“Τα όχι του ΝΑΙ” του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου…

...που, όπως λέει ο συγγραφέας, είναι ένα "μικρό χρονικό μιας άρνησης"

by Νίκος Λαγκαδινός

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ
‘Τα όχι του ΝΑΙ’ 2η έκδοση
Εκδόσεις Οδός Πανός ISBN 978-960-477-379-4

Μια ζωντανή συζήτηση τού Aλέξανδρου Αδαμόπουλου με τον Νίκο Λαγκαδινό

  • Αλέξανδρε μ’ έχεις μπλέξει! Πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο σου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ την ‘Οδό Πανός’, ο νους μου πήγε σ’ έν’ άλλο που είχες βγάλει πριν λίγα χρόνια στον ‘Ίκαρο’: Πες μου λοιπόν· τι σχέση έχει το «οχιναιλέγοντας» με «Τα όχι τού ΝΑΙ»;

Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ γιατί δεν έχει καμία σχέση το ένα βιβλίο με το άλλο: Το «οχιναιλέγοντας» είναι ένα θεατρικό μου έργο, κι απ’ την άλλη «Τα όχι τού ΝΑΙ» είναι σημειώσεις μου -ένα ‘μικρό χρονικό μιας άρνησης’ όπως λέω- απ’ την εποχή που η Μαργαρίτα Καραπάνου έγραφε το «ΝΑΙ». Απολύτως καμία σχέση!

  • Όμως· τόσα ‘όχι’ και τόσα ‘ναι’ μαζί· και στους δύο τίτλους;

Τώρα κατάλαβα. Μ’ αυτή την έννοια τη λύση θα τη βρούμε, όσο κι αν μοιάζει λιγάκι τρελό, στον «Σιμιγδαλένιο».

  • Άντε πάλι «Ο Σιμιγδαλένιος»! Μού φαίνεται τριάντα χρόνια τώρα, θα σού γίνει έμμονη ιδέα αυτό το έργο! Τι σχέση έχει «Ο Σιμιγδαλένιος» σου μ’ αυτά που λέμε τώρα;

Κι όμως έχει! Άκου: Η κατάφαση, το ναι· ειπωμένο έτσι εξαγγελτικά, πανηγυρικά, παίζει μεγάλο ρόλο σ’ όλον τον «Σιμιγδαλένιο». Επαναλαμβάνεται 4-5 φορές και μάλιστα πάντα τυπωμένο με κεφαλαία: ΝΑΙ. Η Μαργαρίτα Καραπάνου -που είχε γράψει μιαν εξαιρετική ανάλυση για τον «Σιμιγδαλένιο»- όχι μόνο το είχε προσέξει, μα ήξερε απ’ έξω και απάγγελνε συχνά με στόμφο τη σχετική ατάκα: «Προχώρα, περπάτα δες βγες/ σταμάτα ν’ αρνιέσαι, σταμάτα να θες/ Προχώρα, περπάτα· ΝΑΙ πες» φωνάζοντας, σχεδόν ουρλιάζοντας, αυτό το ΝΑΙ· σε σημείο που η μάνα της η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, που έμενε στο ίδιο σπίτι, φώναζε κι εκείνη: «Εντάξει, πες ΝΑΙ· μάς ξεκούφανες!» Όταν λοιπόν αποφάσισε να γράψει για την αρρώστια της, για τη μανιοκατάθλιψη, θέλοντας να μιλήσει εντελώς ανοιχτά, δεν χρειάζεται και μεγάλη φιλοσοφία να καταλάβει κανείς γιατί έβαλε αυτόν τον τίτλο· που τον είχε ήδη έτοιμο
και τον φώναζε κάθε τόσο, πριν καν αρχίσει να γράφει: «ΝΑΙ»…

  • Υπέροχο! Να και κάποια λογοτεχνικά μυστικά που δεν τα φαντάζεται κανείς!

Κάτι ακόμα: Η Μαργαρίτα εκείνη την εποχή, ήθελε να δείξει πως προσπαθεί να βάλει μέσα της κάποια τάξη, ζώντας μια πιο απλή, πιο μετρημένη ζωή: Βάζοντας ένα στοιχειώδες πρόγραμμα στην κάθε της μέρα· καπνίζοντας πιο λίγο, κάνοντας δίαιτα, ψωνίζοντας λιτότερα, ξοδεύοντας λιγότερα. «Ορίστε· λέω ΝΑΙ στη ζωή» μού έλεγε. Όλ’ αυτά όμως δεν κρατούσαν ποτέ πάνω από δυο-τρεις μέρες, αν όχι κάμποσες ώρες μόνο. Κι εγώ -αν και πολύ πρόθυμος να συμφωνήσω σε μια πιο πειθαρχημένη ζωή δεν μπορούσα να μην επισημαίνω τις όποιες, εντελώς κραυγαλέες, αντιφάσεις και να τής λέω πως δεν πορεύεται λέγοντας ΝΑΙ στη ζωή, μα οχιναιλέγοντας…

  • Να το και το «οχιναιλέγοντας» λοιπόν!

Ακριβώς. Μόνο που το «οχιναιλέγοντας» το έγραψα μετά τον θάνατό της και δεν το διάβασε. Τη λέξη αυτή ωστόσο την είχα φτιάξει και τη χρησιμοποιούσα συχνά από τότε στις κουβέντες μας· κι εκείνη πείσμωνε αντιλέγοντας ΝΑΙ, δυνατά.

  • Έτσι που σ’ ακούω τώρα, περιγράφεις μιαν ατμόσφαιρα μεγάλης οικειότητας ανάμεσά σας: Ήταν όντως έτσι ή μήπως εξιδανικεύεις τόσα χρόνια μετά;

Χαίρομαι που το λες. Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν· γιατί το θεωρώ πολύ σοβαρό: Όταν η Καραπάνου γράφει το «ΝΑΙ» κι εγώ κρατώ τις σημειώσεις μου το καλοκαίρι τού 1999, γνωριζόμασταν ήδη και κάναμε καθημερινή σχεδόν παρέα, για εφτά-οχτώ χρόνια, τόσο με την ίδια όσο και με τη μητέρα της. Ήξερα πολύ καλά τους φίλους της και τον τρόπο ζωής της. Κι εκείνη επίσης γνώριζε για την πρώην γυναίκα μου, για το διαζύγιό μου, πώς ζούσα μετά απ’ αυτό, καθώς και για την τότε σύντροφό μου, που την είχε γνωρίσει από κοντά και την αναφέρει κάθε τόσο πολύ φυσικά στις κουβέντες μας. Είχε διαβάσει όλα μου τα βιβλία, όπως κι εγώ τα δικά της. Είχε ήδη γράψει για
τη ‘Νέα Εστία’ την ανάλυση που ανέφερα πριν για τον «Σιμιγδαλένιο». Είχε δημοσιεύσει ένα υπέροχο άρθρο στο ‘Βήμα’ για τα «Δώδεκα και ένα ψέματα» που εκδόθηκαν στον ‘Ίκαρο’ -τα οποία μάλιστα μεταφράζει στα γαλλικά η ίδια, την εποχή ακριβώς για την οποία μιλάμε- ενώ είχε ήδη γράψει τον πρόλογο για τα «Ψέματα πάλι», που ετοιμαζόταν να εκδοθούν τότε στην ‘Άγρα’. Το ίδιο κλίμα υπήρχε και με τη μαμά της, τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη, η οποία μάλιστα είχε γράψει κι εκείνη μια κριτική για τον «Σιμιγδαλένιο» και μαζί με την κόρη της είχε οργανώσει στο σπίτι τους συνάντησή μου με τον διευθυντή των εκδόσεων Gallimard. Νομίζω είμαι σαφής.


©[Ιούλιος 1999: Οι Μ. Λυμπεράκη και Μ. Καραπάνου στο σπίτι τους στην Αθήνα, φωτογραφίζονται από τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο]

  • Ε ναι· και με το πάρα πάνω…

Επιμένω, διότι μ’ ενοχλεί άτομα που δεν είχαν καμιάν ουσιαστική σχέση με τις δυο Μαργαρίτες αλλά και με τίποτε απ’ όλ’ αυτά, να παριστάνουν εκ των υστέρων τους φίλους, και μάλιστα τους πολύ κοντινούς, προσπαθώντας σαν παράσιτα να κερδίσουν κάτι. Ό,τι λέω λοιπόν για την κατάσταση εκείνη, είναι όχι μόνον εντελώς αληθινό και ακριβές, μα είναι μέρος και τής δικής μου ζωής.

  • Πράγματι, είναι φανερό νομίζω. Αν μη τι άλλο· και λογοτεχνικό της ήρωα σε έκανε, και σού αφιέρωσε το «ΝΑΙ». Δεν μίλησες όμως ποτέ για όλ’ αυτά· κύριε Ice! Ούτε όταν το βιβλίο έγινε best seller, ούτε όταν πέθανε η Καραπάνου, ούτε μετά· όταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γινόταν λόγος γι’ αυτήν. Τόσα χρόνια επέλεξες την απόλυτη σιωπή.

Τι πιο φυσικό; Να τρέχω δηλαδή και να λέω· ξέρετε, εγώ είμαι ο Ice; Και να με κοιτούν με μισό μάτι, κουτσομπολεύοντας πίσω απ’ την πλάτη μου; Να με ρωτούν ροζ ερωτήσεις· κι εγώ να είμ’ υποχρεωμένος ν’ απαντώ; Μα δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Άσε που δεν ήμουν ο Ice…

  • Πώς δεν ήσουν ο Ice; Αφού σε κατονομάζει συγκεκριμένα: «Στον Ice Αλέξανδρο Αδαμόπουλο»…

Αυτό ήταν ένα θέμα. Το είχαμε συζητήσει και το είχε καταλάβει· εκ των υστέρων όμως… Διότι ο ψυχίατρος Ice, όπως περιγράφεται στο βιβλίο, είναι και εραστής τής ηρωίδας, ενώ εγώ ουδέποτε είχα τέτοιου είδους σχέση με τη Μαργαρίτα. Ένας λόγος πάρα πάνω λοιπόν, να μην ασχοληθώ καθόλου με τη δημοσιότητα τού «ΝΑΙ». Εκείνη την εποχή μα κι όλα αυτά τα χρόνια, είχα και έχω ένα σωρό άλλα δικά μου πράγματα να κάνω: Τότε εκδόθηκαν τα «Ψέματα πάλι». Τότε μεταφράστηκαν τα «Δώδεκα και ένα ψέματα» στα γερμανικά και σχεδόν ταυτόχρονα στα τουρκικά. Το 2001 παρουσιάστηκαν στην έκθεση βιβλίου τής Φρανκφούρτης. Λίγο μετά εκδόθηκαν στο Παρίσι, και παρουσιάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη· όπου με κάλεσαν και δίδαξα στο Πανεπιστήμιο τού Βοσπόρου τα δύο επόμενα χρόνια. Τι να έκανα· να τριγυρνώ εδώ κι εκεί μηρυκάζοντας και εξηγώντας αν είμαι ή δεν είμαι ο Ice;

  • Σωστή στάση, δε λέω· και αναμενόμενη, απ’ όσο σε ξέρω τόσα χρόνια.

Το αστείο τής εποχής εκείνης ήταν με την κυρία Μάνια τής ‘Εστίας’· με την οποία είχαμε πολύ ζεστή επικοινωνία και η οποία είχε την απολύτως θεμιτή περιέργεια να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε. Κι όλο ρωτούσε -πολύ διακριτικά είν’ η αλήθεια- με κάποιες σπόντες και με αστειάκια, προσπαθώντας να εκμαιεύσει μια συγκεκριμένη απάντηση· γιατί εγώ όλο ξεγλιστρούσα παίζοντας τη γάτα με το ποντίκι. Και κόντεψε να πνιγεί απ’ τα γέλια όταν μια μέρα, στο γραφειάκι της, άρχισα να τής λέω χειρονομώντας θεατρικά, όρθιος μπροστά της, πως το θέμα το έλυσε οριστικά ένας φίλος που εμπορευόταν σταμπωτά μπλουζάκια στην Ύδρα: Θα μού έφτιαχνε λοιπόν, υποτίθεται, κάμποσα από δαύτα που θα έγραφαν στη μπροστινή μεριά, πάνω στο στήθος: «Yes I am Ice» και πίσω, στην πλάτη μου: «But I don’t fuck Margarita» Ακόμα τη βλέπω και την ακούω να γελά, την κυρία Μάνια.

  • Ωραίο! Και τι άλλαξε κι αποφάσισες να βγάλεις το βιβλίο;

Ας μιλήσουμε λοιπόν για το βιβλίο, που με πολλήν αγάπη, έχει εκδώσει ο φίλος Γιώργος Χρονάς. Ας μιλήσουμε αυτοτελώς για «Τα όχι τού ΝΑΙ»: Γιατί όσο έχει σχέση το βιβλίο με τη Μαργαρίτα και με το «ΝΑΙ», τότε· άλλο τόσο μπορεί και να μην έχει και να λειτουργεί αυτοτελώς.

  • Βρίσκεις δηλαδή, πως μπορεί να διαβαστεί από κάποιον που δεν έχει διαβάσει το ‘ΝΑΙ’;

Προφανώς! Και δεν είναι δικιά μου γνώμη αυτό. Έτσι γίνεται ήδη: Σχεδόν κανείς απ’ όσους έχουν διαβάσει αυτές τις μέρες «Τα όχι τού ΝΑΙ» δεν έχει διαβάσει το «ΝΑΙ» Πες το απλή σύμπτωση αν θες· αυτή είν’ η αλήθεια όμως. Η ουσία είναι πως το κείμενο λειτουργεί μόνο του· αυτοτελώς, όπως είπα πριν.

  • Ενδιαφέρον, αλλά πώς γίνεται αυτό· αφού αναφέρεται σε κάτι άλλο, συγκεκριμένο;

Ακριβώς όπως λειτουργούμε κι εμείς τώρα: Αν λέμε ζωντανά κι ωραία πράματα μάς διαβάζουν και μάς παρακολουθούν· αν όχι, έχουν ήδη φύγει κι είν’ αλλού!

  • Σωστό αυτό!

Μια φίλη βρήκε σ’ ένα ράφι τής βιβλιοθήκης μου, χειρόγραφο «Τα όχι τού ΝΑΙ» -το τελευταίο μου χειρόγραφο· μετά ήρθε ο υπολογιστής- και πρώτη εκείνη το ξαναδιάβασε ύστερ’ από κάμποσα χρόνια. Όχι μόνο δεν είχε διαβάσει το «ΝΑΙ», μα δεν είχε την παραμικρή ιδέα για όλη την παραφιλολογία γύρω απ’ αυτό. Διάβασε όμως το χειρόγραφο με κομμένη την ανάσα. Το βρήκε τρομερά ζωντανό, πολύ ακριβές και πολύ κοντά σ’ όσα έχουν σχέση με τη μανιοκατάθλιψη, που την εγνώριζε καλά από κάποιους οικείους της. Εκείνη επέμενε να το ξανακοιτάξω. Σ’ εκείνην το  χρωστώ· κι ας μη θέλει να την αναφέρω καν: Είναι το κατεξοχήν υπόδειγμα αναγνώστη, που ενώ δεν είχε καμία άμεση σχέση με τα γεγονότα και με την ατμόσφαιρα τής εποχής εκείνης, διάβασε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο στον παρόντα χρόνο· ξεκομμένο απ’ οτιδήποτε άλλο. Έτσι μ’ ενδιαφέρει κι εμένα να λειτουργεί το κείμενο: Σαν ένα φρέσκο, σημερινό, τωρινό βιβλίο.


©[Φωτογραφία 50×60: “For Alexander-Ice a melancholic look, for eternity… 7/5/99 βy David Hamilton. Μαργαρίτα”]

  • Δεν μπορεί όμως, να το δει κανείς κι εντελώς αποκομμένο από την αρχική πηγή του…

Αν σώνει και καλά, κάποιος που ξέρει πρόσωπα και πράγματα, συσχετίζει το βιβλίο μ’ εκείνη την εποχή και μ’ εκείνους τους ανθρώπους· καμία αντίρρηση: Είναι απόλυτα ειλικρινές. Εμένα πάντως μ’ ενδιαφέρει, κάποιος να μπορεί να πάει απ’ το ειδικό και συγκεκριμένο, στο γενικό και αφηρημένο: Πράγματι στο βιβλίο μιλά η Μαργαρίτα Καραπάνου με τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο. Ένας άσχετος τρίτος όμως
μπορεί να διαβάσει πώς κουβεντιάζουν μεταξύ τους δυο στενοί φίλοι. Ακριβώς όπως στη φωτογραφία τού εξωφύλλου: Μπορεί όποιος ξέρει και θυμάται, να βλέπει την Μαργαρίτα Καραπάνου με τη μητέρα της, τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Αλλά την ίδια στιγμή, και κάποιος που δεν ξέρει τίποτε, μπορεί αμέσως να δει μιαν όχι και τόσο ισορροπημένη σχέση δύο ενηλίκων ατόμων…

  • Δεν παύει όμως να είναι η δική σου μαρτυρία, για άλλους δυο συγγραφείς…

Ε ναι· πώς αλλιώς; Το αντίθετο θα ήταν ολότελα ψεύτικο. Δηλαδή τι· να έβαζα ψευδώνυμα; Να κάνουμε χορό μεταμφιεσμένων; Προφανώς είν’ ένα χρονικό παρμένο μες απ’ τη δική μου ζωή.

  • Και γιατί μιλάς για χρονικό μιας άρνησης;

Γιατί αυτό έβλεπα τότε μπροστά μου, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Αυτή νομίζω είναι η τελική, μελαγχολική σούμα τού βιβλίου· ένα μεγάλο όχι, σε όλα. Αλλά και τώρα πια· μέρα τη μέρα όλο και περισσότερο πείθομαι πως η άρνηση είναι το κυρίαρχο στοιχείο τής ζωής μας· αιώνες τώρα. Κι ακόμα, έχω την αίσθηση πως αυτός που καταφάσκει, καταφάσκει πάντα· όπως κι εκείνος που αρνιέται, αρνιέται πάντα. Οπωσδήποτε όμως· ‘το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον· το Ναι το φιλάνθρωπον, το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός’, που λέει ο Παπαδιαμάντης, δεν ακούγεται και τόσο συχνά. Καθόλου συχνά. Και μην ξεχνάμε: ‘Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει…’

  • Κι όμως τον καταβάλλει το όχι εκείνο -το σωστό- εις όλην την ζωή του…

Σίγουρα· αυτό είναι βέβαιο…

  • Αλέξανδρε σ’ ευχαριστώ· φτάνει ως εδώ…

Να’ σαι καλά φίλε Νίκο· κι εγώ σ’ ευχαριστώ!

The following two tabs change content below.
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή