένα καλύβι κάπου στα σύνορα με το Μεξικό, ώσπου τον ανακάλυψαν το 2007 η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Ο Κόρμακ Μακ Κάρθι βγήκε στο φως και θεωρείται πλέον τόσο σημαντικός όσο και ο Φόκνερ.

Ο Κόρμακ ΜακΚάρθι γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1933, στην πολιτεία του Ρόουντ Άιλαντ, και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα της πολιτείας του Πρόβιντενς (Ρόουντ Άιλαντ), ένα από τα έξι παιδιά των Τσαρλς Τζόζεφ και Γκλάντυς Κριστίνα ΜακΚάρθι. Η οικογένεια, το 1937 μετακόμισε νοτιότερα, στο Νόξβιλ (Knoxville) της πολιτείας του Τενεσί, όπου ο πατέρας του έπιασε δουλειά στον κρατικό οργανισμό της Κοιλάδας του Τενεσί (en:Tennessee Valley Authority) – έναν οργανισμό που στήριξε την οικονομική ανάπτυξη των Η.Π.Α, στα χρόνια της μεγάλης ύφεσης.

Η «Εκκλησία της Άμωμης Σύλληψης» του Νόξβιλ, παπαδοπαίδι της οποίας υπήρξε και ο ΜακΚάρθυ

Ο ΜακΚάρθι παρακολούθησε το θρησκευτικό (καθολικό) σχολείο της πόλης, το “Knoxville Catholic High School”, ενώ συμμετείχε και στη τέλεση της λειτουργίας της καθολικής εκκλησίας του Νόξβιλ της «Εκκλησίας της Άμωμης Σύλληψης», – (“Church of the Immaculate Conception”.
Παρακολούθησε με διακοπές (1951 – 1952) και (1957 – 1959)) μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί, διακοπές που οφείλονταν και στην στρατιωτική του υπηρεσία, στην αεροπορία των Η.Π.Α. αλλά δεν πήρε πτυχίο ποτέ. Παρόλα αυτά, στην διάρκεια των σπουδών του κέρδισε την υποτροφία “Ingram Merrill Award”, επιβράβευση και υποστήριξη του συγγραφικού του ταλέντου. Το 1961 παντρεύτηκε την συμφοιτήτριά του Λη Χόλμαν – (σημαντική ποιήτρια και συγγραφέας – γνωστή ως Λη ΜακΚάρθι) (Lee McCarthy) και απέκτησε μαζί της τον γιό του Κάλεν, το 1962, αλλά ο γάμος κράτησε μόνο ένα χρόνο.

Το 1965 θα κερδίσει ακόμα μια υποτροφία, αυτή τη φορά από την «Αμερικανική Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών» (en:American Academy of Arts and Letters), με τα χρήματα της οποίας ταξίδεψε στη γη των προγόνων του, την Ιρλανδία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του γνώρισε την επόμενη σύζυγό του, την Αν ΝτεΛιλ, Αγγλίδα τραγουδίστρια και χορεύτρια, με την οποία έμεινε παντρεμένος μέχρι το 1981. Με την επόμενη υποτροφία από το «Ίδρυμα Ροκφέλερ», (Rockefeller Foundation), το 1966 θα γνωρίσει την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ελβετία, την Ιταλία και την Ισπανία. Με την παραμονή του ζεύγους για ένα χρόνο στην Ίμπιζα της Ισπανίας, θα επιστρέψουν οριστικά στην Αμερική, και ο ΜακΚάρθι ζει αποκλειστικά από την συγγραφή. Με τον χωρισμό από τη δεύτερη γυναίκα του, το 1976 (αν και τυπικά το διαζύγιο θα βγει το 1981) ο ΜακΚάρθι θα μετακομίσει για μόνιμη εγκατάσταση στο Ελ Πάσο του Τέξας.

To 1997 θα κάνει τον τρίτο του γάμο, με την Τζένιφερ Γουίνκλεϊ από την οποία θα αποκτήσει ένα ακόμα γιό, τον Τζον Φράνσις που θα γεννηθεί το 1999. Με τον τελευταίο του γάμο, θα μετακομίσει από το Ελ Πάσο στην κωμόπολη Tesuque, στα περίχωρα της Σάντα Φε (Νέο Μεξικό). Από το 2000 συνεργάζεται με το «Ινστιτούτο της Σάντα Φε», σαν επιμελητής των εκδόσεων του Ινστιτούτου. Με την τρίτη γυναίκα του χώρισαν το 2006.

Έκτοτε ο ΜακΚάρθι θα κάνει μόνο μια δημόσια εμφάνιση, στο σόου της Όπρα Γουίνφρεϊ τον Ιούνιο του 2007, ενώ συνεχίζει να ζει και να γράφει μην επιθυμώντας δημοσιότητα.

Τα πρώτα έργα του ΜακΚάρθι – δύο διηγήματα, το “A Drowning Incident” (1960), και “Wake for Susan” (1959) πρωτοδημοσιεύτηκαν στο φοιτητικό λογοτεχνικό περιοδικό του Πανεπιστημίου του Τενεσί, “The Phoenix”.

Το 1965 ο εκδοτικός οίκος “Random House” δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα, “The Orchard Keeper”. Σύμφωνα με τον ΜακΚάρθι … αποφάσισε να στείλει το χειρόγραφο σε αυτόν τον εκδοτικό οίκο, γιατί “ήταν ο μόνος εκδότης [που] είχε ακούσει.[19]
Το 1968 θα εκδοθεί το δεύτερο βιβλίο του, βιβλίο που δούλεψε κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ίμπιζα, το “Outer Dark”.
Το 1973 θα εκδώσει στον ίδιο εκδοτικό οίκο, το μυθιστόρημα (εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα) “Child of God”, το οποίο -εν αντιθέσει προς τα δυό προηγούμενα βιβλία του το υποδέχτηκαν και με αρνητικές κριτικές.

Το 1976 θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη συγγραφή σεναρίων, με το “The Gardener’s Son”. Το έργο παρουσιάστηκε στα πλαίσια της αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς “Visions”, στις 6 Ιανουαρίου του 1977. Πολύ αργότερα, το 1996, το σενάριο θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο. Το 1979 θα εκδώσει το τέταρτο μυθιστόρημά του, το “Suttree”, ένα έργο που κάποιοι κριτικοί θεωρούν ακόμα και τώρα ως το καλύτερό του.
Το 1985 εκδόθηκε και το μυθιστόρημα “Blood Meridian, or the Evening Redness in the West”, ( «Ματωμένος μεσημβρινός ή το Κόκκινο του δειλινού στη Δύση» ελλ. μτφ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. “Καστανιώτης 2011) το οποίο βρήκε τη θέση που του αξίζει στην νεώτερη λογοτεχνία της Αμερικής, συν τω χρόνω. Το βιβλίο σήμερα, είναι ιδιαίτερα αγαπητό μέσα στους λογοτεχνικούς κύκλους, και σε δημοσκόπηση του 2006 των συγγραφέων και των εκδοτών που διεξήχθη από το περιοδικό του New York Times για τη λίστα με τα καλύτερα Αμερικανικά μυθιστορήματα του προηγούμενου αιώνα , το βιβλίο κατέλαβε την τρίτη θέση, πίσω από την «Αγαπημένη» της Τόνι Μόρρισον (1987) και τον «Υπόγειο Κόσμο» του Ντον Ντελίλο (1997).
Ο κριτικός λογοτεχνίας Χάρολντ Μπλουμ δήλωσε πως ο ΜακΚάρθυ είναι ένας από τους τέσσερις μείζονες Αμερικανούς συγγραφείς της εποχής του, μαζί με τους Ντον Ντελίλο, Τόμας Πίντσον και Φίλιπ Ροθ, και αποκάλεσε το «Ματωμένος μεσημβρινός» ως …το καλύτερο βιβλίο μετά το «Καθώς ψυχορραγώ» του Γουίλιαμ Φώκνερ.

Μετά το θάνατο του διευθυντή του εκδοτικού οίκου “Random House”, Άλμπερτ Έρσκιν, ο ΜακΚάρθι συνεργάστηκε με τον εκδοτικό οίκο του “Alfred A. Knopf”. Η συνεργασία του με αυτόν τον εκδοτικό οίκο, θα εγκαινιαστεί με το μυθιστόρημά του “All the Pretty Horses” («Όλα τα όμορφα άλογα», ελλ. μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής για τις εκδ. “Καστανιώτης”, 2000), που κυκλοφόρησε το 1992, -το πρώτο μέρος της τριλογίας του “The Border Trilogy”, αλλά και με την πρώτη συνέντευξη προς τους δημοσιογράφους που θα δώσει στο περιοδικό “The New York Times Magazine”. Η έκδοση αυτού του βιβλίου θα φέρει την ευρεία αναγνώριση του συγγραφέα, αλλά και την εμπορική επιτυχία, αφού το βιβλίο θα πουλήσει περισσότερα από 190.000 αντίτυπα τους πρώτους 6 μήνες από την έκδοσή του. Θα του φέρει επίσης και την αναγνώριση από τους συναδέλφους του, με την κατάκτηση του “National Book Awards” – («Εθνικό Βραβείο Βιβλίου») του 1992 αλλά και το “National Book Critics Circle Award” – («Εθνικό βραβείο Βιβλιοκριτικών»), πάλι το 1992.

Με το “The Crossing” (1994) («Το πέρασμα», ελλ. μφτ. Άννα Παπασταύρου για τις εκδ. “Καστανιώτης”, 2003) και το “Cities of the Plain”) (1998) («Πεδινές πολιτείες», ελλ. μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής για τις εκδ. “Καστανιώτης”, 2009) ολοκληρώνεται η «Τριλογία των Συνόρων». Ενδιάμεσα αυτών των μυθιστορημάτων, ο ΜακΚάρθυ ξαναδούλεψε για λογαριασμό του “National Theater” της Ουάσινγκτον ένα πεντάπρακτο θεατρικό δράμα, το οποίο είχε αρχίσει τη δεκαετία του 1970, το “The Stonemason”[28], το οποίο όμως πέρασε σχεδόν απαρατήρητο.

Το επόμενο βιβλίο του ΜακΚάρθι, “No Country for Old Men”, («Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους», ελλ.μτφ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. “Καστανιώτης”, 2008) το 2005, είναι μια μοντέρνα εκδοχή ενός γουέστερν. Επιτυχία έγινε η κινηματογραφική μεταφορά του, από τους αδελφούς Κοέν το 2007, με τον ίδιο τίτλο Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους η οποία κέρδισε τέσσερα Βραβεία όσκαρ και περισσότερα από 75 βραβεία κινηματογράφου παγκοσμίως.

Το 2006 ο ΜακΚάρθι θα εκδώσει το μυθιστόρημά “The Road”, («Ο δρόμος», ελλ. μφτ. Αύγουστος Κορτώ για τις εκδ. “Καστανιώτης”, 2009) που θα γίνει και αυτό επιτυχία και μάλιστα θα του φέρει το Βραβείο Πούλιτζερ (Μυθοπλασίας) αλλά και το βραβείο “en:James Tait Black Memorial Prize for fiction”. Επίσης, με αφορμή την προώθηση του βιβλίου θα δώσει τη πρώτη και μόνη (μέχρι στιγμής) τηλεοπτική του συνέντευξη, στην Όπρα Γουίνφρεϊ. Την ίδια χρονιά, 2006, θα παρουσιαστεί στο θέατρο, το δεύτερο θεατρικό του έργο, “The Sunset Limited”, το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Μάιο του 2006, στο θέατρο “Steppenwolf” του Σικάγο. Λίγους μήνες αργότερα, θα κυκλοφορήσει και σε βιβλίο, με τον ίδιο τίτλο, («The Sunset Limited», ελλ. μτφ. Αντώνης Πέρης για τις εκδ. “Ευρασία”, 2012)
Το 2012 έγραψε ένα σενάριο, που το 2013 ο σκηνοθέτης Ρίντλεϊ Σκοτ έκανε ταινία, με τίτλο “The Counselor” , (Ο Συνήγορος).
Αναμένεται το επόμενο βιβλίο του, “Passenger”.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com