Το μεγαλείο της σημαίας

Η σημαία, ως αντικείμενο δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα κομμάτι υφάσματος, το οποίο να απεικονίζει κάποιο σχήμα ή έμβλημα, μιας και οι σημαίες, κατά γενική ομολογία, έχουν συμβολική σημασία.

by ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
  • ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Η σημαία όμως «δεν είναι απλώς τεμάχιον υφάσματος» όπως αναφέρει κάποια παλιά εγκυκλοπαίδεια αλλά ένα σύμβολο που ενσαρκώνει ένα σωρό συναισθήματα και που εμφανίζεται σε όλα τα πιθανά και απίθανα σημεία, από τα πεδία των μαχών μέχρι τα γήπεδα. Πώς είναι δυνατόν ένα ύφασμα να προκαλεί τόσο έντονες και φορτισμένες συναισθηματικές καταστάσεις, να συμβολίζει τόσα πολλά πράγματα, να εξάρει τόσο τον πατριωτισμό μας;

Η σημαία αποτελεί για όλα τα κράτη ένα σύμβολο, στο οποίο αποδίδεται ιδιαίτερη και πολλές φορές ανυπέρβλητη ευλάβεια: αποτελεί το υψηλότερο σύμβολο ενός κράτους, μιας και σε αυτό συμπυκνώνεται η ιστορία του, το παρελθόν του, το παρόν του, η προοπτική του στο μέλλον. Αυτός που την κρατάει, πρέπει να είναι και αποφασισμένος να την υπερασπιστεί με όλα τα μέσα, ακόμη και με τη ζωή του, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Πίσω από κάθε σύμβολο της σημαίας, πίσω από κάθε λουρίδα οποιουδήποτε χρώματος που την χαράζει, κρύβονται όνειρα, οράματα, μνήμες ηρωικών πράξεων, εκατόμβες νεκρών μαχητών. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν πίσω από μία σημαία όπως η Ελληνική, κρύβονται πλήθη μαχών για την ελευθερία, ακόμη  και η ελάχιστη προβολή της σε εποχές σκλαβιάς ή απειλής σκορπά ρίγη συγκίνησης που θυμίζουν την ιστορία, ξυπνούν τον ενθουσιασμό και αναθερμαίνουν τον πατριωτισμό.

Παράλληλα, μία σημαία αποτελεί σύμβολο της παρουσίας ενός λαού έξω από τα σύνορα του, είτε κυματίζοντας σε ιστούς διεθνών οργανισμών, είτε ορίζοντας θέσεις σε συνομιλίες και διαπραγματεύσεις γύρω από ένα τραπέζι συνομιλιών, είτε στολίζοντας μία στολή σε διεθνείς στρατιωτικές αποστολές.

Η απώλεια της σημαίας στη μάχη θεωρείται ασύλληπτη ντροπή, ενώ, αντίθετα, η απόκτηση σημαίας του εχθρού προκαλεί υπέρμετρη χαρά και ενθουσιασμό, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά τρόπαια.

Κανονικά, σημαίες υφίστανται μόνο εκεί που υφίστανται κράτη, όχι έθνη. Η σημαία είναι εξ ορισμού ένα σύμβολο που εκφράζει κάποιον λαό που ζει σ΄ ένα συγκεκριμένο τόπο και υποδηλώνει μια  κρατική οντότητα. Η σημαία δεν είναι εθνικό αλλά κρατικό σύμβολο. Τα έθνη δεν βρίσκουν την έκφρασή τους στη σημαία αλλά σε πολιτιστικά στοιχεία και συμβολισμούς όπως η γλώσσα, η θρησκεία και η εθνική συνείδηση. Κατά συνέπεια και η έναρξη ύπαρξης της ελληνικής σημαίας ταυτίζεται με την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, το οποίο ιδρύθηκε το 1830. Το ελληνικό έθνος προϋπήρχε της εποχής αυτής αλλά, όσο ήταν υπόδουλο, δεν διέθετε κράτος και φυσικά ούτε επίσημη σημαία. Όμως, η ιδιαιτερότητα του ελληνικού έθνους, το οποίο έχει μία κοινή θρησκεία, μία κοινή γλώσσα, κοινά ήθη και έθιμα και ένα μόνο κράτος, έχει καθιερώσει τη σημαία, όπως και τον εθνικό ύμνο, ως εθνικά σύμβολα, όσο και αν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική έννοια τους. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες της διασποράς χρησιμοποιούν την ελληνική σημαία για να δείξουν την ελληνικότητα τους, κάτι που δεν φαίνεται να συμβαίνει με τα άλλα έθνη, εκτός αν εξαιρέσουμε το Γαλλικό σε παλαιότερες εποχές και το Αγγλοσαξονικό, π.χ. στο γαλλόφωνο Κεμπέκ του Καναδά. Έτσι, ελληνική σημαία θα δούμε τόσο στη μητροπολιτική Ελλάδα, όσο πιο σε όλον τον μείζονα ελληνισμό, όπου και αν αυτός κατοικεί.

Οι σύγχρονες ελληνικές σημαίες εκδηλώνουν με σαφέστατο τρόπο την επιθυμία του νέου Ελληνισμού να πορευτεί προς το μέλλον στηριγμένο εξίσου σε δύο πυλώνες, την ορθόδοξη πίστη του και τον πατριωτισμό του. Η ύπαρξη του Σταυρού σε όλες ανεξαιρέτως τις σημαίες της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και σε εκείνες της ελεύθερης Ελλάδας, σε συνδυασμό με πατριωτικά σύμβολα, όπως οι εννέα ρίγες της ελληνικής σημαίας που παραπέμπουν στο «Ελευθερία ή θάνατος» ή και με αναγραφή προσφιλών κλασικών ρήσεων πάνω στη σημαία όπως «Εν τούτω νίκα»,  «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» κλπ δεν οφειλόταν μόνο στο βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων αλλά αποτελεί και μία προσπάθεια πνευματικού και πολιτιστικού ετεροπροσδιορισμού προς την τουρκική ημισέληνο, η οποία και αυτή κυριαρχούσε στις σημαίες των Οθωμανών.

Η τελική καθιέρωση της σημερινής ελληνικής σημαίας προέκυψε από την προσπάθεια των ηγετών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους να περιλάβουν στοιχεία και συμβολισμούς των σημαιών και των λαβάρων ακόμη και από την εποχή του Βυζαντίου. Δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα ιστορικά στοιχεία για τον τρόπο επιλογής αλλά και για εκείνους που πήραν τις τελικές αποφάσεις. Ίσως όλα αυτά να μην έχουν και ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει πως η ελληνική σημαία εκφράζει σήμερα όχι μόνο μία μακραίωνη ιστορική διαδρομή αλλά και μία εθνική και πνευματική ταυτότητα με την οποίαν ο σύγχρονος Ελληνισμός επιθυμεί να πορευτεί προς το μέλλον.

Πηγή: www.pemptousia.gr

The following two tabs change content below.

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Ο Ηλίας Λιαμής γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και άρχισε την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής. Το 2002 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο πεδίο της Νηπτικής Θεολογίας. Αμέσως μετά έγινες δεκτός ως υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Μουσικολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα τις σύγχρονες μουσικοπαιδαγωγικές μεθόδους. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές πήρες τα πτυχία πιάνου και ανώτερων θεωρητικών (αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας) από το Ελληνικό Ωδείο, ενώ παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα μουσικολογίας και διεύθυνσης χορωδίας και ορχήστρας στην Αγγλία και την Ουγγαρία. Ορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος μέλος της Συνολικής Επιτροπής Εορτασμού του Ιωβηλαίου Έτους (1998), μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (2003), ενώ από το 2000 είναι μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Χριστιανικής Αγωγής της Νεότητος και Πρόεδρος της Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων. Υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, διοργάνωσε πλήθος εκδηλώσεων κα συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι πρόεδρος και ιδρυτικός μέλος του Ερευνητικού Ιδρύματος Πολιτισμού και Εκπαίδευσης (Ε.Ι.Π.Ε.) το οποίο εκπονεί ελληνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Αποτελεί μόνιμο συνεργάτη του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ενώ μετέχει συστηματικά σε Σχολές Γονέων και σεμινάρια επιμόρφωσης κατηχητικών πολλών Ιερών Μητροπόλεων. Διδάσκει επί 25 έτη στην Ελληνογαλλική Σχολή "St Joseph", ως καθηγητής θεολόγος και μουσικός ενώ από το 2000 μέχρι το 2015 κατείχε την θέση του Υποδιευθυντή του Γυμνασίου. Ανέλαβε την αναδιοργάνωση της παιδικής χορωδίας της Σχολής η οποία συμμετείχε σε πλήθος εκδηλώσεων. Είναι συγγραφέας βιβλίων, κατηχητικών βοηθημάτων και θεατρικών παραστάσεων, οι οποίες έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Ίδρυμα "Μιχάλης Κακογιάννης", στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κ.ά. Αρθρογραφεί συστηματικά, ενώ, επί εικοσιπενταετία, είναι και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών με θέμα την ανάλυση θεμάτων Βιβλικής και Πατερικής Θεολογίας σε σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή