Δημήτρης Δόγκας: Ο Άγνωστος Στρατιώτης

by ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΓΚΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΓΚΑΣ

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Υψώνω το βλέμμα και κλίνω το γόνυ με συντριβή
εμπρός στον άντρα που στέκει ασάλευτος, εκεί,
σαν άγαλμα μόλις ανασκαμμένο από της λήθης τα κατάμαυρα χώματα.
Τα απλωμένα χέρια του, μετέωρα αναδευόμενα σύννεφα,
αναζητούν τα λευκά οστά του σκοτωμένου παιδιού του
να ψηλαφήσουν τις θανατερές χοές των τελευταίων στιγμών,
ν’ αφουγκρασθούν ξανά τον αχό της στερνής του πνοής,
να αφήσουν πάνω τους μ’ ένα λειψό χάδι
το ύστερο δαχτυλικό αποτύπωμα της αγάπης του.
Τα χείλη σφιγμένα και πνιχτή η φωνή,
μα απ’ τα ορθάνοιχτα μάτια αναβλύζουν υγρές δονήσεις αβάσταχτες.
Τρίζουν τα τσάμια στην πόλη,
στα πολυδιάβατα πεζοδρόμια οι πλάκες ανασαλεύουν
και τα μικρά παιδιά αρχίζουν τότε το κλάμα απαρηγόρητα.
Η πολιτεία μεταμορφώνεται αναποφάσιστη
χωνεύοντας διαρκώς τον εαυτό της.
Στην πλατεία του συντάγματος,
τα περιστέρια τρομαγμένα από τον κακό οιωνό
φτερούγισαν βιαστικά στον φθινοπωριάτικο ουρανό
κάνοντας κύκλους πάνω από τον άγνωστο στρατιώτη.

Υψώνω το βλέμμα και τα μάτια θολώνουν
κοιτώντας το μέλλον σαν τυφλός Τειρεσίας.
Ποιος είναι άραγε ο κακός οιωνός που τόσο φόβισε τα περιστέρια;
Κι από πού έρχεται;
Από ποια βάθη τάχα του χτες αλύτρωτα ακόμα από τις Ερυνίες τους
ή από ποιο σκοτάδι,
κρυμμένο ακόμα καλά μέσα στη μήτρα του αύριο;
Απλώνω τα χέρια πάνω στα απλωμένα χέρια του
και νιώθω το ρίγος,
στα σωθικά μου νιώθω τις ηλεκτρικές εκκενώσεις του υπέρτατου πόνου,
νιώθω του κορμιού του την πείνα
που λιώνει το σώμα και χωρίζει στα δύο τα σφυρά.
Πάνω στο στήθος του, σαν από πέτρα,
ψηλαφώ ανάγλυφη την απόφαση του θανάτου,
λες και μόνος αυτός θα σώσει το δίκιο στον κόσμο.

Φθινοπώριασε πια,
το ψιλόβροχο ξεπλένει σιγά-σιγά τη σκόνη
από τα κτήρια και τους δρόμους της πόλης,
τα δέντρα που μαράζωσαν στην κάψα του καλοκαιριού
τώρα δροσίζονται.
Κι ο ήλιος που χαμήλωσε πρόσθεσε στο στέρνο των ανθρώπων,
σαν μια σφιγμένη γροθιά,
τη θλίψη του ουρανού για το φέγγος που χάθηκε.
Όμως όσοι μπορούν να διαβάζουν τη μνήμη της πόλης το ξέρουν
πως όταν η απόφαση του θανάτου γραφτεί πάνω στην πέτρα
τότε ο χρόνος θρέφει και θεριεύει την προσμονή των ανθρώπων για δίκιο
όπως ακριβώς το χιόνι θρέφει τους φυλαγμένους σπόρους της άνοιξης.

Και θα ‘ρθει ξάφνου μια ανατολή
που πρώτα θα απλώσει στον ουρανό την παλέτα της
για να ζεστάνει τις ψυχές των ανθρώπων
κι έπειτα με τις συγχορδίες των πουλιών
θα σημάνει την έκρηξη της ζωής
και με τα χρώματα των λουλουδιών θα ζωγραφίσει
την ελπίδα και τη στοργή
σε κάθε ένα από τα πρόσωπα της νιότης.
Κι όλα του κόσμου τα παιδιά
με γέλια και φωνές έπειτα
θα ξεχυθούν στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης
κρατώντας το καθένα ένα κομμάτι άνοιξη μέσα στις χούφτες του.
Και θα δικάσουν τότε τα παιδιά με το γέλιο τους
δικαστές και πρωθυπουργούς,
υποκριτές και συκοφάντες,
για να φέρουν έτσι παντού στην πολιτεία
την επικράτεια της άνοιξης.
Μα πριν, ο άγνωστος στρατιώτης θα εγερθεί από την κλίνη του
και σε στάση άψογης προσοχής εμπρός στο μνημείο του
θα εξανθρωπίσει και πάλι τα σύμβολα
τοποθετώντας πλάι του
τους άγνωστους και ανώνυμους  μάρτυρες τούτης της άνοιξης ή
κάποιας άλλης μετά από χρόνια
όταν οι νέοι θα έχουν γεράσει πια
κι όλα θα έχουν γίνει μνήμη πίσω από σκονισμένα κτήρια
και σπόροι καλά φυλαγμένοι στο χιόνι μιας βαρυχειμωνιάς.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή