3 Σεπτεμβρίου γιορτάζουν…

Γιορτάζουν: Άνθιμος, Ανθιμία, Αρχοντίων, Αρχοντής, Αρχοντία, Πολύδωρος, Πολυδώρα, Φοίβος, Φοίβη.

by Times Newsroom 1
  • Άγιος Άνθιμος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Νικομήδειας
  • Όσιος Θεόκτιστος συνασκητής του Μεγάλου Ευθυμίου
  • Άγιος Πολύδωρος ο Νεομάρτυρας από τη Λευκωσία
  • Άγιος Ζήνων
  • Αγία Βασίλισσα
  • Άγιος Χαρίτων
  • Άγιος Αρχοντίων
  • Άγιος Κωνσταντίνος ο Βασιλιάς ο νέος «ἐν τοῖς Ἁγίοις Ἀποστόλοις»
  • Άγιος Αριστίων Ιερομάρτυρας επίσκοπος Αλεξανδρείας
  • Ανακομιδή Ιερών λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης
  • Οσία Φοίβη η διακόνισσα
  • Ανακομιδή Ιερών λειψάνων του Οσίου Άνθιμου του Βαγιάνου του εν Χίω 
************************************************************************************************************
  • Άγιος Άνθιμος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Νικομήδειας 
Ο Άγιος Άνθιμος έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. και πατρίδα του ήταν η Νικομήδεια. Από μικρός διακρίθηκε για τον ευσεβή ζήλο του προς τα θεία. Όταν ενηλικιώθηκε, η ζωή του ήταν υπόδειγμα σωφροσύνης και αγάπης. Επειδή πλούσια κατείχε το θησαυρό των θείων αληθειών, η θερμή του διδασκαλία, εμπνεόμενη από αποστολικό ζήλο, έβρισκε σχεδόν πάντα ανταπόκριση στις ψυχές των πιστών. Η πνευματική ικανότητα του Άνθιμου ώθησε τους χριστιανούς της Νικομήδειας και τον έπεισαν να γίνει Ιερέας και αργότερα επίσκοπος τους. Όταν, όμως, έγινε ο διωγμός επί Διοκλητιανού, τον κυνήγησαν και τον συνέλαβαν (302 μ.Χ.). Ο Διοκλητιανός του πρότεινε να θυσιάσει στους Θεούς για να κερδίσει τη ζωή του, αλλιώς τον περίμεναν φρικτά βασανιστήρια, και του έδειξε το όργανα που θα τον βασάνιζαν. Ο Άνθιμος είπε: «Γιατί μου τα δείχνεις; για να με φοβίσεις; Αυτά ας τα φοβούνται εκείνοι, για τους οποίους η παρούσα ζωή είναι μόνο ηδονή και τη στέρηση της θεωρούν μεγάλη απώλεια. Αλλά σε μένα, όπως και σε κάθε χριστιανό, αυτά δεν ασκούν καμιά γοητεία. Το σώμα μου είναι πρόσκαιρο και ευτελές, που μόνη αξία έχει, όταν αγιασθεί δια του Χριστού και δοθεί εις την κατά Χριστόν ζωή. Επομένως, τιμωρίες και βάσανα είναι για μένα πιο ποθητά από του να αρνηθώ το Σωτήρα μου». Τότε, αφού τον βασάνισαν φρικτά, τελικά τον αποκεφάλισαν.
3 Σεπτεμβρίου γιορτάζουν…
Ἀπολυτίκιον(Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθισας, τὴ Ἐκκλησία Χριστοῦ, καρποὶς τοὶς τῶν λόγων σου, τῶν εὐσεβῶν τᾶς ψυχᾶς, ἐκτρέφων ἐν χάριτι ὅθεν καὶ ἐναθλήσας, Πάτερ Ἄνθιμε χαίρων, ὤφθης Ἱερομάρτυς, εὐκλεὴς τοῦ Σωτῆρος, ὦ πρέσβευε δεόμεθα, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Ἄνθιμε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς ποίμνης σου θεόφρον, στερρὸς προστάτης γενόμενος, ὑπὲρ αὐτῆς ἑτοίμως τὸ σὸν αἷμα ἐξέχεας, καὶ ἀπειλὰς τῶν δυσμενῶν μὴ πτοηθείς, ἐν οὐρανοῖς νῦν ἀγάλλῃ, τῷ θρόνῳ τῆς τρισηλίου Θεότητος παριστάμενος. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντί σε Χριστῷ· δόξα τῇ εὐψυχίᾳ σου, δόξα τῇ μαρτυρικῇ σου Ἄνθιμε καρτερότητι.
(Ποίημα Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀνθίμου Δ’).
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Φωστὴρ Νικομηδείας ἀνεδείχθης πολύφωτος, καὶ πάσης Ἐκκλησίας Πάτερ Ἄνθιμε πρόβολος· ἀθλήσας γὰρ στεῤῥῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, πλουσίων ἠξιώθης δωρεῶν· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν ἀσματικῶς, Ἱερομάρτυς κράζοντες: Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθεὶς.
Ἐν ἱερεῦσιν εὐσεβῶς διαπρέψας, καὶ μαρτυρίου τὴν ὁδὸν διανύσας, τὰ τῶν εἰδώλων ἔσβεσας σεβάσματα, πρόμαχος γενόμενος, τῆς σῆς ποίμνης θεόφρον, διό σε καὶ γεραίρει νῦν, μυστικῶς ἐκβοῶσα· Ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ταῖς σαῖς πρεσβείαις, Πατὴρ ἡμῶν Ἄνθιμε.
Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Τὸ αἷμά σου σοφέ, μυστικῶς ἀνεβόα, ἐκ γῆς πρὸς τὸν Θεόν, ὡς τοῦ Ἄβελ θεόφρον· σαφῶς γὰρ ἐκήρυξας, τὴν Τριάδα τὴν ἄκτιστον· ὅθεν Ἄνθιμε, ποιμαντικῶς διαπρέψας, ἀπεδίωξας, τοὺς τῶν αἱρέσεων θῆρας, ὡς φύλαξ τῆς πίστεως.
Ὁ Οἶκος
Ἐνθεὶς μοι γνῶσιν θεϊκήν, τὸν ζόφον τῆς ἀγνοίας, ἐκ τῆς ἐμῆς καρδίας, ἀπέλασον εὐχαῖς σου, ὅπως ὑμνήσω σου πιστῶς τὴν ἁγίαν μνήμην, ἐν ᾗ Ἀγγέλων χοροί, μετὰ Μαρτύρων σήμερον εὐφραίνονται ἐνθέως· καὶ ἄνθρωποι, ὕμνοις ἐγκωμίων τὴν σὴν κάραν, ὥσπερ ἄνθη συμπλέξαντες, στέφουσιν ἀξίως, αἰτοῦντες παρὰ σοῦ λαβεῖν, τῶν πταισμάτων ἀποχήν, καὶ τῶν κακῶν τοῦ βίου λύσιν, καὶ ἐχθρῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ῥυσθῆναι, ταῖς σαῖς πρεσβείαις, Πατὴρ ἡμῶν Ἄνθιμε.
Μεγαλυνάριον
Τὸν ἐν ἰερεῦσιν ἱερουργόν, μύστην τοῦ Δεσπότου, καὶ ἐν μάρτυσι θαυμαστόν, Ἱερομαρτύρων, τὸ κλέος εὐφημοῦμεν· Ἄνθιμε Ἱεράρχα, θεομακάριστε.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἔχει δὲ τὸ πνεῦμά σου Οὐρανός, καὶ ἡμεῖς πλουτοῦμεν, τὴν εἰκόνα σου φέροντες, ἥν μετ’ εὐλαβείας καὶ πόθου ἀνεικάστου, τιμῶντες προσκυνοῦμεν, καὶ ἀσπαζόμεθα.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Φύλαττε τρισμάκαρ ταῖς σαῖς εὐχαῖς, πάντας τοὺς τιμῶντας, τὴν πανίερον μνήμην σου, καὶ τοὺς σοὺς ἀγῶνας, καὶ ῥῦσαι αἰωνίως, παντοίας καταδίκης, Ἄνθιμε ἔνδοξε.Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις τοῦ Σωτῆρος μυσταγωγέ, τῶν Ἀρχιερέων, ὐποτύπωσις καὶ κανών· χαίροις τῶν Μαρτύρων, σύναθλος καὶ ἀλείπτης, Ἄνθιμε Ἱεράρχα, ἡμῶν ἀντίληψις.

  • Όσιος Θεόκτιστος συνασκητής του Μεγάλου Ευθυμίου 
Ο όσιος και μέγας αυτός ασκητής, αποσύρθηκε από τον κόσμο και κατέφυγε έξι μίλια από τα Ιεροσόλυμα, όπου βρίσκεται η Λαύρα Φάρα. Εκεί κλείστηκε σ’ ένα κελί και επιδόθηκε σε αυστηρότατους ασκητικούς αγώνες. Στα χρόνια αυτά, εγκαταστάθηκε σ’ ένα γειτονικό κελί της Λαύρας αυτής και ο μέγας Ευθύμιος. Ο κοινός πόθος της άσκησης συνέδεσε στενά τους δύο διάσημους ασκητές, οι όποιοι μετά την απόδοση της γιορτής των Φώτων πήγαιναν μακρύτερα μέσα στην έρημο, για αυστηρότερη άσκηση. Επέστρεφαν στη Λαύρα, την Κυριακή των Βαΐων. Μετά το πέμπτο έτος, αποσύρθηκαν οριστικά στην έρημο μέσα σε μια σπήλια. Η φήμη όμως της αρετής τους, έφερε κοντά τους πολλούς μαθητές και έτσι δημιουργήθηκε κοινόβιο, που μέχρι τέλους της ζωής του προϊστάμενος ήταν ο Θεόκτιστος. Με τη μεγάλη υπόληψη και αγάπη των συνανθρώπων του, ο όσιος Θεόκτιστος πέθανε σε βαθιά γεράματα το 451 μ.Χ. Στην κηδεία του πρωτοστάτησαν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Αναστάσιος και ο μέγας Ευθύμιος, που τότε ήταν 90 ετών.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Θεῶ ἐκ νεότατος, ἀνατεθεῖς ἱερῶς, κτιστῶν τὴν προσπάθειαν, ἀπεβδελύξω στερρῶς, Θεόκτιστε Ὅσιε, ὅθεν τῆς ἡσυχίας, διαλάμψας τοὶς τρόποις, ὤφθης τῶν Μοναζόντων, ἀκριβὴς παιδοτρίβης. Καὶ νῦν τοὺς προσιόντας σοί, Πάτερ κυβέρνησαν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστὴρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Θεόκτιστε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
  • Άγιος Πολύδωρος ο Νεομάρτυρας από τη Λευκωσία 
Κύπριος από τη Λευκωσία ο νεομάρτυρας Πολύδωρος, ανατράφηκε από γονείς ευσεβείς, τον Λουκά και τη Λουρδανού. Έμαθε τα Ιερά γράμματα και ταξίδεψε στην Αίγυπτο και σ’ άλλες χώρες, κάνοντας το επάγγελμα του πραματευτή.
Όταν το 1793 μ.Χ. βρισκόταν στην Αίγυπτο, προσλήφθηκε γραμματέας από έναν αρνησίχριστο Ζακυνθηνό. Σε κάποια όμως διασκέδαση μαζί του, μέθυσε και αρνήθηκε τον Χριστό. Όταν όμως συνήλθε μετανόησε πικρά, πήγε στη Βηρυτό και εξομολογήθηκε στον εκεί Αρχιερέα. Κατόπιν αποσύρθηκε στο Μοναστήρι του όρους του Λιβάνου, όπου ξεκουράστηκε κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Κατόπιν αναχώρησε στην Πτολεμαΐδα (Άκρι), όπου ανακοίνωσε στον εκεί Αρχιερέα τον πόθο του να μαρτυρήσει. Με την προτροπή του Αρχιερέα αναχώρησε στην Αίγυπτο, αλλά λόγω θαλασσοταραχής προσάραξε στη Γιάφα. Από εκεί πήγε στη Χίο (13 Ιουνίου 1793 μ.Χ.) και έπειτα στη Σμύρνη, για να επιστρέψει έπειτα πάλι στη Χίο. Τελικά έφτασε στη Νέα Έφεσο, όπου μπροστά στον Μουφτή ομολόγησε τον Χριστό και μετά από άγρια βασανιστήρια τον απαγχόνισαν. Ήταν Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου του 1794 μ.Χ. Το λείψανο του νεομάρτυρα ενταφιάστηκε κοντά στους τάφους των Αρμενίων.
Σήμερα η κάρα του Αγίου Πολύδωρου φυλάσσεται στον Ιερό Ναό της Αγίας Αικατερίνης Πλάκας στην Αθήνα.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Μέγα καύχημα τῆς Λευκωσίας, μέγα στήριγμα πέλεις Ἐφέσου, μέγα κλέος τε τῶν δύο πόλεων· τῆς μὲν γὰρ γόνος σεπτὸς ἐχρημάτισας, τὴν δὲ τὰ σὰ ἐπορφύρωσαν αἵματα. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πολύδωρε, ἵνα ῥυσθῶμεν κινδύνων καὶ θλίψεων.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μετανοίας τοις δάκρυσι προεκάθηρας είτα στίγμασι μάκαρ του Μαρτυρίου σαυτόν, ως εν ακτίσι φαειναίς κατελάμπρυνας. Όθεν ως Μάρτυρα στερρόν, και παθημάτων κοινωνόν, Χριστού του Θεού εν ύμνοις, Πολύδωρε αθλοφόρε, σε ευφημούντες μεγαλύνομεν.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Της ημετέρας γενεάς το ακροθίνιον, δεύτε συμφώνως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, τον πανένδοξον Πολύδωρον τον εκ Κύπρου, εν Εφέσω δε τη Νέα εναθλήσαντα, και τους Άγαρ απογόνους καταισχύναντα, και δοξάσαντα, το Χριστού θείον όνομα.
Μεγαλυνάριον
Δόξης απροσίτου μαρμαρυγαίς, και θείαις ακτίσιν, ελλαμπόμενος, αθλητά Πολύδωρε μάκαρ, της τριλαμπούς και θείας Τριάδος ταις ευχαίς σου, ημάς καταύγασαν. Δεύτε ευφημήσωμεν οι πιστοί, τους λαμπρούς αγώνας, Πολυδώρου του αθλητού, του εν τοις εσχάτοις καιροίς αναφανέντος, μάρτυρος θεηγόρου, της θείας πίστεως.
  • Άγιος Ζήνων 
Ο Άγιος Ζήνων απεβίωσε μαρτυρικά αφού τον έριξαν μέσα σ’ ένα καζάνι με βραστό μολύβι.
  • Αγία Βασίλισσα 
Η Αγία Βασίλισσα υπήρξε το καύχημα της Εκκλησίας της Νικομήδειας, κατά τον διωγμό των Χριστιανών επί Διοκλητιανού. Καταγγέλθηκε σαν χριστιανή, που αποσπούσε νεαρές ειδωλολάτρισσες από την πολυθεΐα και οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα Αλέξανδρο. Εκεί η Βασίλισσα ομολόγησε χωρίς κανένα δισταγμό, ότι είναι χριστιανή και λατρεύει τον Ένα και αληθινό Θεό. Μαστιγώθηκε σκληρά και στη συνέχεια ο ηγεμόνας διέταξε και την έριξαν μέσα στη φωτιά. Αλλά με θαυματουργικό τρόπο η Βασίλισσα, βγήκε από τη φωτιά άθικτη. Οι ειδωλολάτρες, θεώρησαν πως αυτό ήταν μαγική ενέργεια και έτσι την έριξαν για τροφή σε δύο πεινασμένα λιοντάρια. Η Βασίλισσα όμως, δια της προσευχής προς τον Θεό, έκανε τα δύο λιοντάρια να σταθούν σαν ήμερα αρνιά μπροστά της. Τότε έγινε και το μεγαλύτερο θαύμα. Άνοιξαν τα πνευματικά μάτια του ηγεμόνα Αλεξάνδρου και έπεσε μετανοημένος στα πόδια της Βασίλισσας και ζήτησε απ’ αυτή να τον κατηχήσει στη χριστιανική πίστη. Η Βασίλισσα, χαρά γεμάτη, τον παρέπεμψε στον επίσκοπο Νικομήδειας Αντώνιο, ο όποιος κατήχησε και βάπτισε τον Αλέξανδρο Χριστιανό. Ευτυχισμένος πλέον ο Αλέξανδρος, ζήτησε δια της προσευχής από τον Θεό να τον πάρει όσο γίνεται σύντομα κοντά Του, και η δέηση του εισακούστηκε. Μετά από λίγο καιρό, ο Κύριος δέχτηκε και την ψυχή της Βασίλισσας. Το δε τίμιο λείψανο της, τάφηκε από τον επίσκοπο Αντώνιο, κοντά σε μία πέτρα, από την οποία άλλοτε, μετά από προσευχή της, είχε αναβλύσει νερό.
  • Άγιος Χαρίτων 
Ο Άγιος Χαρίτων μαρτύρησε, αφού τον έριξαν μέσα σε λάκκο με βραστό ασβέστη.
  • Άγιος Αρχοντίων 
Ο Άγιος Αρχοντίων μαρτύρησε δια λιμού (Λαμία είναι ένα θηρίο, το οποίο έχει μεγάλο λαιμόν. Mε το θηρίο αυτό, παρομοιάζεται εδώ ο Διάβολος).
  • Άγιος Κωνσταντίνος ο Βασιλιάς ο νέος «ἐν τοῖς Ἁγίοις Ἀποστόλοις» 
Αυτός φαίνεται, ότι είναι ο τέταρτος γιος του βασιλιά Ηρακλείου, που βασίλευσε το έτος 641 μ.Χ. και ο όποιος, από άλλους μεν καλείται Κωνσταντίνος Ηράκλειος, από άλλους δε, Κωνσταντίνος ο νέος. Αυτός ήταν πολύ πιστός βασιλιάς και βασίλευσε έξι μήνες. Κατά τον Μελέτιο, ο βασιλιάς αυτός δηλητηριάστηκε.
  • Άγιος Αριστίων Ιερομάρτυρας επίσκοπος Αλεξανδρείας 
Ο Άγιος Αριστίων γεννήθηκε στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. στην επαρχία της Συρίας Απάμεια και έγινε Χριστιανός από τον Άγιο Αντώνιο (9 Νοεμβρίου) σε ηλικία μόλις 10 ετών. Λόγω του ενάρετου βίου του, εκλέχτηκε από τον λαό, δεύτερος επίσκοπος της Αλεξάνδρειας της μικρής που βρησκόταν στην Κιλικία της Μικράς Ασίας (κοντά στην πόλη Ισσόν). Ως ποιμενάρχης, ο Αριστίων, ποίμανε θεάρεστα το ποίμνιο του και δίδασκε με παρρησία το Λόγο του Χριστού με αποτέλεσμά να γίνουν Χριστιανοί πολλοί ειδωλολάτρες. Αυτό όμως δεν άρεσε στον Ρωμαίο έπαρχο που διέταξε να τον συλλάβουν και να τον ρίξουν στην πυρρά. Μέσα στο καμίνι, ο Αριστίων, υμνώντας και δοξάζοντας τον Χριστό έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἱεράτευσας ὢ Ἀριστίων καλῶς, ὢ ὕστερον ἔθυσας σαυτὸν ὡς θῦμα σεπτόν, ἀθλήσας δι’ αἵματος, ὅθεν μὴ διαλίπης ἰκετεύειν ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν σὲ τιμώντων, καὶ θερμῶς ἐκζητούντων, εὐχᾶς τᾶς ἁγίας σου, μαρτύρων ἄριστε.
  • Ανακομιδή Ιερών λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης 
Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1846 μ.Χ. στη Σηλυβρία της Θράκης από τον Δήμο και τη Βασιλική Κεφάλα και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά τους. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος.
Μικρός, 14 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος και κατόπιν ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πήγε στη Χίο, όπου, από το 1866 μ.Χ. μέχρι το 1876 μ.Χ. χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λίθειο.
Το 1876 μ.Χ. εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή Χίου με το όνομα Λάζαρος και στις 15 Ιανουαρίου 1877 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος, ονομασθείς Νεκτάριος, από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860 – 1877 μ.Χ.), και ανέλαβε τη Γραμματεία της Μητροπόλεως.
Το 1881 μ.Χ. ήλθε στην Αθήνα, όπου με έξοδα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ’ (1870 – 1899 μ.Χ.), σπούδασε Θεολογία και πήρε το πτυχίο του το 1885 μ.Χ. Έπειτα, ο ίδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τον χειροτόνησε το 1886 μ.Χ. πρεσβύτερο και του έδωσε τα καθήκοντα του γραμματέα και Ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Διετέλεσε επίσης πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο.
Στις 15 Ιανουαρίου 1889 μ.Χ., χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η δράση του ως Μητροπολίτου ήταν καταπληκτική και ένεκα αυτού ήταν βασικός υποψήφιος του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας. Λόγω όμως φθονερών εισηγήσεων (αισχρών συκοφαντιών), προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο ταπεινόφρων Νεκτάριος, για να μη λυπήσει τον γέροντα Πατριάρχη, επέστρεψε στην Ελλάδα (1889 μ.Χ.).
Διετέλεσε Ιεροκήρυκας (Ευβοίας) (1891 – 1893 μ.Χ.), Φθιώτιδος και Φωκίδας (1893 – 1894 μ.Χ.) και διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894 – 1904 μ.Χ.).
Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου (1899 μ.Χ.), ο Νεκτάριος εκλήθη να τον διαδεχθεί, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε.
Στα κηρύγματα του, πλήθος λαού μαζευόταν, για να «ρουφήξει» το νέκταρ των Ιερών λόγων του.
Το 1904 μ.Χ. ίδρυσε γυναικεία Μονή στην Αίγινα, της οποίας ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση, αφού εγκαταβίωσε εκεί το 1908 μ.Χ., μετά την παραίτηση του από τη Ριζάρειο Σχολή.
Έγραψε αρκετά συγγράμματα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγματος. Η ταπεινοφροσύνη του και η φιλανθρωπία του υπήρξαν παροιμιώδεις.
Πέθανε το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου 1920 μ.Χ. Τόση δε ήταν η αγιότητά του, ώστε επετέλεσε πολλά θαύματα, πριν αλλά και μετά τον θάνατο του. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Αίγινα.
Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 μ.Χ. και στις 20 Απριλίου του 1961 μ.Χ. με Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ, ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυματώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως ἐβίωσας, ὡς Ἱεράρχης σοφός, δοξάσας τὸν Κύριον, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, Νεκτάριε Ὅσιε. Ὅθεν του Παρακλήτου, δοξασθεὶς τῇ δυνάμει, δαίμονας ἀπελαύνεις, καὶ νοσοῦντας ἰᾶσαι, τους πιστῶς προσιόντας, τοῖς θείοις λειψάνοις σου.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὀρθοδοξίας τὸν ἀστέρα τὸν νεόφωτον, καὶ Ἐκκλησίας τὸ νεόδμητον προτείχισμα Ἀνυμνήσωμεν καρδίας ἐν εὐφροσύνῃ. Δοξασθεὶς γὰρ ἐνεργείᾳ τῇ τοῦ Πνεύματος. Ἰαμάτων ἀναβλύζει χάριν ἄφθονον τοῖς κραυγάζουσι· χαίροις Πάτερ Νεκτάριε.
Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν ταφον σου Σωτὴρ.
Ὡς ἥλιος λαμπρός, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, ἀνέτειλας ἡμῖν, τῇ ὁσίᾳ ζωῇ σου, Νεκτάριε Ὅσιε, καὶ πρὸς δόξαν καὶ αἴνεσιν, πάντας ἤγειρας, Χριστοῦ τοῦ πάντων Δεσπότου, τοῦ σὲ δείξαντος, δεδοξασμένον σε Πάτερ, θαυμάτων δυνάμεσι.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καθαρότητα, τῆς πολιτείας σου, καὶ τὴν εὐθύτητα, Πάτερ τῶν τρόπων σου, ὡς προσφορὰν πνευματικήν, δεξάμενος ὁ Δεσπότης, ἰαμάτων κρήνην σε, ἐν Αἰγίνῃ ἀνέδειξε, τοῖς πιστῶς προστρέχουσι, τοῖς ἁγίοις λειψάνοις σου, τοῖς νέμουσιν ὀσμὴν οὐρανίαν, πᾶσι καὶ θείαν εὐωδίαν.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ὀρθοδόξων δογμάτων ἑρμηνευτής, διδαχῶν θεοφθόγγων ὑφηγητής, δεικνύμενος Ὅσιε, Ἱεράρχης ὡς ἔνθεος, τῶν εὐσεβῶν ῥυθμίζεις, ἐνθέως τὸ φρόνημα, πρὸς θεϊκὴν ἀγάπην, καὶ τρίβον σωτήριον. Ὅθεν ἐν Αἰγίνῃ, θεοφρόνως ἐγείρεις, Μονὴν σεπτὴν Ὅσιε, εἰς ψυχῶν περιποίησιν, Θεοφόρε Νεκτάριε· ἐν ᾗ Μοναζουσῶν ἡ πληθύς, τὰ σεπτά σου προσκυνοῦσα λείψανα, εὐλαβῶς ἑορτάζει, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῆς διανύσας τὸν δρόμον Ὅσιε, θεοπρεπῶς μετετέθης πρὸς τὴν ἀγήρω ζωήν, καὶ ἁγίων κοινωνὸς ὤφθης Νεκτάριε, μεθ’ ὧν πρέσβευε ἀεί, τῷ Παντάνακτι Χριστῷ, δοθῆναι πταισμάτων λύσιν, καὶ ψυχικὴν σωτηρίαν, τοῖς ἑορτάζουσι τὴν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Ἄνθρωπος οὐρανόφρων, ἀνεδείχθης ἐν κόσμῳ, Νεκτάριε Χριστοῦ Ἱεράρχα· ζωὴν γὰρ ὁσίαν διελθών, ἀκέραιος ὅσιος καὶ θεόληπτος, ἐν πᾶσιν ἐχρημάτισας· ἐντεῦθεν παρ’ ἡμῶν ἀκούεις.

Χαῖρε δι’ οὗ οἱ πιστοὶ ὑψοῦνται,
χαῖρε δι’ οὗ ἐχθροὶ θαμβοῦνται.
Χαῖρε τῶν Ὁσίων Πατέρων ἐφάμιλλος,
χαῖρε Ὀρθοδόξων ὁ θεῖος διδάσκαλος.
Χαῖρε οἶκος ἁγιώτατος ἐνεργείας θεϊκῆς,
χαῖρε βίβλος θεοτύπωτος πολιτείας τῆς καινῆς.
Χαῖρε ὅτι ἀρτίως ἡμιλλήθης Ἁγίοις,
χαῖρε ὅτι ἐμφρόνως ἐχωρίσθης τῆς ὕλης.
Χαῖρε λαμπρὸν τῆς Πίστεως τρόπαιον,
χαῖρε σεπτὸν τῆς χάριτος ὄργανον.
Χαῖρε δι’ οὗ Ἐκκλησία χορεύει,
χαῖρε δι’ οὗ νῆσος Αἴγινα χαίρει.
Χαίροις Πάτερ Νεκτάριε.

  • Οσία Φοίβη η διακόνισσα 

Η μνήμη της Αγίας Φοίβης αναφέρεται επιγραμματικά στο «Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον» έκδοση «Αποστολικής Διακονίας» 1956, χωρίς άλλες πληροφορίες. Πουθενά άλλου δεν αναφέρεται η μνήμη της αυτή τη μέρα. Μάλλον όμως πρόκειται για την Αγία Φοίβη που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην «Προς Ρωμαίους», στο κεφάλαιο 16, στίχοι 1-2: «Συνίστημι δὲ ὑμῖν Φοίβην τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν, οὖσαν διάκονον τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Κεγχρεαῖς, ἵνα αὐτὴν προσδέξησθε ἐν Κυρίῳ ἀξίως τῶν ἁγίων καὶ παραστῆτε αὐτῇ ἐν ᾧ ἂν ὑμῶν χρῄζῃ πράγματι· καὶ γὰρ αὐτὴ προστάτις πολλῶν ἐγενήθη καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ».

Η Φοίβη ήταν εξαίρετη ψυχή με πολλά πνευματικά ενδιαφέροντα. Γι’ αυτό και όταν ο Απόστολος Παύλος επισκέφτηκε τις Κεγχρεές, στην Κόρινθο, και κήρυξε τη νέα διδαχή, τη διδαχή του Χριστού, η ευγενής Φοίβη προσκολλήθηκε στον κήρυκα του Χριστού με αφοσίωση. Με τέτοια μάλιστα αφοσίωση, όση η Λυδία στους Φιλίππους και όση η Πρίσκιλλα στην Κόρινθο. Και έγινε μια ακούραστη συνεργάτρια του μεγάλου Αποστόλου στην ιεραποστολή, μέσα στον γυναικείο κόσμο.

Η Φοίβη είναι η πρώτη γυναίκα που αναφέρεται σαν Διακόνισσα στην Καινή Διαθήκη. Ήταν ένα υπούργημα που της εμπιστεύτηκε ο Απόστολος του Χριστού. Και φάνηκε αντάξια στην σχετική αποστολή. Ανταποκρίθηκε απόλυτα στις προσδοκίες του πνευματικού της Διδασκάλου με αποτέλεσμα να πάρει εξέχουσα θέση στην καρδιά του, που χτυπούσε αδιάκοπα για το Χριστό.

Ο Απόστολος Παύλος περιέβαλε την πιστή και αφοσιωμένη του συνεργάτρια της Εκκλησίας των Κεγχρεών με μεγάλη εμπιστοσύνη. Μπορούσε να της εμπιστευτεί όλο του τον κόπο και μόχθο για το Ευαγγέλιο του Χριστού. Και το απέδειξε αυτό έμπρακτα. Έτσι, όταν έγραψε στην Κόρινθο την επιστολή του «προς Ρωμαίους» και χρειάσθηκε να τη στείλει στην Εκκλησία της Ρώμης, στα χέρια της Φοίβης την εμπιστεύτηκε. Σ’ αυτήν ανέθεσε να μεταφέρει τον πνευματικό αυτό θησαυρό στους χριστιανούς της Ρώμης. Και εκείνη τη μετέφερε με ασφάλεια.

Λίγες ψυχές έδειξαν μεγάλη, απεριόριστη αφοσίωση στον Απόστολο Παύλο. Και ανάμεσα σ’ αυτές τις λίγες εξαίρετη θέση κατέχει και η καλή Άγια Φοίβη. Όταν μάλιστα ο πνευματικός της Διδάσκαλος διακινδύνευσε στις Κεγχρεές από τους εχθρούς τού Ευαγγελίου, αυτήν τον προστάτεψε. Τον ασφάλισε απόλυτα από κάθε κίνδυνο. Και ο Απόστολος αυτός του Χριστού σημείωσε αυτήν την πράξη της συνεργάτριάς του. Τη σημείωσε στην «προς Ρωμαίους» επιστολή του. Έγραψε εκεί: «…καὶ γὰρ αὐτὴ προστάτις πολλῶν ἐγενήθη καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ» (Ρωμ. ιστ, 2). Σ’ αυτήν την ίδια επιστολή την αποκαλεί και αδελφή του, πνευματική του αδελφή.

Μια εξαίρετη συνεργάτρια του μεγάλου Αποστόλου των Εθνών, λοιπόν η Φοίβη. Συνεργάτρια με ένα μήνυμα σε όλες τις ψυχές: Να φιλοδοξήσουν να γίνουν κι αυτές συνεργάτριες των κηρύκων του Ευαγγελίου, που βαδίζουν στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου και μοχθούν κι αυτοί στην διακονία της ιεραποστολής.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος α’. Της έρήμον πολίτης.
Συνόμιλος του Παύλου και διάκονος ένθεος, της εν Κεγχρεαίς Εκκλησίας του Θεού έχρημάτισας, ώ Φοίβη ως θεράπαινα Χριστού, και πλήρης ουρανίων αρετών διά τούτο σε ενδιαφέροντα ύμνοις πνευματικοίς, τιμώμεν άνακράζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σου, ήμίν τα κρείττονα.
Κοντάκιον
Ήχος δ’. Έπεφάνης σήμερον.
Αποστόλων σύσκηνος, Φοίβη θεόφρον, και Χριστού διάκονος, γεγενημένη έπί γης, ενδιαφέροντα ούρανοίς καθικέτευε, ύπέρ των πίστει τιμώντων την μνήμην σου.
Μεγαλυνάριον
Φώς εισδεδεγμένη το του Χριστού, Φοίβη μακαρία, έργων θείων σου τω φωτί, Κεγχρεών πυρσεύεις, σεμνή την Εκκλησίαν, και ταύτης θεοφόρος, ώφθης διάκονος.
  • Ανακομιδή Ιερών λειψάνων του Οσίου Άνθιμου του Βαγιάνου του εν Χίω 

Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να δώσουν Χριστιανική αγωγή στο τέκνο τους. Και ο νεαρός Αργύριος δωρεοδέκτης του Αγίου Πνεύματος, με πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Η όλη παιδιόθεν ανάπτυξη και ανατροφή του τελούσε προφανώς υπό την ισχυρή και βαθιά επίδραση του χριστιανικού οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς τα θεωρητικές γνώσεις της εγκοσμίου καταξιώσεως, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πνεύματος και με ιδιαιτέρως έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρά αταλάντευτος στην ενάρετη ζωή με την πολύτιμη δωρεά της ακλόνητης πίστεως.

Ο θείος έρως τον οδηγεί στην απάρνηση του κόσμου και της βοής του και στη μοναχική πολιτεία, από όπου εξέλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Παναγία έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δυνάμεως στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή δροσιάς και ανακουφίσεως. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος.

Υποτάσσεται στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, με την ευδοκία του Θεού, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση. Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.

Στο κελί του αυτό με την αδιάλειπτη προσευχή και την μελέτη του βίου μεγάλων ασκητών λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σε πνευματική οικοδομή, αλλά και προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα του πονηρού. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Αργότερα, σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909 μ.Χ., κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.

Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη το 1910 μ.Χ. για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες ευδοκίας κατά το τέλος της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Τα φυσικά αυτά φαινόμενα αποκαλύπτουν και μαρτυρούν την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάνευση.

Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του, η οποία ίσχυσε να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του. Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 μ.Χ. και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου οι Αγιορείτες μοναχοί του επιδαψίλευσαν πολλές τιμές.

Επιστρέψας στη Χίο τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσεώς του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Κυρία Θεοτόκος διά της μεσιτείας και της προσευχής του Αγίου Ανθίμου επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών επωνύμων και ανώνυμων πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του.

Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε!

Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίζεται την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Και προχωρεί στην πραγμάτωση των οραματισμών του. Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή με πλήρη αφοσίωση στην Παναγία και εκεί κατηύγαζε με την ασκητική του βιοτή το πλήθος των αρετών και την αγιότητά του και τη μεσιτεία και βοήθεια της Θεοτόκου και ποίμαινε με πλεονάζουσα στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς και πάσχοντες που κατέφευγαν κοντά του.

Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’.
Νέον στήριγμα Ὀρθοδοξίας, νεοκόσμητον ἄνθος ἁγνείας, Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος τῶν ἀρετῶν τε ἐκείνου ὁμότροπος, νέων Ὁσίων σφραγίς, καί ἀγλάισμα, Πάτερ Ἄνθιμε, τῆς Χίου πάσης τό καύχημα, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθε ἡμῖν τό μέγα ἔλεος

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή