Θρησκεία και επιστήμη

by Times Newsroom 1
Share this
  • Του ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

Υπάρχει πράγματι ένας ανυπέρβλητος αντίλογος ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη; Είναι δυνατόν η θρησκεία να ξεπεραστεί από την επιστήμη; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα έχουν, αιώνες τώρα, προκαλέσει μεγάλη συζήτηση και, παγματικά, οξεία διαμάχη. Εντούτοις, στο δικό μου μυαλό δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι και στις δυο περιπτώσεις μια μετριοπαθής σκέψη μόνο σε αρνητική απάντηση μπορεί να οδηγήσει. Ό,τι περιπλέκει την τελική λύση ωστόσο, είναι το γεγονός ότι ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι πρόθυμα συμφωνούν πάνω στο τι σημαίνει “επιστήμη”, είναι ενδεχόμενο να διαφωνήσουν πάνω στην έννοια της “θρησκείας”.

Ως προς την επιστήμη, μπορούμε λοιπόν να την ορίσουμε για την περίπτωση σαν “τη μεθοδική σκέψη που προχωρεί προς την κατεύθυνση της ανακάλυψης των οργανικών σχέσεων ανάμεσα στις αισθησιακές μας εμπειρίες”. Η επιστήμη σαν άμεσο αποτέλεσμα παράγει γνώση και, έμμεσα, τρόπους δράσης. Οδηγεί προς τη μεθοδική δράση αν τεθούν εκ των προτέρων ορισμένοι σκοποί. Γιατί το έργο της θέσεως σκοπών και της εγκρίσεως απολογισμών του τιμήματος ξεπερνάει τα όρια της δικαιοδοσίας της. Ενώ είναι αλήθεια ότι η επιστήμη, στο βαθμό της κατανόησης των αιτιωδών της σχέσεων, μπορεί να επεκταθεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα ως προς το συμβιβάσιμο και το ασυμβίβαστο των σκοπών και των αποτιμήσεων, οι ανξάρτητοι και θεμελιώδεις ορισμοί που αφορούν τους σκοπούς και τα τιμήματα παραμένουν έξω απ’ το επιστημονικό πεδίο.

Όσο για τη θρησκεία απ’ την άλλη μεριά, είναι γενικά παραδεγμένο ότι φέρεται προς σκοπούς και αποτιμήσεις και, σε γενικές γραμμές, προς τη συγκινησιακή βάση τη ανθρώπινης σκέψης και πρακτικής, όσο αυτές δεν προκαθορίζονται απ’ τον αναλλοίωτο κληρονομικό χαρακτήρα του ανθρώπινου γένους. Η θρησκεία ενδιαφέρεται γενικά για την ανθρώπινη συμπεριφορά απ’ την άποψη του ήθους, για το στερέωμα των ιδεών της προσωπικότητας και της κοινοτικής ζωής, και για την αμοιβαία ανθρώπινη σχέση. Αυτές τις ιδέες η θρησκεία επιχειρεί να τις πραγματώσει με την άσκηση μιας διαμορφωτικής επιρροής πάνω στην παράδοση και διαμέσου της ανάπτυξης και της διάδοσης ορισμένων εύκολα προσιτών σκέψεων και διηγήσεων (επικών και μυθικών), που είναι ικανές να κατευθύνουν αποτίμηση και δράση πάνω στις γραμμές των αποδεκτών ιδεών.

Αυτό το μυθικό ή μάλλον συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων, είναι εκείνο που πιθανόν έρχεται σε διαμάχη με την επιστήμη. Τούτο συμβαίνει κάθε φορά που το θρησκευτικό αυτό βάθρο των ιδεών περιέχει δογματικά αμετακίνητες θέσεις πάνω σε αντικείμενα που ανήκουν στη δικαιοδοσία της επιστήμης. Έτσι, είναι ζωτικής σημασίας για τη διάσωση της αληθινής θρησκείας το ότι τέτοιες διαμάχες μπορούν να ξεπεραστούν όταν δημιουργούνται για αντικείμενα που, στην πραγματικότητα, δεν είναι θεμελιώδη για την πραγμάτωση των θρησκευτικών σκοπών.

Όταν μελετήσουμε τις διάφορες υπάρχουσες θρησκείες ως προς το βασικό τους περιεχόμενο, παραβλέποντας δηλαδή τους μύθους τους, δεν μου φαίνεται πως διαφέρουν τόσο βασικά η μια από την άλλη όσο οι ιδρυτές της “σχετικοκρατικής” ή συμβατικής θωρίας θέλουν να πιστεύουν. Κι αυτό δεν είναι για κανένα λόγο εκπληκτικό. Γιατί η ηθική συμπεριφορά ενός λαού που θρησκεύεται πρέπει πάντα ν’ αποβλέπει στο να προστατεύει και να προάγει την υγεία και τη ζωτικότητα της κοινότητας και των μελών της, αφού διαφορετικά αυτή η κοινότητα προορίζεται να χαθεί. Ένας λαός που θα τιμούσε την ψευτιά, τη συκοφαντία, την απάτη, και το φόνο, θα ήταν ανίκανος, αλήθεια, να διατηρηθεί για πολύ καιρό.

Όταν αντιμετωπίζουμε μια ειδική περίπτωση, οπωσδήποτε δεν είναι εύκολη δουλειά να ξεκαθαρίσουμε τι είναι επιθυμητό και τι θα μπορούσε να είναι απευκταίο, ακριβώς όπως βρίσκουμε δύσκολο ν’ αποφανθούμε τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει την καλή ζωγραφική ή την καλή μουσική. Είναι κάτι που γίνεται αισθητό πιο εύκολα με τη διαίσθηση παρά με την ορθολογιστική κατανόηση. Παρόμοια, οι μεγάλοι ηθικοδιδάσκαλοι της ανθρωπότητας υπήρξαν, κατά κάποιο τρόπο, καλλιτεχνικές ιδιοφυίες πάνω στην τέχνη της ζωής. Κοντά στα πιο στοιχειώδη παραγγέλματα τα άμεσα αιτιολογημένα απ’ την προάσπιση της ζωής και την περιστολή του περιττού πόνου, υπάρχουν κι αλλα στα οποία, αν και είναι είαι προφανώς όχι και τόσο ανάλογα σε μέγεθος με τα βασικά παραγγέλματα, αποδίδουμε εντούτοις σημαντική βαρύτητα. Θα πρέπει π.χ. η αλήθεια να αναζητείται άνευ όρων ακόμη και κει που η δυνατότητα προσέγγισης και η πραγμάτωσή της, θα επέβαλλαν δυσβάσταχτες θυσίες μόχθου και ευτυχίας; Υπάρχουν πολλά τέτοια ερωτήματα που, με τη λογική θεώρηση, δεν μπορούν να λυθούν εύκολα ή δεν μπορούν να λυθούν ολοκληρωτικά. Πέρ’ απ’ αυτά δεν νομίζω ότι η αποκαλούμνη “σχετικοκρατική” θεώρηση είναι σωστή, ακόμη και όταν αναφέρεται στις πιο λεπτές ηθικές αποφάσεις.

Όταν ρίξει κανείς μια ματιά στις συνθήκες ζωής της σημερινής πολιτισμένης ανθρωπότητας από την άποψη ακόμη και των πιο στοιχειωδών θρησκευτικών επιταγών, θα πρέπει να δοκιμάσει ένα αίσθημα βαθιάς και οδυνηρής απογοήτευσης για ό,τι βλέπει. Γιατί ενώ η θρησκεία παραγγέλνει την αδελφοσύνη στις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και στις ομάδες, το σημερινό θέαμα μοιάζει πιο πολύ με πεδίο μάχης παρά με ορχήστρα. Παντού, τόσο την οικονομική όσο και στην πολιτική ζωή, το κατευθυντήριο αξίωμα είναι αυτό του χωρίς έλεος αγώνα για άνοδο σε βάρος των άλλων. Αυτό το ανταγωνιστικό πνεύμα επικρατεί ακόμη και στα σχολεία και καταστρέφει κάθε αίσθημα ανθρώπινης συναδελφότητσς και συνεργασίας, ερμηνεύοντας κάθε επίτευγμα όχι σαν προϊόν της αγάπης για την παραγωγική και στοχαστική δουλειά, αλλά σαν κάτι που ξεπηδάει απ’ την προσωπική φιλοδοξία και το φόβο του περιττού.

Υπάρχουν απαισιόδοξοι που υποστηρίζουν ότι μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαστικά σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση· αυτοί που προβάλλουν τέτοιες απόψεις είναι οι εχθροί της αληθινής θρησκείας, αφού υπονοούν μ’ αυτά ότι οι θρησκευτικές διδασκαλίες είναι ιδανικά ουτοπιστικά και ακατάλληλα να δώσουν χέρι βοήθειας στις ανθρώπινες υποθέσεις. Η μελέτη των κοινωνικών προτύπων σε κάποιες αποκαλούμενες αρχέγονες πνευματικές καλλιέργειες, φαίνεται πως έκανε αρκετά φανερό ότι μια τέτοια ηττοπαθής άποψη είναι εξ ολοκλήρου αδικαιολόγητη. Σε όποιον σκύβει πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα, τοσο αποφασιστικό για τη σπουδή της θρησκείας, συνστάται να διαβάσει την περιγραφή του Ινδιάνικου Πουέμπλο στο βιβλίο της Ρουθ Μπένεντικτ “Patterns of Culture”. Κάτω απ’ τις σκληρότερες συνθήκες ζωής, η φυλή αυτή πραγματοποίησε ολοφάνερα το δύσκολο έργο της απελευθέρωσης των μελών της από τη μάστιγα του ανταγωνιστικού πνεύματος και της καλλιέργειας μέσα τους μιας νηφαλιότητας, ενός συνεργατικού ήθους ζωής, ελεύθερης από εξωτερικό καταναγκασμό και δίχως κανένα όριο ευτυχίας.

Η ερμηνεία της θρησκείας, όπως ξετυλίχτηκε εδώ, υποδηλώνει μιαν εξάρτηση της επιστήμης από τη θρησκευτική στάση, μια σχέση που, στην επί το πλείστον πραγματιστική εποχή μας, είναι η μόνη που παραβλέπεται τόσο εύκολα. Ενώ είναι αλήθεια ότι τα επιστημονικά επιτεύγματα είναι τελείως ανεξάρτητα από θρησκευτικούς ή ηθικούςς στοχασμούς, τα άτομα στα οποία χρωστάμε τα μεγάλα δημιουργικά κατορθώματα της επιστήμης είναι όλα τους ποτισμένα με την αληθινά θρησκευτική πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος, ο κόσμος μας, είναι κάτι το τέλειο και πρόσφορο στην ορθολογιστική προσπάθεια για γνώση. Αν τούτη η πεποίθηση δεν ήταν μια δυνατά συναισθηματική πεποίθηση και αν οι αναζητητές της γνώσης δεν είχαν εμπνευστεί από το Ampr Dei Intellectuallis του Σπινόζα, δύσκολα θα αξιώνονταν εκείνη την ακούραστη αφοσίωση που μόνο αυτή κάνει τον άνθρωπο ικανό για τους μεγαλύτερους άθλους του.

Μετάφραση: Αντώνης Ελευθεριώτης

  • Πρώτη δημοσίευση: ΕΥΘΥΝΗ, Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού. Τεύχος 55, Ιούλιος 1976

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο θεμελιωτής της Θεωρίας της Σχετικότητας

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή