Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη με την ομάδα εθνικής ασφάλειας στον Λευκό Οίκο και εξετάζει ακόμη και νέα στρατιωτικά χτυπήματα κατά του Ιράν, αποκαλύπτεται πως οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται απευθείας με την Τεχεράνη χωρίς ουσιαστική ενημέρωση προς το Ισραήλ.
Το κλίμα στην Ουάσινγκτον παραμένει τεταμένο, με αξιωματούχους να αναφέρουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται ολοένα και πιο απογοητευμένος από την πορεία των διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο.
Την ίδια ώρα, πυρετώδεις διπλωματικές επαφές βρίσκονται σε εξέλιξη, με τον αρχηγό του στρατού του Πακιστάν να μεταβαίνει στην Τεχεράνη σε μια ύστατη προσπάθεια διαμεσολάβησης, ενώ και αντιπροσωπεία του Κατάρ συμμετέχει στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ, με τον Τραμπ να ενημερώνεται για όλα τα πιθανά σενάρια σε περίπτωση κατάρρευσης των συνομιλιών.
Παράλληλα, η αιφνιδιαστική αλλαγή στο πρόγραμμα του Αμερικανού προέδρου ενίσχυσε τα σενάρια πολεμικής κλιμάκωσης. Ο Τραμπ ακύρωσε την παραμονή του στο γκολφ κλαμπ του στο Μπέντμινστερ και επέστρεψε στην Ουάσινγκτον, δηλώνοντας ότι πρέπει να βρίσκεται στον Λευκό Οίκο «σε αυτή την κρίσιμη περίοδο».
Από την πλευρά του, το Ιράν επιμένει ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται, αλλά τονίζει πως δεν υπάρχει ακόμη τελική συμφωνία, με ιρανικές πηγές να αναφέρουν ότι βασική προτεραιότητα παραμένει ο τερματισμός του πολέμου.
Παρότι δεν υπάρχει ακόμη οριστική απόφαση για στρατιωτική δράση, πηγές κοντά στον Τραμπ εκτιμούν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος κλίνει πλέον προς μια «καθοριστική» στρατιωτική επιχείρηση, εκτός αν υπάρξει δραματική εξέλιξη στις διαπραγματεύσεις τις επόμενες ώρες.
Παραγκωνισμένοι οι Ισραηλινοί
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times και ynet, Ισραηλινοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι έχουν «παραγκωνιστεί πλήρως» από τη διαδικασία, σε σημείο που αναγκάζονται να συλλέγουν πληροφορίες μέσω ξένων διπλωματών, περιφερειακών επαφών αλλά και μέσω των δικών τους δικτύων παρακολούθησης μέσα στο Ιράν.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι πριν από την έναρξη της επιχείρησης «Roaring Lion», ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε εκτιμήσει στον Τραμπ πως ένα κοινό αμερικανοϊσραηλινό χτύπημα θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Ωστόσο, κύκλοι του Αμερικανού προέδρου θεωρούσαν εξαρχής αυτό το σενάριο μη ρεαλιστικό.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές φέρεται να μεγάλωσε μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, που προκάλεσε άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και αύξησε την πίεση προς τον Τραμπ για επίτευξη εκεχειρίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι ΗΠΑ εξετάζουν συμφωνία που θα «παγώνει» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν για 20 χρόνια, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής πρόβλεψη για το βαλλιστικό οπλοστάσιο της Τεχεράνης — κάτι που προκαλεί έντονο προβληματισμό στο Ισραήλ.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι φοβούνται ότι μια νέα συμφωνία θα μοιάζει τελικά με εκείνη του 2015 επί Ομπάμα, χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς στους πυραύλους και χωρίς μόνιμη εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, γεγονός που θα επιτρέψει στο Ιράν να ενισχύσει ξανά οικονομικά και στρατιωτικά οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ.
Το δημοσίευμα περιγράφει επίσης τη δραματική αλλαγή στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Από τη στενή επιχειρησιακή συνεργασία και τον κοινό συντονισμό, το Ισραήλ φέρεται πλέον να λειτουργεί ως «υπεργολάβος» των ΗΠΑ, περιμένοντας κάθε φορά την έγκριση της Ουάσινγκτον για στρατιωτικές κινήσεις.
Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις οι ΗΠΑ φέρονται να ενέκριναν ισραηλινές επιχειρήσεις και στη συνέχεια να αποστασιοποιήθηκαν δημόσια, ζητώντας από το Τελ Αβίβ να σταματήσει τις επιθέσεις.
Παρά τις πολεμικές επιχειρήσεις, το Ισραήλ δεν πέτυχε —μέχρι στιγμής— τους βασικούς στρατηγικούς στόχους που είχε θέσει ο Νετανιάχου: την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, την εξουδετέρωση των πυραυλικών δυνατοτήτων του και την ανατροπή του καθεστώτος.
