- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Ενώ η κυβέρνηση καταγράφει τη μεγαλύτερη δημοσκοπική φθορά της τελευταίας επταετίας, η ελληνική κεντροαριστερά μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια παράδοξη ακινησία. Όπως το ζώο που παραλύει μπροστά στα φώτα του επερχόμενου οχήματος, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αναδυόμενοι προοδευτικοί σχηματισμοί δείχνουν ανίκανοι να επιλέξουν μια τολμηρή κατεύθυνση. Με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί την κυριαρχία της παρά τα χαμηλά ποσοστά της, το ερώτημα δεν είναι πλέον γιατί φθείρεται η εξουσία, αλλά γιατί η εναλλακτική πρόταση παραμένει αόρατη, κατακερματισμένη και δέσμια της εσωτερικής της πολυπλοκότητας.
Παρά τη φθορά της κυβέρνησης, η οποία στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις (Μάρτιος 2026) κινείται σταθερά κάτω από το 30%, η αντιπολίτευση δεν καταφέρνει να εισπράξει αυτή τη δυσαρέσκεια. Οι λόγοι για την καθήλωση στα χαμηλά ποσοστά συνοψίζονται στα εξής:
Όπως συνέβη με τον Σολτς και τον Στάρμερ, έτσι και στην Ελλάδα το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ κατηγορείται για μια «ασαφή ταυτότητα». Ενώ το ποσοστό του εμφανίζει ελαφρά άνοδο (περίπου στο 13%), παραμένει πολύ μακριά από το να θεωρηθεί κόμμα εξουσίας. Οι ψηφοφόροι εισπράττουν μια επιφυλακτικότητα και μια προσκόλληση στο «παλιό», που δεν προσφέρει ένα «νέο όραμα».
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποστεί ιστορική κατάρρευση, με τις εσωτερικές διασπάσεις να τον έχουν αποδυναμώσει πλήρως. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή τελεί υπό αναμονή για το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος αν και έχει παραιτηθεί από το βουλευτικό αξίωμα, προετοιμάζει έναν νέο φορέα που θα επιδιώξει τη σύγκλιση Σοσιαλδημοκρατίας και Αριστεράς. Αυτή η «μεταβατική κατάσταση» κρατά τις προοδευτικές δυνάμεις σε μια ιδιότυπη ομηρία.
Στις δημοσκοπήσεις του 2026, ο «Κανένας» παραμένει ο δημοφιλέστερος… υπουργός (με ποσοστά κοντά στο 48%), ενώ η δυναμική νέων κομμάτων (όπως το λεγόμενο «κόμμα Καρυστιανού» ή σχηματισμοί της δεξιάς πολυκατοικίας) δείχνει ότι οι ψηφοφόροι αναζητούν διέξοδο εκτός του παραδοσιακού κεντροαριστερού χώρου.
Η ελληνική κεντροαριστερά βρίσκεται ακριβώς μπροστά στα «φώτα του αυτοκινήτου». Αν δεν επιλέξει μια τολμηρή κατεύθυνση, κινδυνεύει να παραμείνει συμπληρωματική δύναμη σε ένα σκηνικό που μετατοπίζεται ολοένα και δεξιότερα.
Οι δημοσκοπήσεις του Μαρτίου 2026 αποτυπώνουν ένα πολιτικό σκηνικό σε κατάσταση αναμονής και ανασφάλειας, κυρίως λόγω της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή και της συνεχιζόμενης ακρίβειας. Η ελληνική κεντροαριστερά παραμένει καθηλωμένη, καθώς οι ψηφοφόροι φαίνεται να «επενδύουν» είτε στη σταθερότητα της κυβέρνησης είτε σε σενάρια για νέα κόμματα που υπόσχονται ρήξη με το παρόν.
Σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις (Pulse, Interview, Opinion Poll):
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρωτιά με ποσοστά που κινούνται γύρω στο 30% (εκτίμηση ψήφου), παρουσιάζοντας ελαφρά ανοδική τάση λόγω της επιθυμίας των πολιτών για «σταθερότητα» σε μια περίοδο διεθνούς κρίσης.
Το ΠΑΣΟΚ παραμένει στη δεύτερη θέση αλλά με «ταβάνι», κινούμενο μεταξύ 12,5% και 13,5%. Παρά τη φθορά της ΝΔ, η «ψαλίδα» παραμένει μεγάλη (πάνω από 17 μονάδες σε κάποιες μετρήσεις).
Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει την καθοδική του πορεία, με ποσοστά που πλέον αγγίζουν οριακά το 3% – 4%, επιβεβαιώνοντας την υπαρξιακή κρίση του χώρου.
Όσον αφορά στα λοιπά κόμματα, η Ελληνική Λύση, το ΚΚΕ και η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζουν σταθερότητα, με την Πλεύση να ενισχύεται ελαφρώς σε ορισμένες μετρήσεις.
Τα Σενάρια για Νέα Κόμματα
Η μεγάλη «δεξαμενή» ψηφοφόρων βρίσκεται στην αποχή και στον «Κανένα», γεγονός που τροφοδοτεί τα σενάρια ίδρυσης νέων φορέων.
Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας εμφανίζει ανοδική τάση στις μετρήσεις που αφορούν «δυνητικά κόμματα». Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Pulse (11/03/2026), το 22% των ερωτηθέντων βλέπει θετικά την ίδρυση ενός νέου φορέα υπό την ηγεσία του. Ο ίδιος πραγματοποιεί περιοδείες και παρεμβαίνει για την ακρίβεια μέσω του Ινστιτούτου του, προετοιμάζοντας το έδαφος χωρίς όμως να ανακοινώνει ακόμη επίσημο χρονοδιάγραμμα.
Η κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού παρά την αρχική μεγάλη δυναμική (είχε αγγίξει το 31% σε στήριξη τον Ιανουάριο), τον Μάρτιο καταγράφει πτώση, υποχωρώντας στο 26% των θετικών γνωμών. Η υποχώρηση αποδίδεται στην έντονη ανησυχία των πολιτών για τον πόλεμο, που τους στρέφει σε πρόσωπα με «κυβερνητική εμπειρία». Παρ’ όλα αυτά, το προφίλ της παραμένει ισχυρό σύμβολο για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας.
Εξετάζεται δημοσκοπικά η πιθανότητα ενός νέου δεξιού φορέα, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος συγκεντρώνει ένα 5% – 7% ενδιαφέροντος, γεγονός που θα μπορούσε να στερήσει την αυτοδυναμία από τη ΝΔ στις εκλογές που φημολογούνται για το τέλος του 2026.
Η ανάλυση των δημοσκοπήσεων δείχνει ότι οι ψηφοφόροι της κεντροαριστεράς είναι κατακερματισμένοι. Πολλοί περιμένουν την τελική κίνηση Τσίπρα πριν αποφασίσουν πού θα κατευθυνθούν. Τα υπάρχοντα σχήματα (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά) δεν πείθουν ότι μπορούν να διαχειριστούν κρίσεις όπως ο πόλεμος ή η ενέργεια. Παρότι είναι το «αγκάθι» για την κυβέρνηση, η αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια σε ένα ενιαίο, τολμηρό πρόγραμμα. Συνοπτικά, ο Μάρτιος του 2026 βρίσκει το πολιτικό σύστημα σε αναταραχή, με τη ΝΔ να κυριαρχεί λόγω έλλειψης αντιπάλου, αλλά με το βλέμμα όλων στραμμένο στις ανακοινώσεις για τα νέα κόμματα που αναμένεται να ανακατέψουν ξανά την τράπουλα.
Η ελληνική κεντροαριστερά δεν κινδυνεύει από την έλλειψη επικοινωνιακής στρατηγικής, αλλά από την έλλειψη πολιτικού θάρρους. Όσο αναζητά τον «ελάχιστο κοινό παρονομαστή» και περιμένει τον από μηχανής θεό –είτε αυτός λέγεται νέος φορέας Τσίπρα είτε κοινωνική έκρηξη– τόσο θα παραμένει συμπληρωματική δύναμη σε ένα σκηνικό που μετατοπίζεται ολοένα και δεξιότερα. Αν οι προοδευτικές δυνάμεις δεν σπάσουν τον φαύλο κύκλο του σταδιακού συμβιβασμού και δεν προσφέρουν μια ρήξη που οι πολίτες θα αισθανθούν στην καθημερινότητά τους, τότε η «σύγκρουση» με την πολιτική εξαφάνιση δεν θα είναι απλώς μια πιθανότητα, αλλά μια αναπόφευκτη κατάληξη. Τα φώτα πλησιάζουν· η ώρα της κίνησης είναι τώρα.
