- Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
Τα πρόσφατα γεγονότα με την Τουρκία επανέφεραν στο προσκήνιο τις σχέσεις των δυο χωρών που όσο κι αν δεν μας αρέσει, δίνουν το πάνω χέρι στην γειτονική χώρα. Η δημοσιοποίηση των χαρτών με τα δικά της θαλάσσια πάρκα, η “εξαφάνιση” του Καστελόριζου και οι συνεχείς αναφορές σε αμφισβητούμενα νησιά και βραχονησίδες, προβάλλουν το σκληρό, ανάλγητο και εκτός ορίων διεθνούς δικαίου πρόσωπο της Τουρκίας.
Η ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών επιχείρησε να μας καθησυχάσει. Αναφέρει ότι “η εξαγγελία «θαλάσσιων πάρκων» εκτός τουρκικών χωρικών υδάτων συνιστά απαράδεκτη, μονομερή και παράνομη ενέργεια”. Όμως η Τουρκία επιμένει και κάνει τον σχετικό θόρυβο γύρω από το θέμα αυτό, κλιμακώνοντας την αναθεωρητική στρατηγική της.
Είναι, πιστεύω, ενδιαφέρον και κρίσιμο δίλημμα, το οποίο απασχολεί έντονα την ελληνική εξωτερική πολιτική: το τίμημα της στάσης απέναντι στην αναθεωρητική πολιτική του Ερντογάν.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η Ελλάδα επιλέγει να βασίζει την εξωτερική της πολιτική στις αρχές του διεθνούς δικαίου, του δικαίου της θάλασσας (UNCLOS) και των διεθνών συνθηκών. Αυτή η προσέγγιση προσφέρει ισχυρά νομικά και ηθικά ερείσματα, καθώς παρέχει νομιμότητα στις ελληνικές θέσεις έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων, οι οποίες συχνά στερούνται διεθνούς νομικής βάσης.
Ενισχύει τη θέση της Ελλάδας εντός διεθνών οργανισμών (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΟΗΕ) και την καθιστά ελκυστικότερο εταίρο για χώρες που σέβονται το διεθνές δίκαιο. Και επιπλέον, η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο προάγει τη σταθερότητα στην περιοχή, καθώς θεσπίζει κανόνες συμπεριφοράς και επίλυσης διαφορών.
Το δίλημμα του κατευνασμού και οι κίνδυνοι
Το ζήτημα σχετικά με τον “κατευνασμό” είναι η καρδιά του διλήμματος. Η πολιτική κατευνασμού, ιστορικά, αναφέρεται σε προσπάθειες ικανοποίησης των απαιτήσεων ενός επιθετικού κράτους προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση. Στην περίπτωση του Ερντογάν, ο οποίος ακολουθεί πράγματι μια αναθεωρητική πολιτική με συνεχείς διεκδικήσεις, ο κίνδυνος του κατευνασμού είναι υπαρκτός και πολυδιάστατος:
Η συνεχής υποχώρηση σε απειλές ή διεκδικήσεις μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση μειονεξίας και απώλειας εθνικής αξιοπρέπειας στο εσωτερικό. Δημιουργεί την εντύπωση ότι η χώρα δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Αν μια χώρα δείχνει αδυναμία ή απροθυμία να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, μπορεί να χάσει την αξιοπιστία της στα μάτια διεθνών εταίρων. Άλλες χώρες μπορεί να μην την υπολογίζουν ως σοβαρό συνομιλητή ή σύμμαχο.
Η ιστορία έχει δείξει ότι ο κατευνασμός συχνά δεν οδηγεί σε αποκλιμάκωση, αλλά αντίθετα, ενθαρρύνει τον αναθεωρητικό δρώντα να ζητά περισσότερα, καθώς αντιλαμβάνεται την υποχώρηση ως αδυναμία.
Οι συνεχείς τουρκικές προκλήσεις (π.χ., έρευνες σε ελληνική υφαλοκρηπίδα, υπερπτήσεις, αμφισβήτηση της ελληνικότητας νησιών) εάν δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, μπορεί να οδηγήσουν στην παγίωση de facto καταστάσεων που υπονομεύουν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Μια κυβέρνηση που θεωρείται ότι “κατευνάζει” μπορεί να αντιμετωπίσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό, οδηγώντας σε πολιτική αστάθεια.
Η πολυπλοκότητα της ελληνικής στρατηγικής
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση, παρά τις κατηγορίες περί κατευνασμού, προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ διαφορετικών στόχων.
Κύριος στόχος είναι η αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης με την Τουρκία, καθώς μια τέτοια σύγκρουση θα είχε ανυπολόγιστο κόστος.
Η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας (διερευνητικές επαφές, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης) κρίνεται απαραίτητη για την αποκλιμάκωση εντάσεων και την αποφυγή ατυχημάτων.
Παράλληλα με τις διπλωματικές προσπάθειες, η Ελλάδα επενδύει στην ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της, στέλνοντας μήνυμα αποφασιστικότητας για την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Η Ελλάδα επιδιώκει τη διεθνοποίηση των τουρκικών προκλήσεων, ζητώντας την υποστήριξη της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και άλλων διεθνών εταίρων.
Το δίλημμα είναι πραγματικό. Η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο είναι η σωστή και μόνη βιώσιμη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Ωστόσο, η αποτελεσματική εφαρμογή της απαιτεί μια ισορροπημένη προσέγγιση που να αποφεύγει τον κίνδυνο του κατευνασμού.
Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ της διατήρησης της ψυχραιμίας και των διαύλων επικοινωνίας, της αποφασιστικής υπεράσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, και της διαρκούς ενίσχυσης της διεθνούς της θέσης και των συμμαχιών της. Το “τίμημα” της στάσης έναντι του Ερντογάν δεν είναι απλώς οικονομικό ή στρατιωτικό, αλλά και ηθικό, καθώς αφορά τον αυτοσεβασμό και την εικόνα της χώρας διεθνώς. Η ισορροπία αυτή απαιτεί συνεχή εγρήγορση, στρατηγική σκέψη και εθνική ενότητα.
