«Ένας καλλιτέχνης οραματίζεται και υπηρετεί έναν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό σκοπό και ταυτόχρονα να μπορεί να επιδιώκει να ζήσει από την τέχνη του. Η θέση του Κουν παραμένει πολύτιμη ως ιδανικό και ως υπενθύμιση του βαθύτερου νοήματος της τέχνης, αλλά χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί μέσα στο σήμερα.»
Συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου
Ο Ιωάννης Μπάστας είναι ένας νέος ηθοποιός και χορευτής πολλά υποσχόμενος. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω από την καλή μου φίλη και εξαίρετη συνάδελφο Ευτυχία Λαμπροπούλου και με εντυπωσίασε με το ήθος και η συνέπειά του.
Η συνέπεια δείχνει υπευθυνότητα και σεβασμό στον χρόνο των άλλων, ενώ το ήθος φανερώνει παιδεία και εσωτερική καλλιέργεια. Όταν αυτά τα δύο συνδυάζονται με τη φρεσκάδα και τη δημιουργικότητα της νέας γενιάς, δημιουργούν το ιδανικό πρότυπο για το μέλλον της κοινωνίας μας.
Αυτή τη σεζόν ο Ιωάννης Μπάστας συμπρωταγωνιστεί στην παράσταση του έργου ζωής Kontakthof της Pina Bausch, που παίζεται στην κεντρική Σκηνή του κτιρίου Τσίλλερ, το οποίο μοιάζει με έναν τόπο, όπου συναντιούνται άνθρωποι αποζητώντας επαφή… Γι΄αυτό και αγανακτεί, όταν βλέπει τους συνανθρώπους του να βυθίζονται στην απελπισία, θέμα που απαχολεί και το έργο.
«Δυστυχώς, ένας νέος καλλιτέχνης στην Ελλάδα είναι δύσκολο να βιοποριστεί αποκλειστικά από την τέχνη του. Και γι’ αυτό το λόγω είναι πολύ σημαντικός ο αγώνας –που γίνεται αυτή την περίοδο– για την συλλογική σύμβαση εργασίας.»

Σήμερα φιλοξενούμε τον Ιωάννη Μπάστα εδώ που μας εκπλήσσει γενικώς…
- Από τα έδρανα της Αρχιτεκτονικής αποκαλύφθηκε ένας χαρισματικός ηθοποιός, που πάντα γοητεύει. Πώς συνέβη;
Στο δεύτερο έτος των σπουδών μου στην Αρχιτεκτονική, αποφάσισα να συμμετέχω στην Θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου της Κρήτης. Στο πλαίσιο αυτής της ομάδας ανακάλυψα μία καινούρια πτυχή του εαυτού μου, που με κέρδισε απρόσμενα. Και ξαφνικά, όσο ζητούσα και ήθελα από έμενα να είμαι παρών στην Αρχιτεκτονική, άλλο τόσο ήθελα να είμαι δοσμένος σε αυτή την ομάδα. Δημιουργήθηκε, έτσι, ένας πυρήνας ατόμων, και πλέον αγαπημένων φίλων, που παρέα καταλήξαμε να δίνουμε εξετάσεις σε δραματικές σχολές, με αποτέλεσμα την δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
- Αυτή τη σεζόν συμμετέχετε στην παράσταση του Ε.Θ. Kontakthof, του εμβληματικού έργο της Pina Bausch. Τι θα λέγατε κ. Μπάστα για το τόσο σημαντικό θέμα του έργου;
Η ανθρώπινη επαφή. Δεν έχει σταματήσει να απασχολεί τον άνθρωπο ποτέ. Η Pina Bausch ήταν μία πραγματική ιδιοφυία. Πέρα από τις θεμελιώδες αλλαγές που εφηύρε στη σχέση κίνηση – χορού, το πιο σημαντικό ήταν ο τρόπος που προσέγγιζε την κάθε έννοια που καλούταν να ασχοληθεί. Το ζήτημα, λοιπόν, της επαφής υπάρχει πάντα και παντού. Η μαλακότητα και η συμπερίληψη κάθε πιθανής έκφανσης της επικοινωνίας τους ανθρώπου και η προσπάθεια αυτού να προσπαθήσει, να δοκιμαστεί, να τα καταφέρει, να αποτύχει, να τραυματίσει και να τραυματιστεί, να κοιτάξει έξω του και μέσα του είναι το πραγματικό ζητούμενο σε αυτό τον χώρο της επαφής (Kontakt – Hof). Ειδικά στην μεταCoVid εποχή, που ζήσαμε την απόλυτη αποξένωση του ανθρώπου.
«Στην Ελλάδα, το σύγχρονο θέατρο έχει μάθει –δυστυχώς– να επιβιώνει μέσα σε συνθήκες ανεπαρκούς θεσμικής στήριξης. Αυτή η έλλειψη, όμως, το ωθεί να υπερβαίνει τα όρια της τέχνης και να λειτουργεί ως κατεξοχήν κοινωνική και πολιτική πράξη.»

- Εκτός των άλλων το έργο μιλάει και για το φόβο, που κυριαρχεί γύρω μας. «Αν μπορείς κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει» σημειώνει ο Νίκος Καζαντζάκης. Πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστούμε τους φόβους μας;
Νομίζω πως για να κυριεύσουμε τους φόβους μας, οφείλουμε πρώτα να τους κατανοήσουμε. Να καταλάβουμε ποιοι είμαστε μέσα από αυτούς, ποια είναι η πηγή τους, που εδρεύουν μέσα μας. ¨Κοιτάζοντας¨, λοιπόν, μέσα μας, παιδικά, καθαρά και άδολα, κατάματα που λέει ο Καζαντζάκης, ίσως να βρεθούμε αντιμέτωποι με αυτούς. Να τους αναγνωρίσουμε και να μάθουμε να ζούμε μαζί τους. Και ίσως κάποια στιγμή να γίνουν συνοδοιπόροι μας, και όχι εμπόδια.
- Τι σας έμεινε από την παρθενική σας εμφάνιση στο θέατρο του Πολύκλειτου στην παράσταση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Ούλριχ Ράσε. Μιλήστε μου για την τραγωδία της ευσέβειας έναντι της κρατικής εξουσίας, για την συνεργασία σας με τον Γερμανό σκηνοθέτη και την συμμετοχή σας στο Χορό της τραγωδίας;
Παγκόσμια πρεμιέρα μιας τραγωδίας με τη σκηνοθεσία ενός καλλιτέχνη με ισχυρό στίγμα στο θέατρο και στην επέτειο των 70 χρόνων του Φεστιβάλ Επιδαύρου, δημιουργούν μια στιγμή εξαιρετικά αξέχαστη. Ο Ulrich Rasche, ευτυχώς, είναι ένας σκηνοθέτης που ξέρει πολύ καλά τι προσπαθεί να δημιουργήσει. Δουλεύοντας, εδώ και χρόνια, με μια συγκεκριμένη μέθοδο που βασίζεται στην αέναη κίνηση και στη διαστολή του λόγου μέσω της επαναληπτικότητας και της ρυθμικότητας, στοιχειοθετεί ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο όμως δίνει ελευθερία στον ηθοποιό να εκφραστεί τόσο συλλογικά – μέσω του Χορού – όσο και ως ατομικότητα.
Τώρα, όσον αφορά το δίπολο, τραγωδία της ευσέβειας έναντι της κρατικής εξουσίας, το έργο το Σοφοκλή απαντά από μόνο του. Η Αντιγόνη συγκρούεται με τον Κρέοντα. Ο άγραφος, θεϊκός και ηθικός νόμος έναντι στην τάξη και στον νόμο του κράτους. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν συγκρούονται οι απόψεις δύο ανθρώπων που η κάθε μία υπηρετεί το δικό της νόμο; Εκεί ακριβώς γεννιέται η τραγωδία. Στην αμετακίνητη σύγκρουση, στην αποκομμένη επικοινωνία. Στην αδυναμία συνδιαμόρφωσης.
- Πότε και πώς ξεκίνησε η επαφή σας με το θέατρο; Ποια ήταν η αφορμή να ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Στη θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου Κρήτης , όπως προανέφερα ,μια πολύ καλή μου φίλη, η Αφροδίτη Σόβολου, με παρότρυνε να δώσω εξετάσεις σε δραματικές σχολές. Και έτσι έγινε. Μέσα από αυτή τη διαδικασία άρχισα να παρακολουθώ όλο και πιο συστηματικά τη θεατρική σκηνή της Αθήνας και θυμάμαι έντονα μία παράσταση που με είχε μαγέψει. Ήταν Χριστούγεννα όταν είδα την «Οπερέτα» του Νίκου Καραθάνου. Παρακολουθώντας την παράσταση, καθόμουν με τα πόδια πάνω στο κάθισμα, με μια ακατανίκητη επιθυμία να σηκωθώ και να ανέβω στη σκηνή
- Μιλήστε μας για κάποιες παραστάσεις στις οποίες συμμετείχατε έως τώρα. Ξεχωρίζετε κάποια και γιατί;
Ξεχωρίζω σίγουρα την πρώτη παράσταση στην οποία συμμετείχα. Ο «Ερωτόκριτος», σε σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Είχα μόλις τελειώσει τη σχολή και βρέθηκα ξαφνικά σε μια μεγάλη ακρόαση του ΚΘΒΕ – από την απόλυτη ασφάλεια της σχολής και των σπουδών, σε ένα τελείως καινούριο και άγνωστο περιβάλλον. Ευτυχώς, όμως, αυτή η συνεργασία αποδείχθηκε κάτι πολύ παραπάνω από επιτυχημένη. Και δεν το λέω μόνο καλλιτεχνικά, αλλά κυρίως για τους ανθρώπους που γνώρισα και με τους οποίους δουλέψαμε μαζί. Ήταν πραγματικά σαν αγκαλιά. Και η καθοδήγηση της Αργυρώς Χιώτη σε όλο αυτό που δημιουργήσαμε ήταν καθοριστική — με πολλή φροντίδα και εμπιστοσύνη.
- Ποιος χαρακτήρας από τη παγκόσμια δραματουργία σας έχει αγγίξει ως προσωπικότητα και θεωρείτε ότι σας έχει επηρεάσει σε κάποιο βαθμό;
Δύσκολο να απαντήσεις για έναν χαρακτήρα. Θα μπορούσα ευκολά να πω ο Άμλετ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτός. Είναι ο Φιλοκτήτης, η Νίνα, ο Τρέπλιεφ, ο Λεντς, η Μήδεια, οι τέσσερις αφηγητές των Ψευδαισθήσεων του Vyrypaev, ο Προμηθέας κλπ. Κάθε ‘άνθρωπος’ ενός μεγάλου δημιουργού – δραματουργού είναι πολλά κομμάτια ανθρώπων. Κομμάτια που έρχονται να αγγίξουν δικές σου πτυχές, αποκαλύπτοντας σου κάθε φορά κάτι ξεχωριστ
- Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας αξιοσημείωτη στιγμή από παράσταση, πρόβα, ή ακόμη από τα παρασκήνια;
Φέτος το καλοκαίρι, στην πρεμιέρα της «Αντιγόνης» σε σκηνοθεσία Ulrich Rasche, υπήρχε μια διαδρομή μέχρι τη σκηνή. Τη στιγμή που αντικρίσαμε το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου –και μας αντίκρυσε κι εκείνο– γεμάτο με δέκα χιλιάδες θεατές, ένιωσα απόλυτο δέος. Ήταν μια στιγμή ταυτόχρονα τρομακτική και αδιανόητα μαγική.
- Αν κάποιος σκηνοθέτης σας ζητούσε κάτι «ακραίο» για παράδειγμα να εμφανιστείτε επί σκηνής, όπως σας γέννησε η μητέρα σας θα το δεχόσαστε; Γενικά πόσο «ανοιχτός» είστε στην πρόκληση;
Είμαι ολότελα ανοιχτός στην πρόκληση, αρκεί αυτή να έχει νόημα καλλιτεχνικό και να εξυπηρετεί την δραματουργία και το σύνολο αυτού που κάνουμε. Μόνο έτσι έχει σκοπό, αλλιώς τα πράγματα γίνονται για να γίνονται. Κι εκεί χάνεται η αξία τους.
- Πιστεύετε πώς ένας νέος ηθοποιός ή σκηνοθέτης μπορεί να εξασφαλιστεί βιοποριστικά ασχολούμενος μόνο με το θέατρο;
Δυστυχώς, ένας νέος καλλιτέχνης στην Ελλάδα είναι δύσκολο να βιοποριστεί αποκλειστικά από την τέχνη του. Και γι’ αυτό το λόγω είναι πολύ σημαντικός ο αγώνας –που γίνεται αυτή την περίοδο– για την συλλογική σύμβαση εργασίας. Η ανάγκη να υπογραφεί μια ολοκληρωμένη σύμβαση στον ελεύθερο χώρου του θεάτρου είναι απαραίτητη εδώ και τώρα.
- Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος του θεάτρου στη σημερινή κοινωνία και ειδικότερα στην ελληνική πραγματικότητα;
Ζούμε σε έναν κόσμο ταχύτητας, εικόνας και επιφανειακής πληροφορίας. Το θέατρο, ωστόσο, απευθύνεται στο απόλυτο παρόν: στο παρόν αυτών που βρίσκονται πάνω στη σκηνή και εκείνων που παρακολουθούν. Συνιστά έναν κοινό τόπο και χρόνο, έναν χώρο ζωντανής συνδιαλλαγής και ανταλλαγής εμπειριών. Στην Ελλάδα, το σύγχρονο θέατρο έχει μάθει –δυστυχώς– να επιβιώνει μέσα σε συνθήκες ανεπαρκούς θεσμικής στήριξης. Αυτή η έλλειψη, όμως, το ωθεί να υπερβαίνει τα όρια της τέχνης και να λειτουργεί ως κατεξοχήν κοινωνική και πολιτική πράξη. Υπενθυμίζει ότι η ανάγκη για αφήγηση, συνάντηση και κοινή εμπειρία παραμένει βαθιά δημοκρατική και θεμελιώδης.
- Σε ένα κόσμο, που όλα γύρω μας καταρρέουν, ένας νέος πολυτάλαντος καλλιτέχνης σαν εσάς μπορεί ακόμη να ονειρεύεται;
Δεχόμαστε καθημερινά πληθώρα πληροφοριών και βομβαρδιζόμαστε από καταστροφολογικές παγκόσμιες και εγχώριες ειδήσεις. Οι κρίσεις, ωστόσο, υπήρξαν συχνά πεδίο και έδαφος, ανάπτυξης της τέχνης. Και όχι με την έννοια μιας ‘αφελούς’ φυγής, αλλά ως πράξη ελπίδας και πολιτικής ευθύνης. Όταν όλα καταστρέφονται, η φαντασία γίνεται καταφύγιο. Τα όνειρα είναι κομμάτι της ζωής μας και αν σταματήσουμε να ονειρευόμαστε, χαθήκαμε.
«Ένας καλλιτέχνης οραματίζεται και υπηρετεί έναν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό σκοπό και ταυτόχρονα να μπορεί να επιδιώκει να ζήσει από την τέχνη του. Η θέση του Κουν παραμένει πολύτιμη ως ιδανικό και ως υπενθύμιση του βαθύτερου νοήματος της τέχνης, αλλά χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί μέσα στο σήμερα.»

- Και ο Κάρολος Κουν υπογραμμίζει: «Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας.». Συμφωνείτε επ΄αυτού;
Ωραίο αυτό που λέει ο Κάρολος Κουν και φοβερά ρομαντικό, όμως ακουμπά σε μία θέση προνομίου. Κάνουμε θέατρο και για να ζήσουμε, αλλά και για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας και την κοινωνία μας. Το να κάνεις θέατρο για να ζήσεις δεν αναιρεί την πνευματική και κοινωνική του υπόσταση. Ο καλλιτέχνης δεν παύει να είναι εργαζόμενος, με ανάγκες και δικαιώματα σε αξιοπρεπή διαβίωση. Ένας καλλιτέχνης οραματίζεται και υπηρετεί έναν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό σκοπό και ταυτόχρονα να μπορεί να επιδιώκει να ζήσει από την τέχνη του. Η θέση του Κουν παραμένει πολύτιμη ως ιδανικό και ως υπενθύμιση του βαθύτερου νοήματος της τέχνης, αλλά χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί μέσα στο σήμερα.
- Πώς προβλέπετε το παρόν και το μέλλον της γενιάς σας, καλλιτεχνικά και κοινωνικά;
Το μέλλον είναι απρόβλεπτο, όμως η ζωή θέλει όνειρα και θυσίες. Κοιτάζοντας μπροστά με αισιοδοξία και με καθαρό βλέμμα, ίσως να καταφέρουμε να βρούμε και να διεκδικήσουμε όλα αυτά που αναζητάμε.
Σύντομο Βιογραφικό
Ο Ιωάννης Μπάστας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα.
Είναι αριστούχος απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (2022) και είναι τελειόφοιτος της σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης.
Αυτή την περίοδο παίζει στην παράσταση ‘KONTAKTHOF’ ένα έργο της Pina Bausch, στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Ως ηθοποιός έχει παίξει στις παραστάσεις: ‘Αντιγόνη’ σε σκηνοθεσία Ulrich Rasche (Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου), ‘Οξυγόνο’ σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή (Στέγη Ιδρύματος Ωνάση), ‘Ερωτόκριτος’ σε σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη (Κ.Θ.Β.Ε.), ‘Νησί των Θησαυρών’ σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου (θέατρο Πόρτα), ‘Καύσωνας’ σε σκηνοθεσία Γιάννη Παναγόπουλου (Στέγη Ιδρύματος Ωνάση), ‘ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ; Μια παράσταση για την Ελλάδα του τζόγου’ σε σκηνοθεσία Γιώργου Παύλου (θέατρο ΠΛΥΦΑ).
Στον κινηματογράφο έχει συμμετάσχει στην ταινία του Αλέξανδρου Βούλγαρη, ‘Βγαίνουν μέσα απ’ τη Μάργκο’.
Άλλες δραστηριότητες του είναι: χορός, σαξόφωνο και πιάνο.
