Το ερώτημα πώς μπορεί η Ευρώπη να εξασφαλίσει την άμυνά της σε έναν πολυπολικό κόσμο, με μειωμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία, κυριάρχησε σε συζήτηση στο πλαίσιο του 4ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών στις Βρυξέλλες.
Η πρέσβης της Πολωνίας στην Ε.Ε., Agnieszka Bartol, υπογράμμισε ότι «η ενίσχυση της άμυνάς μας δεν είναι συμβιβασμός, αλλά αρχή που όλοι αναγνωρίζουμε». Περιέγραψε τη Ρωσία ως «τη μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη αυτή τη στιγμή» και τόνισε την ανάγκη για ενίσχυση. Όπως είπε, η Ε.Ε. πρέπει να οικοδομήσει τη δική της βιομηχανική ικανότητα, «ξεκινώντας από ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας». Αναφέρθηκε επίσης στο πρόγραμμα SAFE για συνεργασίες με τρίτες χώρες, σημειώνοντας ότι οι συζητήσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά «βρίσκονται σε εξέλιξη», με κάθε συμφωνία να εξετάζεται «τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά».
Τη συζήτηση συνέχισε ο Guntram Wolff, Senior Fellow, Bruegel, Professor of Economics, Université Libre de Bruxelles επισημαίνοντας πως η αμυντική ενίσχυση συνεπάγεται «μεγαλύτερες δαπάνες και αυξημένη ζήτηση». Όπως είπε, «όταν αυξάνεται η ζήτηση, η προσφορά δεν μπορεί να προέλθει μόνο από το εσωτερικό», γεγονός που δημιουργεί νέες εξαρτήσεις. «Το λογισμικό είναι η πυρίτιδα της εποχής», σημείωσε, «και αν δεν βρίσκεται στα ευρωπαϊκά χέρια, μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης». Ο ίδιος κάλεσε για «κοινή στρατηγική μείωσης της εξάρτησης από εξωτερικούς προμηθευτές» και «επενδύσεις στον εκσυγχρονισμό των στρατών», υπογραμμίζοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμάζεται ακόμη και «για τα πιο ακραία σενάρια».
Από τη δική του πλευρά, ο Burkard Schmitt, Διευθυντής Άμυνας και Ασφάλειας στον Aerospace, Security & Defence Industries Association of Europe, στάθηκε στη σημασία της βιομηχανικής διάστασης. Όπως είπε, «η ΕΕ πρέπει να οικοδομήσει τη δική της αμυντική αυτονομία σύντομα» και να μάθει «να αγοράζει πολύ περισσότερο συλλογικά, μαζί». Η κοινή προμήθεια οπλικών συστημάτων, εξήγησε, αποτελεί «μεγάλη πρόκληση αλλά και προϋπόθεση για μια ισχυρή αμυντική βιομηχανία». Πρόσθεσε ότι η Ένωση χρειάζεται «μεγαλύτερη φιλοδοξία» στο πεδίο των κρίσιμων πρώτων υλών και προειδοποίησε ότι οι κυβερνοεπιθέσεις και οι υβριδικές απειλές «απαιτούν συνεργασία και ταχύτητα, γιατί οι δρώντες είναι πολλοί και διαφορετικοί».
Η Γενική Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, Benedetta Berti υπογράμμισε: «Έχουμε ήδη μια δύναμη, το ΝΑΤΟ, και πρέπει να τη χρησιμοποιούμε σωστά», είπε, αναφερόμενη στις απειλές της Ρωσίας και στις σχέσεις της με τη Βόρεια Κορέα και την Κίνα. «Δεν πρέπει να αποδυναμώσουμε κάτι τόσο λειτουργικό», πρόσθεσε, προτείνοντας «έναν ισχυρότερο ευρωπαϊκό πυλώνα εντός του ΝΑΤΟ», που θα περιλαμβάνει όχι μόνο την ΕΕ αλλά και χώρες όπως η Τουρκία, η Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο. «ΝΑΤΟ και Ε.Ε. μπορούν να έχουν μια win–win συνεργασία», σημείωσε, ιδιαίτερα στον τομέα των προμηθειών.
Κλείνοντας τη συζήτηση, ο Ευρωβουλευτής, Γιάννης Μανιάτης, MEP, Vice Chair, S&D Group in the EP, Belgium, πρώην Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, τόνισε ότι «οι γεωπολιτικές εξελίξεις ώθησαν την ΕΕ να γίνει πιο σοβαρή στην άμυνα» και πως η αύξηση των κονδυλίων «είναι μεγάλη αλλαγή, αλλά χρειάζεται να επενδυθούν έξυπνα».
Επεσήμανε ότι «περισσότερα λεφτά δεν σημαίνουν απαραίτητα καλύτερη άμυνα» και κάλεσε για «κανόνες επιλεξιμότητας» και ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ώστε «η καινοτομία να περάσει σε παραγωγή μεγάλης κλίμακας». Όπως είπε, «πρέπει να ξοδεύουμε ευρωπαϊκό χρήμα για να παράγουμε ευρωπαϊκά» και να υπάρξει «μεγαλύτερη συνεννόηση για τις κρίσιμες πρώτες ύλες».
Τη συζήτηση συντόνισε ο Άγγελος Αθανασόπουλος, Διευθυντής Τύπου σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP).
