Στον τόπο που χτυπήθηκε και έπεσε ο Άλκης.

Ο σπαραγμός του αδικαίωτος ακόμα: ''Σας παρακαλώ, μη με χτυπάτε άλλο!...''

by ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΤΖΙΟΛΑΣ
  • ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΤΖΙΟΛΑΣ

Παρασκευή, πρωί, 18 Φεβρουαρίου, με την καρδιά σφιγμένη, φορτωμένος σκέψεις και βαριά ψυχολογία ξεκίνησα για το τόπο της δολοφονίας του Άλκη… Ήταν αρκετά πρωί και βρήκα επί της Νικολάου Πλαστήρα και παρκάρισα. Κρατούσα στο χέρι μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Το είχα διαλέξει να μην είναι ολάνοιχτο, να είναι τα κόκκινα φύλλα του απανωτισμένα σφιχτά, σκέφτηκα ότι πρέπει να σηματοδοτεί τη ζωή του 19χρονου Άλκη, που ήταν ένα τριαντάφυλλο που μόλις άνοιγε στη ζωή του, σφιχτό, ολοζώντατο, να ανοίγει μέρα- μέρα στο φως και τον ήλιο…

Έπιασα την αριστερή πλευρά, στο πεζοδρόμιο και κατηφόρισα. Άκουσα το πρώτο σχολικό κουδούνι, πίσω, προς το οικοδομικό τετράγωνο, στ΄ αριστερά μου, φωνές και βουή παιδιών από το 4ο Γυμνάσιο Χαριλάου, που έτρεχαν να μπουν στις γραμμές τους για να περάσουν στις αίθουσες… Οι φωνές των παιδιών με οδηγούν πάντα σ΄ έναν άλλο κόσμο, κι έτσι για λίγο, κάπως ξέφυγα, και μάλλον αμυδρά χαμογέλασα… Όμως, σε λίγο, έφτανα!
Νικολάου Πλαστήρα και Θεοδώρου Γαζή, γωνία!
Φτάνω στην απάνω γωνία, με το κεφάλι σκυμμένο, το δεξί μου χέρι έχει ιδρώσει καθώς σφίγγει το μίσχο του τριαντάφυλλου. Βουτηγμένος στη θλίψη, περίλυπος, στέκομαι για να ελέγξω την κίνηση και να περάσω απέναντι.
Σηκώνω το κεφάλι μου, κοιτάω μπροστά και μένω, εκεί, καρφωμένος!
Στην αρχή της Θεοδώρου Γαζή, μια τοιχογραφία πολύχρωμη κι αλλόκοτη, απλωμένη μπροστά μου, με καθηλώνει! Δεν μπορείς να προχωρήσεις!…


Ένας πλατύς, πολυσύνθετος πίνακας, ένας πίνακας γεμάτος νοήματα κι αποχρώσεις, θανάτου, πόνου, οργής, λύπης και απώλειας, αλλά και λόγων τιμής, άσβεστης κι ανυποχώρητης. Γεμάτος, όμως, χρώματα! Από λουλούδια, μπουκέτα, πράσινα φύλλα, αθλητικές φανέλες, συνθήματα στο πεζοδρόμιο και σε χαρτόνια, φύλλα τετραδίων, κομμάτια χαρτιών με ποιήματα και μ΄ ευχές καλοτάξιδες, τυπωμένα λόγια για δικαιοσύνη και φιλία, σημειώματα εξομοληγητικά, ζωγραφιές από χέρια νεανικά και άλλοτε συμπονετικά, πολλά κεριά και κόκκινα, κόκκινα φαναράκια να φέρνουν με τις φλόγες τους κύματα-κύματα τη μνήμη του χαμού και την αναλαμπή μιας ελπίδας αχνής. Λίγο πιο ψηλά, φτιαγμένη και καρφωμένη από χέρι -που ήταν χιλιάδες χέρια- η νέα ονομασία της οδού: Άλκη Καμπανού
(Πιστεύω να το είδαν και να το κατάλαβαν στην Βασιλέως Γεωργίου 1, όπου και το δημαρχείο της μοιραίας τούτης πόλης, ώστε να μη διαμαρτύρονται για τον μνημειώδη τίτλο του Μάρκ Μαζάουερ: ”η πόλη των Φαντασμάτων”. Όσο για τον επονομαζόμενο ”Θεσσαλονικεύς ή Thessalonicensis”, ουμανιστή, λόγιο και μεταφραστή του Αριστοτέλη του 15ου αιώνα, τον σημαντικό, αλήθεια, Θεόδωρο Γαζή, με τη σημερινή ονομασία της οδού, μπορεί ασφαλώς να επιλεγεί μια άλλη θέση-οδός στην πόλη)…
Στον τόπο της σφαγής ένα ήπιο άρωμα πλανιόταν απ΄ τα λουλούδια, πολλά απ΄τα οποία άρχισαν να μαραίνονται (δεκαπέντε σχεδόν μέρες μετά το Κακό…). Μια κυκλωτική ανεπαίσθητη μυρωδιά απ΄ τα κεριά και τα φαναράκια σε στριφογύριζε βοηθώντας τη μνήμη σου…


Φαναράκια, εκατοντάδες αναμμένα φαναράκια -για να βεβαιώνουν ότι η ψυχή του Άλκη είναι η φλόγα τους που καίει, που λάμπει, που ζει… Λουλούδια, εκατοντάδες λουλούδια -όπου το κόκκινο (σαν αίμα) και το άσπρο (σαν τη νεανική αθωότητα κι αρετή) κυριαρχούν, για να βεβαιώνουν ότι το αίμα είναι για τη ζωή και για να θρέφει το Όνειρο, κι ότι η αθωότητα όσο λείπει, άλλο τόσο θα μάχεται, κι η αρετή όσο χάνεται άλλο τόσο θα επιζητείται.
Ψηλά, δεξιά, ένα επιτυχημένο πορτραίτο του Άλκη, φιλοτεχνημένο με χτυπητά χρώματα του κίτρινου, του μωβ, του μπλε, του κόκκινου και του μαύρου, παραπέμπει σε πορτραίτο του Τσε, δημιουργώντας ισχυρά συναισθήματα σ΄ έναν τόπο θυσίας. Καθώς ο Άλκης στην πιο διαδεδομένη φωτογραφία του έχει το βλέμμα του ονειροπόλο, γεμάτο προσδοκία, στραμμένο αριστερά προς το μέλλον, το πορτραίτο του αυτό που τον αναπαριστά, αποκτά έναν βαθύ συμβολισμό με στοιχεία ανθρωπισμού, ελπίδας και αλληλεγγύης. Μηνύματα στο αντίποδα της δολοφονίας του, η οποία (δολοφονία) υπογραμμίζει ακριβώς τη θανατική κατάργηση τους, και του ανθρωπισμού, και της αλληλεγγύης, και της ελπίδας.
Γονάτισα στο πλακόστρωτο του πεζοδρομίου, το δεξί μου γόνατο ακούμπησε στο γραμμένο στις πλάκες σύνθημα με μαύρο μαρκαδόρο ”ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΛΚΗ”. Άφησα με χέρι σταθερό το κόκκινο τριαντάφυλλο.
Ξαφνικά οι εικόνες απέναντι μου, μπροστά μου θόλωσαν. Ένα υγρό διάφανο πέπλο απλώθηκε στα μάτια μου, γλιστρώντας μέσα στην πρωινή υγρασία στο πρόσωπό μου…
Και τότε, χωρίς καμμιά ευκρινή εξωτερική εικόνα, μ’ ένα νέφος σχεδόν γύρω μου, βλέποντας μέσα μου με τα μάτια που έχουμε μόνο για αυτήν την περιοχή του είναι μας, σε τέτοιες στιγμές, χαιρέτησα τον Άλκη και έδωσα υπόσχεση!!… Στάθηκα για δευτερόλεπτα στη θέση αυτή ακίνητος, πετρωμένος.
Ύστερα, σηκώθηκα.
Αδέξια, πέρασα το χέρι μου που πριν κρατούσε το τριαντάφυλλο από το σκηνικό των ματιών μου τραβώντας το διάφανο πέπλο που επέμεινε πάντως να κάνει εκεί κατοχή…
Ανάσανα βαθιά.
Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά δεξιά προς το πορτραίτο του Άλκη κι ύστερα στο συννεφιασμένο ουρανό.
– Κύριε Τζιόλα, καλημέρα!… Ήρθατε, εδώ, λοιπόν. Δεν έχω λόγια για σας…
Μια φωνή τρεμάμενη, ανθρώπου μεγάλης ηλικίας με έφερε πίσω στον τόπο της θυσίας.
– Καλημέρα σας, αποκρίθηκα αμήχανα, στρεφόμενος προς τον ηλικιωμένο άνδρα. Ναι, ήρθα, όπως και δεκάδες άλλοι, όπως κι εσείς, απάντησα…


Πιάσαμε μικρή, πικρή κουβέντα. Ο κυρ -Κώστας με ήξερε καλά από παλιότερα, από την πολιτική μου πορεία και δράση. Επιτροχάδην ανέφερε πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα… Συνεννοηθήκαμε. Ήταν σκασμένος με όλο τούτο το Κακό στην ευρύτερη γειτονιά του κι ήθελε κάπου ν΄ ακουμπήσει τον πόνο, την απογοήτευση του, τη θλίψη του. Όσο τον άκουγα τόσο γινόταν κι ο δικός μου πόνος μακρόσυρτος, αλλά η κουβέντα βοηθούσε οπωσδήποτε τον κυρ- Κώστα, που κάθε τόσο έβγαζε έναν στεναγμό σαν ν΄ απελευθερώνονταν. Τον άφησα να μου μιλήσει χωρίς πολλές δικές μου διακοπές….
Πριν φύγει, έπιασε και τα δυο μου χέρια, ένιωσα την ταραχή του στο σφίξιμο, τα μαύρα μάτια του βούρκωσαν, με κοίταξε βαθιά, σαν έτοιμος για μια μεγάλη στιγμή και μου είπε:
– Τώρα, θα φύγω (εννοούσε από τον τόπο της συνάντησής μας)… Κι απ΄ τη ζωή θα φύγω σύντομα. Εγώ, ναι, να φύγω, ο μικρός ετούτος γιατί;… γιατί;… Όμως, στο λέω, σύντροφε, κι εγώ παγιδεύτηκα. Έπρεπε να μην τους αφήσω να εκμεταλλευτούν την καταγωγή μου, να μην πέσω στη δική τους εμπορική κόντρα. Είμαι Πόντιος και περήφανος, κι έπρεπε να τους ξεκαθαρίσω: ”Σ’ όλα τα γήπεδα είμαστε φίλοι, αδέρφια και συναγωνιστές. Οι εχθροί είναι εκεί πέρα, έξω, τα σωθικά μας φάγανε, μπορείτε να τους νικήσετε… 100 χρόνια, μετά, μπορείτε να τους νικήσετε;; (εννοούσε μετά την Μικρασιατική Καταστροφή)… ” Άφησε τα χέρια μου, έσκυψε το κεφάλι, γύρισε με κατεύθυνση προς τον Κήπο του Καλού και έφυγε…
Συνέχισα να διαβάζω τα γραμμένα μηνύματα, τα σημειώματα άγνωστων μητέρων, τις δημόσιες εξομολογήσεις για την αδιαφορία και την ανοχή, την οργή για τη δικαιοσύνη που αργεί για τη ΄΄δικαιοσύνη΄΄ που δεν υπάρχει, την ανάγκη για φιλία και ενότητα, τον εξορκισμό της βίας και των εκβιασμών…
Το κουδούνι ξαναχτύπησε.
Διάλλειμα απέναντι στο 4ο Γυμνάσιο. Γύρισα κι είδα την αυλή γεμάτη παιδιά, αγόρια, κορίτσια… Τρέχαν, βαδίζαν δίπλα-δίπλα, αγκαλιάζονταν, γελούσαν. Σαν από το προσκλητήριο ζωής, η οποία (ζωή) στα πρόσωπα των παιδιών κυκλοφορούσε εκεί, ωραία και σφριγηλή, άφησα ασυναίσθητα τον τόπο του θανάτου, της σφαγής και πέρασα απέναντι, έξω από τα κάγκελα της σχολικής αυλής…
Εκεί με κατέκλυσαν άλλα, τώρα, λουλούδια! Φτιαγμένα με χαρτί, ζωγραφισμένα στα πιο φανταχτερά χρώματα, διακοσμημένα, με γραμμένα απάνω τους συνθήματα: για τον αθάνατο Άλκη, ενάντια στη βία, για τη φιλία, για το διάλογο, για την αλληλεγγύη, για τη δίκαια κοινωνία. Σαν μια ατέλειωτη παράταξη μικρών σημαιών, δεμένα στα κάγκελα του Γυμνασίου, από τη μια μεριά μέχρι την άλλη.
Πλησίασα πιο πολύ στα κάγκελα της αυλής και απευθύνθηκα με ευγένεια, αφού καλημέρισα, δυο μαθητές, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ήταν ο Γιάννης και η Ελένη, συμμαθητές.
– Ξέρετε, ασφαλώς, τί έγινε εδώ, ρώτησα μετά από λίγο το Γιάννη και την Ελένη.
Ασφαλώς και γνωρίζανε και η περιγραφή τους ήταν συγκλονιστική…
– Υπάρχει κάτι που εσείς έχετε να πείτε και κάτι που εσείς έχετε να κάνετε για όλο αυτό, ρώτησα, καθώς ο χρόνος του διαλείμματος τελείωνε και τα παιδιά έπρεπε να γυρίσουν στις αίθουσες.
– Ναι, μου απάντησαν σχεδόν με μια φωνή.
Να είμαστε φίλοι, να είμαστε ενωμένοι, να έχουμε προτιμήσεις αλλά ποτέ έχθρα, ποτέ βία. Να κάνουμε διάλογο και να βρίσκουμε σωστές και δίκαιες λύσεις. Και η Πολιτεία, μου λένε δυνατά, η κυβέρνηση και όλα τα Όργανά να πράττουν το Καθήκον τους απέναντι στην Κοινωνία και τη Νεολαία αυτούς εκπροσωπούν τους πολλούς κι όχι τους λίγους!
Προχώρησα, ανατολικά, γεμάτος, μετά τον σύντομο αλλά ουσιώδη διάλογο με τα δύο παιδιά, με άλλες, τώρα, σκέψεις και προβληματισμούς…
Όταν έφτασα πίσω στο αυτοκίνητο, άνοιξα το κινητό και ξαναδιάβασα ό,τι είχα γράψει την επομένη της δολοφονίας του Άλκη. Έγραφα:
” Για να μην υπάρξει άλλος Άλκης!…
Αφήστε πια αυτό το θέατρο της ”καταδίκης”, των ψεύτικων ”θρήνων” και της πληρωμένης τηλεοπτικής ”θλίψης”.
Αφήστε πια τις …αστυνομικές επιτυχίες και την … παραδειγματική τιμωρία της δικαιοσύνης.
Ξέρετε τι πρέπει, επιτέλους, να γίνει.
Να το ξαναπούμε.
– Μόνο αν ”πονέσουν” οικονομικά -αν νιώσουν πραγματική οικονομική ασφυξία- οι ολιγάρχες και τα περί αυτών ”συστήματα΄΄, για τα μαγαζιά τους, των ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων τους (ΠΑΕ κ.ά.), που είναι όλα τους προβληματικά, χρεοκοπημένα, ανασφαλή και κρατικοδίαιτα. Μόνο τότε θα αναγκασθούν οι ίδιοι να μπουν σε άλλο δρόμο, να ξηλώσουν τα ”άντρα” τους, να καταλάβουν ότι υπάρχει μόνο ένας δρόμος -αντίθετος μ΄ αυτόν που ακολουθούν: της κανονικότητας, της νομιμότητας. Και στο ίδιο μήκος κύματος, αν χάσουν κάθε ευρωπαϊκή και διεθνή διοργάνωση.
– Μόνο αν η Δικαιοσύνη και η περί αυτήν μηχανισμοί (Αστυνομία, κ.ά.) σταματήσουν αυτό το γαϊτανάκι των μεταθέσεων, των ”συνεργασιών”, των αναβολών, της συσχέτισης με δόλια κέντρα.
– Μόνο αν οι πολίτες που αγαπούν τον αθλητισμό (όχι μόνο οι φίλαθλοι) απέχουν από κάθε αθλητικό γεγονός ομάδας και σωματείου που λειτουργεί με στενά επιχειρηματικά κριτήρια. Αν όλοι οι πολίτες πάψουν να χρηματοδοτούν ό,τι ελληνικό κερδοσκοπικό έχει σχέση με Ελληνικό Ποδόσφαιρο (Γήπεδα, Στοίχημα, Εφημερίδες, Τηλεοπτικές πλατφόρμες, Διαφημιστικά είδη, κ.ά.). Αν την οικονομική ασφυξία την επιβάλλουν και οι ίδιοι οι πολίτες, με σύνθημά τους: ”Φτάνει πια. Δεν πληρώνουμε πλέον το ποδόσφαιρο της απάτης και των εγκλημάτων!”
– Μόνο αν η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα αποφασίσει και το τραβήξει μέχρι τέλους -αυτό σημαίνει μηδενική ανοχή- να τελειώνει μ΄ αυτή την κατάσταση απερίγραπτης ανομίας που γεννά παραβατικούς, που διακινεί ναρκωτικά, που διαπαιδαγωγεί μπαχαλάκηδες, που καταστρέφει χαρακτήρες, που μαζικοποιεί τη βία, που εκπαιδεύει δολοφόνους.
Και κάτι ακόμα, όχι τελευταίο:
Να μιλάτε στα παιδιά (όλοι -δάσκαλοι, καθηγητές, πατεράδες, μητέρες, αδέρφια). Να τους δείχνετε δρόμο, συνεργασία, αλληλεγγύη, φιλία, αγάπη, Πολιτισμό. Φτάνει πια με τη βία, τη σύγκρουση, την αναμέτρηση. Σταματήστε αυτή την πλημμύρα μίσους…
Και, τα κανάλια της παρακμής και της κατάπτωσης: όχι άλλο… δίλεπτο θρήνο. Κάντε το αντίθετο απ΄ αυτό που συνηθίσατε: λιγότερο αίμα, περισσότερο θετικό παράδειγμα.
Έτσι καθορίζονται και οι ευθύνες.
Έτσι, μόνο, μπορεί να δικαιωθεί και να είναι κι ο τελευταίος νεκρός, ο 19χρονος Άλκης, που δολοφονήθηκε, σπαράζοντας:
”Σας παρακαλώ, μη με χτυπάτε άλλο…”!
3 Φεβρουαρίου 2022.”
Έκλεισα το κινητό.
Τίποτα, ακόμα, από όλα αυτά μονολόγησα…
Συνεχίζουμε, λοιπόν!!
…………………………………………
Άλκη, θα συνεχίσω!
20 Φεβρουαρίου 2022
[*** Οι φωτογραφίες από τον τόπο της δολοφονίας του Άλκη και το απέναντι συγκρότημα σχολικών κτιρίων, 18.2.2022]

The following two tabs change content below.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΤΖΙΟΛΑΣ

Ο Ελευθέριος Τζιόλας είναι Χημικός Μηχανικός, Ελεύθερος επαγγελματίας, Συγγραφέας, με σαρανταπεντάχρονη παρουσία και συμμετοχή στο προοδευτικό κίνημα, εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού ''e-Δίαυλος'', π. Υφυπουργός και Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και ηγετικό του στέλεχος, τ. Αναπληρωτής Νομάρχης Θεσσαλονίκης, πρώτος μεταδικτατορικός Πρόεδρος της ΦΕΑΠΘ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή