Παραπληροφόρηση και Πολιτική Χειραγώγηση

Πώς η πολιτική εργαλειοποίηση του ψεύδους αναδιαμορφώνει την καθημερινότητά μας και γιατί η αντιμετώπισή της αποτελεί το μεγαλύτερο συλλογικό στοίχημα της εποχής μας.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Στην αυγή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η πληροφορία αποτελεί το πολυτιμότερο, αλλά και το πλέον ευάλωτο αγαθό. Η παραπληροφόρηση δεν συνιστά πια μια απλή παρεκτροπή της ενημέρωσης, αλλά έναν δομικό μηχανισμό που καθορίζει τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις πολιτικές αποφάσεις και την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Μέσα από εξελιγμένες τεχνικές ψηφιακής προπαγάνδας και αλγοριθμικής χειραγώγησης, το ψεύδος δεν επιδιώκει πλέον μόνο να πείσει, αλλά να διχάσει και να παραλύσει τα αντανακλαστικά της κοινωνίας.

Η παραπληροφόρηση (disinformation) και οι ψευδείς ειδήσεις (fake news) δεν είναι καινούργια φαινόμενα, αλλά στην ψηφιακή εποχή έχουν αποκτήσει μια πρωτοφανή ταχύτητα και έκταση. Σήμερα, η παραπληροφόρηση δεν είναι απλώς ένας θόρυβος στο παρασκήνιο· είναι ένας παράγοντας που διαμορφώνει συνειδήσεις, επηρεάζει την υγεία μας και καθορίζει την πολιτική μας πραγματικότητα.

Το μεγαλύτερο πλήγμα της παραπληροφόρησης δεν είναι ότι μας κάνει να πιστεύουμε σε ένα ψέμα, αλλά ότι μας κάνει να μην πιστεύουμε σε τίποτα. Όταν ο πολίτης βομβαρδίζεται από αντικρουόμενες πληροφορίες, αρχίζει ν’ αμφισβητεί τους θεσμούς και σταδιακά να χάνει την εμπιστοσύνη του στην επιστήμη, τη δικαιοσύνη και τη δημοσιογραφία. Οι αλγόριθμοι των social media τείνουν να μας δείχνουν περιεχόμενο που επιβεβαιώνει τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, οδηγώντας σε πόλωση και αδυναμία διαλόγου.

Η παραπληροφόρηση έχει μετατραπεί σε “όπλο” στα χέρια όσων θέλουν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη. Ψεύτικα αφηγήματα μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα εκλογών ή δημοψηφισμάτων, στρέφοντας την προσοχή σε κατασκευασμένα σκάνδαλα αντί για πραγματικά πολιτικά προγράμματα. Κρατικοί και μη φορείς χρησιμοποιούν “στρατιές” από bots για να διασπείρουν θεωρίες συνωμοσίας, αποδυναμώνοντας τη συνοχή των κοινωνιών.

Η υγεία είναι ίσως ο τομέας όπου η παραπληροφόρηση έχει το πιο άμεσο και επικίνδυνο τίμημα. Από τις θεωρίες συνωμοσίας για τα εμβόλια μέχρι τις “θαυματουργές” αλλά επικίνδυνες θεραπείες για ασθένειες. Η παραπληροφόρηση σε θέματα υγείας δεν οδηγεί απλώς σε λάθος αποφάσεις, αλλά μπορεί να κοστίσει ανθρώπινες ζωές, καθιστώντας την ενημέρωση ζήτημα επιβίωσης.

Η Ψυχολογική Επιβάρυνση

Ζούμε σε μια κατάσταση διαρκούς “πληροφοριακής υπερφόρτωσης”. Η δυσκολία του να ξεχωρίσει κανείς την αλήθεια από το ψέμα δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας. Η ανάγκη για εντυπωσιασμό αλλοιώνει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα, εστιάζοντας στον φόβο και την οργή παρά στην ουσία

Η παραπληροφόρηση καθορίζει τη ζωή μας στον βαθμό που της το επιτρέπουμε μέσω της παθητικής κατανάλωσης. Η λύση δεν είναι μόνο η τεχνολογική καταστολή, αλλά κυρίως η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, η παιδεία στα μέσα επικοινωνίας και η διασταύρωση πηγών πριν από κάθε κοινοποίηση.

“Στην εποχή της πληροφορίας, η άγνοια είναι επιλογή, αλλά η παραπληροφόρηση είναι παγίδα.” Η πολιτική χειραγώγηση επηρεάζει όχι μόνο τη δική μου καθημερινότητα αλλά όλης της κοινωνίας.

Η πολιτική χειραγώγηση μέσω της παραπληροφόρησης δεν είναι ένα ατομικό πρόβλημα, αλλά μια συλλογική απειλή που διαβρώνει τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης. Όταν η κοινή γνώμη διαμορφώνεται με βάση το “κατασκευασμένο” συναίσθημα και όχι τα δεδομένα, η ίδια η έννοια της δημοκρατικής επιλογής τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Η Κατασκευή “Εχθρών” και ο Τεχνητός Διχασμός

Η πολιτική χειραγώγηση σπάνια βασίζεται σε λογικά επιχειρήματα. Αντίθετα, χρησιμοποιεί την παραπληροφόρηση για να δημιουργήσει πόλωση.

Ή Εμείς ή Αυτοί, Εμείς εναντίον Αυτών, Προχωράμε χωρίς Αυτούς! Μέσω ψευδών ειδήσεων, καλλιεργείται η εικόνα ενός “εχθρού” (είτε πρόκειται για μια κοινωνική ομάδα, μια άλλη χώρα, ή μια πολιτική παράταξη). Έτσι η κοινωνία χωρίζεται σε στρατόπεδα που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Η καθημερινή μας συναναστροφή δηλητηριάζεται από καχυποψία και επιθετικότητα.

Είναι και η στρατηγική της Κατακλυσμιαίας Ψευδούς Πληροφορίας. Πρόκειται για μια τεχνική όπου διαδίδονται τόσα πολλά ψέματα, τόσο γρήγορα και από τόσες διαφορετικές πηγές, που ο μέσος πολίτης “παραλύει”. Όταν δεν ξέρεις τι είναι αλήθεια, καταλήγεις να πιστεύεις αυτό που ταιριάζει στο συναίσθημά σου ή, ακόμη χειρότερα, να αποσύρεσαι εντελώς από τα κοινά (απάθεια). Αυτό οδηγεί σε μια κοινωνία που δεν αντιδρά στα πραγματικά προβλήματα, γιατί είναι απασχολημένη με το να αναλύει κατασκευασμένες κρίσεις.

Υπάρχει και η χειραγώγηση μέσω αλγορίθμων. Σήμερα, οι πολιτικές εκστρατείες δεν στέλνουν το ίδιο μήνυμα σε όλους. Με βάση τα δεδομένα μας, οι αλγόριθμοι μας “σερβίρουν” ακριβώς την παραπληροφόρηση που θα μας εξοργίσει ή θα μας φοβίσει περισσότερο. Αυτό καθορίζει τις συζητήσεις μας στο τραπέζι, τις αναρτήσεις μας και τελικά την ψήφο μας, χωρίς καν να συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε μέσα σε μια “ψηφιακή φούσκα.

Η χειραγώγηση δεν στοχεύει πάντα στο να σε πείσει για κάτι συγκεκριμένο. Συχνά, ο στόχος είναι απλώς να σε κάνει να νιώθεις ότι όλοι είναι το ίδιο, ώστε να μην απαιτείς πλέον τίποτα καλύτερο.

Η αντιμετώπιση της πολιτικής χειραγώγησης απαιτεί μια συνδυαστική προσέγγιση, καθώς το φαινόμενο είναι δομικό και δεν μπορεί να λυθεί μόνο από τη μία πλευρά. Είναι μια μάχη που δίνεται ταυτόχρονα “από πάνω προς τα κάτω” (νομοθεσία) και “από κάτω προς τα πάνω” (παιδεία).

Το Κράτος ως Ρυθμιστής 

Η ελευθερία του λόγου είναι ιερή, αλλά η συνειδητή εξαπάτηση με σκοπό τη χειραγώγηση είναι κάτι διαφορετικό. Το κράτος και οι διεθνείς οργανισμοί (όπως η Ε.Ε.) οφείλουν να θέσουν το πλαίσιο. Να υπάρχει διαφάνεια στους αλγορίθμους, έλεγχος της πολιτικής διαφήμισης και προστασία των δεδομένων.

Να υποχρεώνονται οι τεχνολογικοί κολοσσοί να αποκαλύπτουν πώς προωθούνται τα πολιτικά μηνύματα και να περιορίζουν τα “botnets”. Να υπάρχουν αυστηροί κανόνες για το ποιος χρηματοδοτεί τις καμπάνιες στα social media, ώστε να γνωρίζει ο πολίτης αν πίσω από μια “αυθόρμητη” είδηση κρύβεται ένα πολιτικό κέντρο. Και φυσικά αυστηρότερη εφαρμογή νόμων.

Οι νόμοι πάντα θα ακολουθούν την τεχνολογία, συχνά με καθυστέρηση. Εδώ έρχεται η παιδεία στα μέσα ως η μόνη οριστική λύση. Να μάθουμε από το σχολείο να αναγνωρίζουμε τις λογικές πλάνες και τις τεχνικές συναισθηματικής φόρτισης (π.χ. πότε μια είδηση προσπαθεί να μας φοβίσει για να μας ελέγξει). Η συνήθεια να διασταυρώνουμε μια πληροφορία πριν την αποδεχτούμε ως αλήθεια. Η παιδεία δεν σημαίνει να γίνουμε κυνικοί και να μην πιστεύουμε τίποτα, αλλά να ξέρουμε ποιες πηγές έχουν κύρος και επιστημονική τεκμηρίωση.

Αν το κράτος γίνει πολύ αυστηρό με τους νόμους, υπάρχει ο κίνδυνος να περάσουμε στην λογοκρισία. Αν πάλι βασιστούμε μόνο στην παιδεία, ίσως είναι πολύ αργά, καθώς η χειραγώγηση εξελίσσεται ταχύτερα από τα εκπαιδευτικά συστήματα.

Η κοινωνία χρειάζεται τους νόμους για να “αγοράσει χρόνο”, αλλά χρειάζεται την παιδεία για να κερδίσει την ελευθερία της. Η προστασία του πολίτη από την εξαπάτηση δεν είναι προαιρετική, είναι θεμελιώδης υποχρέωση της πολιτείας, όπως ακριβώς είναι η προστασία της σωματικής του ακεραιότητας ή της περιουσίας του. Όταν η πολιτεία απουσιάζει από αυτόν τον ρόλο, δημιουργείται ένα “θεσμικό κενό” το οποίο εκμεταλλεύονται όσοι έχουν τους πόρους να εξαγοράσουν επιρροή.

Η Προστασία της Δημοκρατικής Διαδικασίας

Αν η πολιτεία δεν διασφαλίζει ότι οι εκλογές διεξάγονται σε ένα περιβάλλον αλήθειας, τότε η λαϊκή κυριαρχία νοθεύεται. Η ψηφιακή προπαγάνδα είναι η σύγχρονη μορφή “νοθείας”, όχι στις κάλπες, αλλά στο μυαλό των ψηφοφόρων.

Μόνο ένα κράτος (ή μια ένωση κρατών όπως η Ε.Ε.) έχει τη νομική και οικονομική ισχύ να επιβάλει κανόνες στις μεγάλες πλατφόρμες. Ο μεμονωμένος πολίτης δεν μπορεί να αλλάξει τους όρους χρήσης του Facebook ή του X (Twitter)· η πολιτεία όμως μπορεί.

Για να είναι αποτελεσματική η πολιτεία, η νομοθεσία δεν πρέπει να περιορίζεται σε ευχολόγια, αλλά να περιλαμβάνει ποινές για τη συνειδητή διασπορά. Όχι για την έκφραση γνώμης, αλλά για την οργανωμένη και χρηματοδοτούμενη διάδοση αποδεδειγμένων ψευδών ειδήσεων.

Νόμοι που υποχρεώνουν κάθε περιεχόμενο παραγόμενο από Τεχνητή Νοημοσύνη (π.χ. deepfakes) να φέρει ειδική σήμανση. Κάθε πολιτικό μήνυμα στο διαδίκτυο να αναγράφει υποχρεωτικά “Πληρώθηκε από τον φορέα Χ”. Εδώ βέβαια προκύπτει ένα ειρωνικό ερώτημα: Πόσο πρόθυμη είναι μια πολιτική ηγεσία να νομοθετήσει αυστηρά κατά της προπαγάνδας, όταν η ίδια συχνά ωφελείται από αυτήν;

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο. Η πολιτεία έχει το καθήκον, αλλά οι πολίτες είναι αυτοί που πρέπει να την πιέσουν να το πράξει, μετατρέποντας το αίτημα για “καθαρή ενημέρωση” σε κεντρικό πολιτικό αίτημα.

Πιστεύω ότι πρέπει οι υπάρχοντες θεσμοί (π.χ. ΕΣΡ, δικαιοσύνη) να λειτουργούν πιο δραστικά. Η “δραστική λειτουργία” είναι η λέξη-κλειδί, γιατί στην ψηφιακή εποχή η δικαιοσύνη που καθυστερεί δεν είναι απλώς αργή, είναι άχρηστη. Μια ψευδής είδηση μπορεί να επηρεάσει μια εκλογική αναμέτρηση σε 24 ώρες, ενώ μια δικαστική απόφαση μπορεί να πάρει χρόνια.

Για να γίνουν οι θεσμοί (όπως το ΕΣΡ ή η Δικαιοσύνη) πραγματικά αποτελεσματικοί και όχι απλώς παρατηρητές, απαιτούνται ριζικές αλλαγές.

Μια σημαντική παράμετρος είναι η ταχύτητα αντίδρασης. Οι θεσμοί σήμερα λειτουργούν με ρυθμούς “γραφειοκρατίας”, ενώ η προπαγάνδα λειτουργεί με ρυθμούς “οπτικής ίνας”. Χρειάζονται ειδικά τμήματα εντός των θεσμών που θα λειτουργούν σε 24ωρη βάση, ειδικά σε περιόδους κρίσεων ή εκλογών. Δυνατότητα άμεσης αναστολής της προώθησης περιεχομένου που κρίνεται ως οργανωμένη παραπληροφόρηση, μέχρι να εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης.

Πολλοί από τους υπάρχοντες θεσμούς σχεδιάστηκαν για την εποχή της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Το ΕΣΡ, για παράδειγμα, πρέπει να έχει λόγο και στα ψηφιακά μέσα που δρουν εντός της επικράτειας, επιβάλλοντας πρόστιμα όχι μόνο στους δημιουργούς αλλά και στις πλατφόρμες που επιτρέπουν τη χρηματοδοτούμενη εξαπάτηση.

Δεν αρκούν οι νομικοί· χρειάζονται αναλυτές δεδομένων που μπορούν να εντοπίσουν αν ένα “κύμα” αναρτήσεων είναι αυθόρμητο ή προϊόν πληρωμένης στρατιάς από bots.

Μια πολιτεία που θέλει πραγματικά να πατάξει τη χειραγώγηση δεν περιμένει απλώς να καταστείλει το ψέμα, αλλά προετοιμάζει τον πολίτη. Όπως γίνονται καμπάνιες για την οδική ασφάλεια, έτσι πρέπει να γίνονται και για την “ψηφιακή ασφάλεια”. Η πολιτική βούληση φαίνεται στην αλλαγή του αναλυτικού προγράμματος των σχολείων, ώστε η κριτική ανάλυση των ειδήσεων να γίνει βασικό μάθημα.

Η Συναισθηματική Ταύτιση 

Ο μέσος πολίτης συχνά δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση. Είναι πολύ εύκολο να ζητάμε την πάταξη της παραπληροφόρησης όταν αυτή στρέφεται εναντίον των δικών μας πιστεύω. Όταν όμως ένας νόμος ή ένας θεσμός περιορίζει μια είδηση που “μας βολεύει” ή που “χαϊδεύει” την οργή μας, τότε πολλοί πολίτες αντιδρούν, κάνοντας λόγο για λογοκρισία.

Λόγω της ιστορικής διαδρομής της χώρας, υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη δυσπιστία προς τους θεσμούς. Αν το κράτος προσπαθήσει να επιβάλει “κανόνες αλήθειας”, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα το εκλάβει ως προσπάθεια επιβολής μιας κρατικής γραμμής. Αυτό σπρώχνει τους πολίτες ακόμα πιο βαθιά στις εναλλακτικές πηγές παραπληροφόρησης, τις οποίες θεωρούν (λανθασμένα) ως “αντισυστημικές” και άρα πιο “αληθινές”.

Η Ευκολία της “Fast Food” Ενημέρωσης

Η κριτική σκέψη απαιτεί χρόνο και κόπο. Στην καθημερινότητα της κρίσης και της πίεσης, ο πολίτης προτιμά το σύντομο, εντυπωσιακό και εύπεπτο βίντεο ή άρθρο παρά την εμβριθή ανάλυση. Οι τομές που προτείνετε απαιτούν από τον πολίτη να γίνει “ενεργός ερευνητής” και όχι παθητικός θεατής.

Για να “ετοιμαστούν” οι πολίτες, η πολιτεία δεν πρέπει απλώς να επιβάλει νόμους, αλλά να κερδίσει το δικαίωμα να την εμπιστεύονται. Αν οι θεσμοί δείξουν ότι ελέγχουν τους πάντες με την ίδια αυστηρότητα, η καχυποψία θα υποχωρήσει. Η κριτική σκέψη δεν καλλιεργείται με εγκυκλίους, αλλά με τη μετατροπή του σχολείου σε εργαστήριο διαλόγου και όχι αποστήθισης.

Χρειαζόμαστε τη συνεργασία της κοινωνίας των πολιτών, των πανεπιστημίων και των ανεξάρτητων δημοσιογράφων, ώστε ο έλεγχος της πληροφορίας να μην μοιάζει με “κρατικό μονοπώλιο”. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που απαιτεί τους πιο “κουρασμένους” πολίτες, γιατί τους ζητά να είναι διαρκώς σε εγρήγορση.

Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι αν οι πολίτες είναι “έτοιμοι”, αλλά αν έχουμε άλλη επιλογή. Αν η κριτική σκέψη δεν ανέβει επίπεδο, η κοινωνία θα συνεχίσει να είναι έρμαιο των συγκινήσεων και των τεχνητών κρίσεων. Μια μεγάλη “ψηφιακή κρίση” (π.χ. ένα σοβαρό deepfake που θα προκαλούσε εθνική ζημιά) θα ήταν το γεγονός που θα “ξυπνούσε” απότομα τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας.

Συχνά η ανθρωπότητα –και η ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί εξαίρεση– χρειάζεται ένα ισχυρό σοκ για να αντιληφθεί το μέγεθος ενός κινδύνου που μέχρι πρότινος θεωρούσε θεωρητικό ή “παιχνίδι των social media”.

Γιατί ένα “σοκ” θα ήταν το σημείο καμπής;

Πολλοί πιστεύουν ότι “δεν την πατάνε”. Ένα deepfake που θα αφορούσε, για παράδειγμα, μια εθνική κρίση ή μια οικονομική κατάρρευση, θα αποδείκνυε ότι κανείς δεν είναι απρόσβλητος. Μόνο μπροστά σε μια ορατή καταστροφή η πολιτική βούληση μετατρέπεται από “λόγια” σε “έργα”. Οι θεσμοί θα αναγκάζονταν να θωρακιστούν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα. Όταν το ψέμα αρχίζει να επηρεάζει την τσέπη μας, την ασφάλειά μας ή την επιβίωση της χώρας, η κριτική σκέψη παύει να είναι πολυτέλεια και γίνεται ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Το τραγικό βέβαια είναι ότι, αν περιμένουμε την κρίση για να ξυπνήσουμε, το τίμημα μπορεί να είναι πολύ βαρύ. Θα έχουμε χάσει την ευκαιρία να δράσουμε προληπτικά. Η εμπιστοσύνη, μόλις γκρεμιστεί ολοκληρωτικά, χρειάζεται δεκαετίες για να ξαναχτιστεί. Αν συμβεί αυτό το “γεγονός”, το στοίχημα θα είναι να μην οδηγηθούμε στο άλλο άκρο: στον απόλυτο κυνισμό (να μην πιστεύουμε τίποτα) ή στον αυταρχισμό (να δεχτούμε τον απόλυτο έλεγχο του διαδικτύου από το κράτος).

Η ανάλυσή μας δείχνει ότι η παραπληροφόρηση δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα των υπολογιστών, αλλά ένα υπαρξιακό πρόβλημα της δημοκρατίας μας. Η πολιτεία έχει το καθήκον της νομοθεσίας, αλλά εμείς έχουμε το καθήκον της πνευματικής εγρήγορσης.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η παραπληροφόρηση αποτελεί έναν “αόρατο καθοριστή” που απειλεί να μετατρέψει τον πολίτη από ενεργό υποκείμενο σε παθητικό δέκτη κατασκευασμένων κρίσεων. Η διαπίστωση ότι η πολιτική βούληση για θεσμική παρέμβαση αρχίζει να διαφαίνεται, είναι ελπιδοφόρα, αλλά δεν επαρκεί. Η προστασία της αλήθειας απαιτεί μια διπλή γραμμή άμυνας: μια δραστική πολιτεία που νομοθετεί με τόλμη και ενισχύει την ανεξαρτησία των θεσμών της, και μια κοινωνία που καλλιεργεί την κριτική σκέψη ως ένστικτο επιβίωσης. Ίσως χρειαστεί ένα ισχυρό ψηφιακό σοκ για να αφυπνιστούν πλήρως τα κοινωνικά αντανακλαστικά, όμως η πραγματική πρόκληση παραμένει: να οικοδομήσουμε μια δημόσια σφαίρα όπου η ελευθερία του λόγου δεν θα συγχέεται με το δικαίωμα στη συνειδητή εξαπάτηση. Η μάχη για την αλήθεια είναι, εντέλει, η μάχη για την ίδια την ελευθερία μας.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή