Πεπρωμένα του Βυζαντίου

Ποιος ξέρει τις μορφές και τι εκφράσεις μπορεί να προσλάβει η προαιώνια ροπή των λαών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου να αποτελέσουν μιαν ενότητα γύρω στην Εφτάλοφη του Βοσπόρου. Μορφές και εκφράσεις ειρηνικής ζωής και δημιουργικής διεθνικής αλληλεγγύης.

by Times Newsroom
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

Το Βυζάντιο δεν υπήρξε Κράτος με την έννοια που πήρε ο όρος αυτός στους νεότερους χρόνους. Ήταν μια κοινωνία λαών που πίστευαν στις ίδιες πνευματικές και ηθικές αξίες, που τους ένωνε η θρησκεία και μια κοινή αντίληψη της ζωής. Σκοπός του, όπως και της αρχαίας Ρώμης, δεν ήταν η προκοπή ενός έθνους αλλά η διατήρηση ενός πολιτισμού κι η υπεράσπισή του εναντίον των βαρβάρων.

Η διοικητική και πολιτική παράδοση του Βυζαντίου ήτανε ρωμαϊκή. Ο ανώτατος άρχοντας θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο του Αυγούστου και λεγότανε Βασιλιάς ή Αυτοκράτορας των Ρωμαίων. Ήτανε μάλιστα ο τίτλος αυτός αιτία διπλωματικών προστριβών ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, γιατί ο Βυζαντινός είχε την απαίτηση να τον αναγνωρίζουνε διεθνικά σαν κληρονόμο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κι οι Δυτικοί για να τον ενοχλήσουν, τον προσαγόρευαν καμιά φορά Βασιλέα των Γραικών. Ρωμανία λεγότανε, κάπως αόριστα, κι οι υπήκοοί της κάθε φυλής λεγόντανε Ρωμαίοι. Ρωμαϊκό ήτανε το δίκαιό της τροποποιημένο κάτω από την επίδραση του Χριστιανισμού και των ελληνικών εθίμων. Η παιδεία όμως του Βυζαντίου ήταν ελληνική. Η ελληνική γλώσσα γρήγορα ξετόπισε τη λατινική κι έγινε επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας και όργανο για τη συνεννόηση των εθνοτήτων που την αποτελούσαν.

Ώς ποιο σημείο το Βυζάντιο ήταν ελληνικό; Το δύσκολο αυτό ιστορικό πρόβλημα απασχόλησε πολύ τη διεθνική επιστήμη και συχνά έδωσε αφορμή να εκδηλωθούνε μεροληψίες και εμπάθειες που δεν τις περιμένει κανείς σε τέτοιες συζητήσεις. Το λιγότερο ωστόσο που μπορεί κανείς να πει, δίχως να χαρακτηριστεί υπερβολικός, είναι πως η επικράτηση της γλώσσας προϋποθέτει αναμφισβήτητα την κοινωνική και πνευματική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο γεγονός το ότι η Αυτοκρατορία, όταν έπαψε να χρησιμοποιεί τη λατινική, υιοθέτησε την ελληνική και όχι τη σλαβική,την αρμενική, την αραβική ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα μιλιότανε στα εδάφη της. Το γεγονός αυτό πρέπει να σημαίνει ότι η ελληνόγλωσση κοινωνία ήταν η πιο καλλιεργημένη και πιο ισχυρή, ότι από αυτήν έβγαιναν τα περισσότερα στελέχη σε όλους τους τομείς του κοινού πολιτισμού, ότι ασκούσε μια γενική επίδραση αδιαφιλονίκητη κι ήτανε το κοινωνικό πρότυπο που προσπαθούσαν τα άλλα στοιχεία να το μιμηθούν.

Το πιθανότερο είναι ότι ο αλλόγλωσσος κι αλλόφυλος “Ρωμαίος”, όταν άρχιζε να έχει κοινωνικές φιλοδοξίες, πάσχιζε να γίνει ελληνόφωνος και να αφομοιωθεί όσο το δυνατό περισσότερο με τα ελληνόγλωσσα στοιχεία γιατί αυτό ήτανε το χρίσμα της κοινωνικής προαγωγής. Απορροφούσε έτσι ολοένα ο ελληνισμός δυνάμεις καινούργιες και μεγάλωνε τον κύκλο της ακτινοβολίας του.

Το αν λ.χ. ο Νικηφόρος Φωκάς κι ο Ιωάννης Τσιμισκής καταγόντανε από αρμενικές οικογένειες, κι άλλοι Αυτοκράτορες από άλλες φυλές της Μικρασίας ή της Βαλκανικής, δεν μπορεί να έχει περισσότερη σημασία από όσην έχει, στις ημέρες μας, η οικογενειακή καταγωγή του Φραγκλίνου Ρούσβελτ ή του στρατηγού Αϊζενχάουερ. Όσο κι αν καταγότανε ο Ρούσβελτ από Ολλανδούε κι αν κατάγεται ο Αϊζενχάουερ από Γερμανούς ή Γερμανοελβετούς, δεν υπήρξε ποτέ Ολλανδός ο πρώτος ούτε είναι Γερμανός ο δεύτερος αλλά πρόκειται βέβαια για γνήσιους Αμερικανούς – και στην έννοια Αμερικανός περιέχεται η αγγλική γλώσσα και μια ισχυρή πολιτιστική και κοινωνική επίδραση του αγγλοσαξονικού πνεύματος. Έτσι και στην έννοια Βυζαντινός περιέχεται οπωσδήποτε η ελληνική γλώσσα και μια αφομοιωτική επιρροή της ελληνικής κοινωνίας.

Ίσως θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ιστορία του Βυζαντίου είναι, από μιαν άποψη, η ιστορία του εξελληνισμού του. Η εξέλιξη αυτή άρχισε να διαφαίνεται από την εποχή κιόλας του Ιουστινιανού και συνεχίστηκε αυθόρμητα, ασυνείδητα, ολόκληρους αιώνες. Κορυφώθηκε, με τρόπο αληθινά τραγικό, καθώς η Αυτοκρατορία πλησίαζε στο μοιραίο της τέλος. Τα χρόνια κυρίως των Παλαιολόγων συλλογίζεται κανείς, που είναι ίσως τα πιο συγκινητικά μέσα σε ολόκληρη την ελληνική ιστορία. Είναι μια περίοδος που πρέπει να τη ζήσουμε, να την εμβαθύνουμε, να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της όσο μπορούμε καλύτερα γιατί εκεί βρίσκονται οι ρίζες της νεοελληνικής ύπαρξης, εκεί διαμορφώθηκε το ψυχικό προζύμι που έμελλε να προσδιορίσει, στους κατοπινούς αιώνες, την εθνική μας ζωή.

Η Τουρκοκρατία, τα χρόνια εκείνα, έχει πια απλώσει τη σκιά της στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών χωρών. Μονάχα η Βασιλεύουσα περισώζει ακόμα τη βυζαντινή ανεξαρτησία, το Δεσποτάτο της Πελοποννήσου και μερικές άλλες λωρίδες γης εδώ και εκεί. Και όμως, στα πρόθυρα της τελειωτικής καταστροφής, σε αυτά τα περιορισμένα εδάφη, αισθανόμαστε ότι σφύζει μια εθνική ζωή ανανεωμένη, ελπιδοφόρα, γεμάτη από τα προμηνύματα και κάποτε από τις πραγματοποιήσεις μιας ελληνικής Αναγέννησης. Τα γράμματα ανθίζουν. Πνευματικές φυσιογνωμίες επιβλητικές, που η σημαντικότερή τους είναι ο Γεμιστός, ακτινοβολούν, χαράζουνε δρόμους, κάνουνε σχέδια για το μέλλον του γένους. Στο Μυστρά και στη Μακεδονία η ελληνική τέχνη παρουσιάζει μια λαμπρή ακμή. Αισθάνεται κανείς ότι ο ελληνισμός είναι γεμάτος από δημιουργικές ορμές και μεγάλες προσδοκίες.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτός ο απροσδόκητος οργασμός, αυτή η παράλογη αισιοδοξία, εμπρός σε μιαν απειλή τόσο συντριπτική; Θα πρέπει, νομίζουμε, να εξηγηθεί από το γεγονός ότι, τον καιρό των Παλαιολόγων, ξυπνά κι αρχίζει να γυρεύει τον εαυτό της η εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Το φαινόμενο είναι βέβαια γενικότερο, αληθινά κοσμοϊστορικό. Οι εθνικές συνειδήσεις διαμορφώνονται ταυτόχρονα στη Δύση, γίνονται αποφασιστικός παράγοντας της ευρωπαϊκής ιστορίας. Με το ξύπνημά τους, ανοίγει μια καινούργια μεγάλη εποχή: η περίοδος των εθνικών Κρατών.

Στα μέρη μας εκφράζει παραστατικά το ιστορικό αυτό γεγονός η χρήση του εθνικού ονόματος “Έλλην”, που δε σημαίνει πια, όπως συνέβαινε στους παλαιότερους αιώνες, τον ειδωλολάτρη σε αντίθεση με το Χριστιανό, ούτε δηλώνει τοπικιστικές διακρίσεις, μα σημαίνει και πάλι ολόκληρο το γένος και την Επικράτεια και τους βασιλιάδες.

“Από της ΙΔ΄ εκατονταετηρίδος και εφεξής”, μας λέει ο Β. Μυστακίδης, “εισεχώρησεν η χρήσις τω ν λέξεων Έλλην κτλ. εν τω βυζαντιακώ Κράτει.” Είναι τα πρώτα σκιρτήματα της εθνικής συνείδησης που φουντώνει όσο ζυγώνει το τέλος. Η “Ρωμανία” ουσιαστικά δεν υπάρχει πια. Το μωσαϊκό των λαών που την αποτελούσαν το σκέπασε η Τουρκορατία. Η ρωμαϊκή παράδοση σβήνει. Οι Έλληνες δεν ενδιαφέρονται πια για τη συνέχιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εκείνο που τους ενδιαφέρει τώρα είναι να περιοριστούνε στα δικά τους εδάφη, γύρω στο Αιγαίο, και να στερεώσουν ένα Κράτος, μικρότερο, αλλά ομοιογενές, καθαρά εθνικό, ελληνικό.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος προσφωνεί τον Ιωάννη Παλαιολόγο: “Ω της Ελλάδος ήλιε Βασιλεύ!” Ο Γεμιστός γράφει στο Μανουήλ Παλαιολόγο: “Εσμέν γαρ ουν, ων ηγείσθε και βασιλεύετε, Έλληνες το γένος, ως ήτε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί”. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης γράφει για “Ελλήνων πράγματα, Ελλήνων Βασίλειον, Ελλήνων Βασιλέα”. Και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, μιλώντας την προπαραμονή της Άλωσης προς τους συμπολεμιστές του, τους αποκαλεί “απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων” και την Πόλη ονομάζει “ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων”. Δεν αρνιέται ίσως ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ τον πατροπαράδοτο τίτλο του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων, είναι όμως πρώτιστα, την ώρα εκείνη, Βασιλιάς των Ελλήνων.

Οι άνθρωποι αυτοί του 15ου αιώνα, οι Παλαιολόγοι, οι Γεμιατοί, οι Αργυρόπουλοι. Οι Χαλκοκονδύληδες, είναι ήδη Νεοέλληνες. Είναι δικοί μας άνθρωποι, αισθάνονται την εθνική τους υπόσταση όπως εμείς. Εργάζονται συνειδητά για το δικό μας μέλλον. Και ο Κωνσταντίνος για μας θυσιάζεται, συνειδητά επίσης. Όταν αποκρούει τις προτάσεις για συνθηκολόγηση που του γίνονται και προτιμά να πέσει πολεμώντας, σα Σπαρτιάτης στα Τείχη της Πόλης, ξέρει πως ο λαός του έχει ανάγκη από ένα τέτοιο παράδειγμα τιμής, αντρειοσύνης και αυτοθυσίας που να καθαγιάσει την εθνική του συνείδηση και την αγάπη του της εθνικής ελευθερίας. Και πράγματι, από την επομένη της Άλωσης, ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά γίνεται σε μάζες λαού μια ψυχική δύναμη φοβερή, ένα μεγάλο ομαδικό άγχος, μια ακοίμητη λαχτάρα που δε θα μπορέσει να ηρεμήσει ποτέ ωσότου έρθει η λυτρωτική στιγμή του Εικοσιένα. Η θυσία του γεφυρώνει ένα ιστορικό χάσμα τεσσάρων αιώνων ανάμεσα στους ανθρώπους της εποχής των Παλαιολόγων και σε εκείνους της Τριπολιτσάς και του Μεσολογγιού…

Η γενεά μας πρόφτασε και είδε, στα εφηβικά της χρόνια, τις τελευταίες αναλαμπές του θρύλου, το πορφυρό ηλιοβασίλεμα της Μεγάλης Ιδέας. Κάτι από τον Ελληνισμό της Άλωσης έφτασε ζωντανό ώς εμάς, μας άγγισε και μας άφησε μιαν ανεξίτηλη σφραγίδα. Ζήσαμε ύστερα ολόκληρες δεκαετίες μέσα στη σύγχυση και τη σύγκρουση των ιδεών τού 20ού αιώνα και σε μιαν ιστορική εξέλιξη ανήκουστη. Σήμερα αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε το βαθύτερο νόημα της κρίσης που κλυδωνίζει τα σύγχρονα Κράτη. Νιώθουμε, διαβλέπουμε πως η ιστορική ανάγκη οδηγεί αναπόφευκτα τους πολιτισμένους λαούς προς ευρύτερα πολιτειακά σχήματα, υπερεθνικά. Δεν είμαστε βέβαια προφήτες, μα νομίζουμε πως, με τον απλό κοινό νου, μπορεί κανείς σήμερα να διατυπώσει την πρόβλεψη ότι, όσοι ζήσουν ώς τα τέλη τού αιώνα, θα προφτάσουνε να δούνε τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Ποιος ξέρει τότε, μες στον καινούργιο κόσμο που θα διαμορφωθεί, ποια θα είναι η μοίρα της περίφημης αυτοκρατορικής Πόλης που δεσπόζει στις πύλες δυο ηπείρων και που προορίστηκε, από χιλιάδες χρόνια, να είναι σταυροδρόμι και χοάνη λαών. Ποιος ξέρει τις μορφές και τι εκφράσεις μπορεί να προσλάβει η προαιώνια ροπή των λαών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου να αποτελέσουν μιαν ενότητα γύρω στην Εφτάλοφη του Βοσπόρου. Μορφές και εκφράσεις ειρηνικής ζωής και δημιουργικής διεθνικής αλληλεγγύης.

• Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΚΖ΄, τόμος 53ος, τεύχος 622, 1 Ιουνίου 19530

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή