Το αγροτικό αδιέξοδο

Μια σύγκρουση επιβίωσης, νοοτροπίας και πολιτικής σκοπιμότητας

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Η Ελλάδα στην κατάψυξη και οι δρόμοι στις φλόγες: Μια χώρα κομμένη στα δύο, με τα τρακτέρ να σχηματίζουν σιδερένια τείχη στην άσφαλτο και την κοινωνία να παρακολουθεί αμήχανη ένα έργο που επαναλαμβάνεται ως μοιραία ρουτίνα. Πίσω από τα μπλόκα και τις υψωμένες γροθιές, η σύγκρουση είναι βαθύτερη από μια απλή διαφωνία για το κόστος του πετρελαίου. Είναι η μετωπική σύγκρουση ενός αγροτικού κόσμου που έμαθε να επιβιώνει με τις “ενέσεις” των επιδοτήσεων και μιας νέας πραγματικότητας που απαιτεί ριζικές αλλαγές. Όταν ο διάλογος αρνείται την πρόσκληση και η πολιτική σκοπιμότητα συναντά την απόγνωση του χωραφιού, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Οδηγούμαστε σε μια λύση ουσίας ή απλώς σε μια ακόμη προσωρινή ανακωχή μέχρι τα τρακτέρ να ξαναβγούν στους δρόμους;

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Η κατάσταση με τις αγροτικές κινητοποιήσεις είναι σύνθετη και αντανακλά μια βαθιά κοινωνική και πολιτική ένταση που εμφανίζεται συχνά στην ελληνική πραγματικότητα. Η ανάλυση ενός τέτοιου “αδιεξόδου” απαιτεί την κατανόηση των κινήτρων όλων των πλευρών.

Είναι αλήθεια ότι στα μπλόκα υπάρχει έντονη παρουσία συνδικαλιστών που πρόσκεινται στο ΚΚΕ και σε άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Για το ΚΚΕ, η αγροτική κινητοποίηση δεν είναι απλώς μια διαπραγμάτευση για επιδόματα, αλλά ένα κομμάτι του ταξικού αγώνα ενάντια στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΚΑΠ) και της ελεύθερης αγοράς.

Η άρνηση της προσφυγής στο διάλογο χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης ώστε η κυβέρνηση να “ανοίξει τα χαρτιά της” περαιτέρω. Υπάρχει επίσης η πεποίθηση ότι αν καθίσουν στο τραπέζι πρόωρα, η δυναμική των δρόμων θα εκτονωθεί χωρίς να επιτευχθούν οι μέγιστες δυνατές παραχωρήσεις.

Η κυβέρνηση βρίσκεται ανάμεσα στις δημοσιονομικές αντοχές της χώρας και στην ανάγκη διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης. Από τη μία, η παροχή υπερβολικών κινήτρων μπορεί να εκληφθεί ως “υποχώρηση στον εκβιασμό”, ανοίγοντας την όρεξη και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Από την άλλη, η χρήση βίας για το άνοιγμα των δρόμων ενέχει τον κίνδυνο πολιτικού κόστους και κοινωνικής ανάφλεξης.

Σύγκρουση δικαιωμάτων

Το “κόψιμο της Ελλάδας στη μέση” είναι το πιο ακανθώδες σημείο. Εδώ δημιουργείται η σύγκρουση δύο δικαιωμάτων, δηλαδή το δικαίωμα στη διαμαρτυρία και το δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση και την οικονομική δραστηριότητα των υπόλοιπων πολιτών.

Η ιστορική εμπειρία μάς δείχνει ότι τέτοιες κρίσεις στην Ελλάδα ακολουθούν έναν συγκεκριμένο κύκλο. Οι τόνοι ανεβαίνουν και από τις δύο πλευρές για επικοινωνιακούς λόγους. Οι αγρότες δεν μπορούν να λείπουν για πάντα από τα χωράφια τους και η κοινή γνώμη αρχίζει να δυσφορεί με τους κλειστούς δρόμους. Συνήθως η λύση δίνεται με μια νέα, ελαφρώς βελτιωμένη πρόταση από την κυβέρνηση, την οποία οι αγρότες αποδέχονται ως “νίκη”, επιτρέποντας την αποχώρηση με ψηλά το κεφάλι.

Το αδιέξοδο που βλέπουμε είναι σε μεγάλο βαθμό τακτικό. Παρά την οξύτητα, καμία πλευρά δεν επιθυμεί μια ολοκληρωτική ρήξη που θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να στηρίζει όσο βλέπει ότι η κυβέρνηση πιέζεται, αλλά αν η ταλαιπωρία των πολιτών ξεπεράσει ένα όριο, η στήριξη αυτή θα γίνει πολιτικό βαρίδι.

Το κλειδί βρίσκεται στην “ποιότητα” του διαλόγου. Αν η συζήτηση μείνει μόνο στα χρήματα (επιδόματα), το πρόβλημα θα επανέλθει του χρόνου. Αν αγγίξει το κόστος παραγωγής και τα δομικά προβλήματα της αγροτικής παραγωγής, ίσως υπάρξει πιο μόνιμη εκτόνωση.

Ωστόσο υπάρχει η αίσθηση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, ότι οι αγρότες “καλόμαθαν” στις επιδοτήσεις κι αυτή είναι μια ευρέως διαδεδομένη άποψη στις αστικές περιοχές, αλλά η πραγματικότητα έχει κάποιες σημαντικές τεχνικές και ιστορικές παραμέτρους.

Πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ (σημερινή ΕΕ), οι αγρότες ζούσαν πράγματι χωρίς τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, αλλά το μοντέλο ήταν τελείως διαφορετικό. Η παραγωγή ήταν μικρότερης κλίμακας, το κόστος των εφοδίων (λιπάσματα, πετρέλαιο) ήταν χαμηλό και ο ανταγωνισμός από το εξωτερικό περιορισμένος. Το κράτος προστάτευε τα εγχώρια προϊόντα με δασμούς στις εισαγωγές.

Με την είσοδο στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), το τοπίο άλλαξε ριζικά. Οι επιδοτήσεις δεν δόθηκαν ως “δώρο”, αλλά ως αντιστάθμισμα για το άνοιγμα των αγορών. Οι Ευρωπαίοι αγρότες έπρεπε να ανταγωνιστούν φθηνά προϊόντα από τρίτες χώρες, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλά πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας που κοστίζουν ακριβά.

Γιατί οι επιδοτήσεις έγιναν “ναρκωτικό”;

Πολλοί αναλυτές συμφωνούν ότι ο τρόπος που δόθηκαν οι επιδοτήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες δημιούργησε στρεβλώσεις. Για πολλά χρόνια, οι αγρότες επιδοτούνταν βάσει στρεμμάτων ή ιστορικών δικαιωμάτων, όχι βάσει του τι παρήγαγαν. Αυτό οδήγησε κάποιους στο να “εισπράττουν χωρίς να σπέρνουν”. Αντί τα χρήματα να γίνουν σύγχρονα τρακτέρ, συστήματα άρδευσης ή συνεργατικά σχήματα (συνεταιρισμοί), συχνά διοχετεύθηκαν στην κατανάλωση. Σήμερα, ένας αγρότης δεν μπορεί να επιβιώσει με τα εργαλεία του 1970. Το κόστος της τεχνολογίας, των καυσίμων και των γεωπονικών φαρμάκων έχει εκτοξευθεί.

Σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η “νοοτροπία”, αλλά το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής είναι συχνά υψηλότερο από την τιμή πώλησης του προϊόντος στο χωράφι. Αν αφαιρεθεί η επιδότηση, πολλές καλλιέργειες στην Ελλάδα θα γίνουν αυτόματα ζημιογόνες, κάτι που θα οδηγούσε σε εγκατάλειψη της υπαίθρου και πλήρη εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές τροφίμων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί πλέον να αλλάξει το μοντέλο, στρέφοντας τις ενισχύσεις προς την “πράσινη ανάπτυξη” και την καινοτομία. Αυτό προκαλεί την τωρινή οργή, γιατί πολλοί αγρότες (ειδικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ή οι λιγότερο οργανωμένοι) αδυνατούν να προσαρμοστούν στους νέους, αυστηρούς κανόνες.

Εδώ έχουμε στην πραγματικότητα μια σύγκρουση δύο εποχών. Εκείνων που έμαθαν να επιβιώνουν μέσω των επιδοτήσεων ως κοινωνικό επίδομα, και της νέας πραγματικότητας που απαιτεί ο αγρότης να γίνει “επιχειρηματίας” για να επιβιώσει.

Είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς άλλες χώρες προσπάθησαν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης. Το πιο ακραίο και επιτυχημένο παράδειγμα παγκοσμίως είναι η Νέα Ζηλανδία, ενώ στην Ευρώπη, η Ολλανδία ακολούθησε έναν τελείως διαφορετικό δρόμο μέσω της τεχνολογίας.

Το 1984, η Νέα Ζηλανδία βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση με την Ελλάδα: οι αγρότες εξαρτιόνταν πλήρως από τις κρατικές επιδοτήσεις. Η κυβέρνηση, αντιμέτωπη με οικονομική κρίση, αποφάσισε κάτι αδιανόητο: κατήργησε σχεδόν όλες τις αγροτικές επιδοτήσεις μέσα σε μια νύχτα.

Στην αρχή υπήρξε απόγνωση. Οι τιμές της γης έπεσαν και πολλοί προέβλεπαν μαζική καταστροφή. Τελικά, μόνο το 1% των αγροτών χρεοκόπησε. Οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να γίνουν τρομερά αποτελεσματικοί. Σταμάτησαν να παράγουν ό,τι επιδοτούσε το κράτος και άρχισαν να παράγουν ό,τι ζητούσε η παγκόσμια αγορά. Σήμερα, η Νέα Ζηλανδία έχει έναν από τους πιο κερδοφόρους και καινοτόμους αγροτικούς τομείς στον κόσμο, χωρίς κρατική βοήθεια.

Η Ολλανδία είναι μια μικρή χώρα, με κακό καιρό και λίγη γη. Παρόλα αυτά, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ. Αντί να ζητούν περισσότερα χρήματα για πετρέλαιο ή λιπάσματα, επένδυσαν στην τεχνολογία. Χρησιμοποιούν θερμοκήπια υψηλής ακρίβειας, υδροπονία και ελάχιστο νερό. Στην Ολλανδία ο αγρότης θεωρείται “διευθύνων σύμβουλος” μιας επιχείρησης. Η επιδότηση εκεί δεν είναι “χαρτζιλίκι” για επιβίωση, αλλά κεφάλαιο για επένδυση σε ρομποτικά συστήματα και έρευνα.\

Κι εδώ γεννάται το ερώτημα: Γιατί δεν το κάνουμε στην Ελλάδα;

Υπάρχουν τρία βασικά εμπόδια που εξηγούν γιατί παραμένουμε στο “αδιέξοδο”: Ο μικρός κλήρος, η έλλειψη συνεργασίας και το πολιτικό κόστος. Ο Έλληνας αγρότης έχει λίγα στρέμματα διάσπαρτα. Αυτό κάνει την παραγωγή ακριβή και την τεχνολογία ασύμφορη. Στην Ευρώπη οι αγρότες ενώνονται σε πανίσχυρους συνεταιρισμούς (Cooperatives). Στην Ελλάδα, λόγω κακής προϊστορίας, ο καθένας προσπαθεί μόνος του. Καμία κυβέρνηση δεν τολμά να πει “τέλος οι επιδοτήσεις”, γιατί οι αγρότες είναι μια κρίσιμη εκλογική μάζα.

Αν η Ελλάδα δεν ξεφύγει από το μοντέλο “διεκδικώ επιδότηση-κλείνω τον δρόμο”, η αγροτική παραγωγή θα συρρικνώνεται συνεχώς. Οι νέοι θα φεύγουν από τα χωριά και η γη θα καταλήγει σε λίγες μεγάλες εταιρείες που μπορούν να διαχειριστούν το κόστος.

Τα τωρινά μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση (όπως η μείωση στο ρεύμα ή η επιστροφή φόρου στο πετρέλαιο) είναι όντως ικανά να λύσουν το πρόβλημα, ή αν είναι απλώς “ασπιρίνες” για μια βαθιά πληγή; Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν (όπως η μείωση της τιμής του αγροτικού ρεύματος και η προκαταβολή της επιστροφής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο) έχουν έναν ξεκάθαρο στόχο: την άμεση ανακούφιση της ρευστότητας.

Ωστόσο, αν τα εξετάσουμε ψύχραιμα, μπορούμε να δούμε γιατί θεωρούνται από πολλούς «ασπιρίνες» και γιατί δεν λύνουν το αδιέξοδο. Το φθηνότερο ρεύμα μειώνει το κόστος άρδευσης, που είναι τεράστιο για καλλιέργειες όπως το βαμβάκι ή το καλαμπόκι. Αλλά αφορά κυρίως όσους έχουν γεωτρήσεις. Πολλοί αγρότες έχουν ήδη μεγάλα χρέη στη ΔΕΗ που δεν παραγράφονται.

Η επιστροφή Φόρου Πετρελαίου δίνει “ζεστό” χρήμα στην τσέπη του αγρότη για να μπορέσει να σπείρει, αλλά το ποσό παραμένει σταθερό εδώ και χρόνια, ενώ η τιμή του πετρελαίου στις αντλίες έχει ανέβει κατακόρυφα.

Και οι ρυθμίσεις χρεών δίνουν μια ανάσα σε όσους κινδυνεύουν με κατασχέσεις, αλλά είναι μια μετακύλιση του προβλήματος στο μέλλον, δεν μειώνει το συνολικό χρέος.

Γιατί παραμένει το αδιέξοδο;

Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι η συζήτηση εγκλωβίζεται στο κόστος παραγωγής, αλλά αγνοεί την τιμή πώλησης. Ο αγρότης πουλάει το γάλα ή τα πορτοκάλια του για λίγα λεπτά, αλλά ο καταναλωτής στην Αθήνα τα αγοράζει 4 και 5 φορές ακριβότερα. Αυτή η διαφορά καταλήγει στους μεσάζοντες. Όσο η κυβέρνηση δεν ελέγχει τα δίκτυα διανομής, οι επιδοτήσεις απλώς “επιδοτούν” εμμέσως τους μεσάζοντες. Ειδικά στη Θεσσαλία, το πρόβλημα δεν είναι το ρεύμα, αλλά το γεγονός ότι η γη καταστράφηκε. Εκεί οι αγρότες νιώθουν ότι “τελείωσαν” και γι’ αυτό η στάση τους είναι πιο ανένδοτη.

Η Ευρώπη πλέον δίνει χρήματα μόνο αν ο αγρότης κάνει περίπλοκες “πράσινες” δράσεις. Πολλοί Έλληνες αγρότες, λόγω έλλειψης ενημέρωσης, έχασαν φέτος μεγάλο μέρος των χρημάτων που περίμεναν.

Αν συνεχίσουμε έτσι, οδηγούμαστε σε μια βίαιη αναδιάρθρωση. Δηλαδή, οι μικροί και μη οργανωμένοι αγρότες θα εγκαταλείψουν το επάγγελμα (ήδη συμβαίνει), η γη θα συγκεντρωθεί σε λίγους μεγάλους παίκτες ή επιχειρήσεις και η ύπαιθρος θα ερημώσει.

Η πραγματική λύση (που καμία πλευρά δεν συζητά στα μπλόκα), θα ήταν η υποχρεωτική δημιουργία υγιών συνεταιρισμών (ώστε να αγοράζουν φθηνά εφόδια και να πουλάνε ακριβά ως ομάδα) και η άμεση σύνδεση της παραγωγής με τον τουρισμό. Το να ζητάς “εδώ και τώρα” χρήματα από έναν κρατικό προϋπολογισμό που είναι ήδη πιεσμένος, απλώς μεταθέτει το πρόβλημα για τον επόμενο χρόνο.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή