O Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε κατατάσσεται κι επάξια στον κατάλογο με τους σημαντικότερους σύγχρονους Ισπανούς συγγραφείς. Πρώην δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής, σήμερα ο Πέρεθ-Ρεβέρτε, εξόν από διάσημος συγγραφέας είναι και μέλος της ισπανικής Ακαδημίας (RAE), που παρεμβαίνει με μαχητικό και προκλητικό πολλές φορές τρόπο, σε θέματα της κοινωνίας και της πολιτικής. Ο Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε βρέθηκε στην Αθήνα στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha (5-29 Μαΐου) και με την ευκαιρία μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιωργη-Βύρωνα Δάβο για τη δουλειά του και τα μελλοντικά του σχέδια.
Τα βιβλία του Ρεβέρτε, των οποίων η πλοκή συνδυάζει την πολυμάθεια με το μυστήριο ή την αγωνία τού αστυνομικού θρίλερ, την δεξιοτεχνική γραφή με τον ρεαλισμό της πολύχρονης εμπειρίας του και στη μαχόμενη δημοσιογραφία, συγκλώθουν ταυτόχρονα πολλά λογοτεχνικά γένη, ιστορικές παραδόσεις και συγγραφικά στυλ. Τίτλοι πασίγνωστοι διεθνώς, όπως η σειρά των περιπετειών του Καπετάν Αλατρίστε, ο “Δάσκαλος της ξιφασκίας”, ο “Ζωγράφος των μαχών”, το “Τανγκό της τελευταίας φρουράς”, η “Λέσχη Δουμάς” και τόσοι άλλοι, αιχμαλωτίζουν την προσοχή κι έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αποτέλεσμα της μεγάλης δημοφιλίας κι επιτυχίας του είναι το ότι πολλά βιβλία του έχουν μεταφερθεί και στον κινηματογράφο (όπως “Η ένατη Πύλη”, “Ο πίνακας της Φλάνδρας”, “Αλατρίστε” κ.λπ.), κατακτώντας και τους φίλους της οθόνης.
Η στροφή από τη δημοσιογραφία στη συγγραφή μέσα από την ανάγνωση
Όμως πώς προέκυψε κι ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε, έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια δημοσιογραφίας στα παγκόσμια μέτωπα του πολέμου και μέσα στην επικαιρότητα, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη σταδιοδρομία του και να αφοσιωθεί στη γραφή; «Εγώ είμαι πάνω απ’ όλα ένας αναγνώστης, που κατά τύχη άρχισε να γράφει βιβλία από πολύ νεαρή ηλικία. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με πολλά βιβλία και αυτά με ώθησαν να θέλω να μάθω εάν ο κόσμος ήταν έτσι όπως τον περιέγραφαν τα βιβλία. Έγινα δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής για να το επαληθεύσω. Για πολύ καιρό βρέθηκα σε πολλά μέρη κι όταν πια το σακίδιό μου γέμισε με εμπειρίες, επέστρεψα για να μάθω εάν μπορώ να τις γράψω. Αυτό με έκανε να πλησιάσω την Ιστορία, τα λογοτεχνικά είδη και αυτό με ώθησε να πάρω την απόφαση. Αλλά συνεχίζω να διαβάζω με την ίδια αθωότητα που είχα όταν ήμουν παιδί. Αν μια μέρα σταματήσω να διαβάζω, θα έχω πεθάνει ως συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που είναι νεκροί και δεν το ξέρουν. Όταν ένας συγγραφέας χάνει την ικανότητα να είναι αναγνώστης, είναι νεκρός, και πολλοί δεν το συνειδητοποιούν. Αν όμως συνεχίζεις να είσαι αναγνώστης, έχεις ακόμα την επιθυμία να μάθεις, να γνωρίσεις, και αυτό σε κρατάει ζωντανό και σε εγρήγορση».
Ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε ακριβώς από τούτην την απαίτηση του αναγνώστη ξεκινά για να στερεώσει το σύμπαν του κάθε βιβλίου του, χρησιμοποιώντας την ιστορία για να δώσει τις πληροφορίες και τις αισθητικές απολαύσεις που απαιτεί το λογοτεχνικό παιχνίδι. Γιατί όμως επέλεξε την αστυνομική πλοκή και το μυστήριο;
«Για μένα, τα λογοτεχνικά είδη δεν έχουν ξεκάθαρα σύνορα. Όταν άρχιζα να διαβάζω, πολύ νέος, για μένα ήταν εξίσου σημαντικό να διαβάζω την Αγκάθα Κρίστι ή τον Μπαλζάκ, τον Ντοστογιέφσκι ή τον Τόμας Μαν, τον Καζαντζάκη, τον Θερβάντες ή τον Κόναν Ντόιλ. Για έναν άπληστο νεαρό αναγνώστη όπως εγώ, δεν υπήρχαν σύνορα ανάμεσα σε “υψηλή” και “ταπεινή” λογοτεχνία. Όλα είναι λογοτεχνία. Επομένως, στα μυθιστορήματά μου όλα τα είδη είναι ανακατεμένα: Ιστορία, αστυνομική πλοκή, ρομαντική πλοκή, περιπέτεια, οτιδήποτε. Ένα μυθιστόρημα είναι ένα πρόβλημα αποπλάνησης του αναγνώστη. Για να ακολουθήσει την ιστορία μου, πρέπει να του στήσω μια παγίδα κατασκευασμένη από διαφορετικά είδη: λίγο αστυνομικό εδώ, λίγο αισθηματικό εκεί… Πρόκειται για αφηγηματικές δομές και όλα τα είδη είναι έγκυρα. Έτσι, τα μυθιστορήματά μου δεν είναι ούτε αμιγώς ιστορικά ούτε αμιγώς αστυνομικά· όλα αναμειγνύονται. Κάθε μυθιστόρημα έχει τις δικές του ανάγκες».
Όμως, σε κάθε μυθιστόρημα υπάρχει ένας χαρακτήρας και επίσης ένα περιβάλλον. Ο ίδιος ο Πέρεθ-Ρεβέρτε, προσπαθεί να μεταδώσει μία τέτοια ιδιαίτερη κουλτούρα.
«Εγώ νιώθω Ευρωπαίος και Μεσογειακός. Γεννήθηκα σε μια πόλη της Μεσογείου (την Καρθαγένη). Για μένα η Μεσόγειος είναι μία: από την Καρθαγένη ή το Κάντιθ, μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα, το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια και τη Σικελία, πρόκειται για την ίδια πολιτισμική επικράτεια. Προέρχομαι από εκεί. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα, δεν έρχομαι σε μια ξένη χώρα, έρχομαι να δω τα ξαδέρφια μου. Είμαστε από την ίδια πολιτισμική πατρίδα. Έτσι, τρέφομαι από παιδί με όλα αυτά, μέσα από τα διαβάσματά μου -σπούδασα Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά- κι επειδή η πνευματική μου συγκρότηση είναι μεσογειακή. Νιώθω πιο πολύ σαν στο σπίτι μου στην Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο παρά στο Όσλο ή το Λονδίνο. Επομένως, για μένα η πολιτισμική έννοια είναι η κλασική. Έχω στην πολιτισμική μου μνήμη όλα όσα συνέβησαν εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, και όλα αυτά βρίσκονται στο έργο μου, στη δουλειά μου, στη ζωή μου».
Ωστόσο, όπως τονίζει κι ο Χέγκελ δεν αρκεί κανείς να έχει εντυπώσεις, αλλά θα πρέπει να τις τοποθετεί και με τρόπο δημιουργικό στην εξιστόρησή τους, γιατί όπως συμβαίνει και στην Ιστορία, έτσι και στη λογοτεχνία το ζήτημα δεν είναι μόνο η υπόθεση, αλλά κι η μέθοδος, να ξεκινά από προτάσεις και συλλογισμούς που βρίσκονται σε αρμονία με μία πραγματικότητα για να μην απογοητεύσουν τον αναγνώστη.
«Υπάρχουν δύο τύποι αναγνωστών: ο αναγνώστης-μάρτυρας, που κάθεται απέναντι από το μυθιστόρημα και το βλέπει από έξω, όπως κάποιος που πάει σινεμά, και ο αναγνώστης που μπαίνει μέσα στο μυθιστόρημα. Το ενδιαφέρον μου είναι να συμμετέχει ο αναγνώστης στο μυθιστόρημα, να μη βλέπει απλώς πώς ήταν ο 17ος αιώνας ή πώς ήταν ο πόλεμος, αλλά να ζήσει τον πόλεμο, να τον νιώσει. Για τον σκοπό αυτό, καταφεύγω τόσο στην πολιτισμική μου μνήμη όσο και στην προσωπική μου μνήμη. Όταν μιλάω για βία, για θάνατο, για μοναξιά, δεν τα έχω φανταστεί, δεν τα έμαθα στην μπάρα ενός μπαρ, ούτε διαβάζοντας βιβλία ή βλέποντας σινεμά. Τα έχω ζήσει. Αυτή η ανάμειξη των 3.000 χρόνων μεσογειακής μνήμης και προσωπικής εμπειρίας είναι που κάνει τα μυθιστορήματά μου αυτό που είναι».
Για τούτο κι ο Πέρεθ-Ρεβέρτε δεν θέλει να σταθεί ιδιαίτερα στις κινηματογραφικές μεταφορές των γραπτών του: «Δεν έχω αναμιχθεί σε κανένα από τα σενάρια των ταινιών αυτών. Μία ταινία αποδίδει ή δεν αποδίδει, ανάλογα, με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τη γραφή, την πλοκή της ιστορίας, τους υπαινιγμούς κάθε είδους, ιδίως τις αναφορές στην ιστορική ή πολιτισμική παράδοση που καλούν τη συμπαιγνία του υποψιασμένου αναγνώστη, τα σημεία καμπής, τη συγκίνηση, την ψυχολογία των ηρώων. Βέβαια, με τα σκηνοθετικά ευρήματα, τα εφέ, μπορεί να δώσει ταχύτερο ρυθμό στην ανάπτυξη και σασπένς. Όμως εγώ προτιμώ να γράφω για αναγνώστες κι όχι να έχω στο νου μου πιθανούς θεατές στο σινεμά» τονίζει.
Ο αντιηρωϊσμός του σύγχρονου, “κουρασμένου” ήρωα
Πάντα ένας συγγραφέας ταυτίζεται λίγο ως πολύ με όλα τα βιβλία του και του αρέσουν κι όλοι οι χαρακτήρες του. Όμως υπάρχουν κάποιοι από τους χαρακτήρες αυτούς, που ο κάθε συγγραφέας προτιμά περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλον. Για τον Πέρεθ-Ρεβέρτε, ποιο είναι το βιβλίο και ποιος είναι ο χαρακτήρας που του έδωσε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση;
«Κάθε μυθιστόρημα ανταποκρίνεται σε ένα σχέδιο, σε μια πρόθεση. Αλλά από όλα τα μυθιστορήματά μου, εκείνο με το οποίο νιώθω πιο συνδεδεμένος είναι “Ο ζωγράφος των μαχών” (El pintor de batallas), επειδή είναι ένα μυθιστόρημα σχεδόν αυτοβιογραφικό (σ.σ. σχετίζεται με τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας). Όσα διηγούμαι εκεί μέσα συνέβησαν, μου συνέβησαν, αλλά είναι δοσμένα με μια μυθιστορηματική, αφηγηματική μορφή. Δεν είναι ένα αμιγώς αυτοβιογραφικό βιβλίο, αλλά είναι ένα βιβλίο γεμάτο αυτοβιογραφία, η ζωή μου βρίσκεται εκεί. Μάλιστα, για να κατανοήσει κανείς τα μυθιστορήματά μου, “Ο ζωγράφος των μαχών” είναι το κλειδί· δείχνει από πού προέρχεται το υλικό από το οποίο πηγάζουν τα έργα μου. Όσοι έχουμε βρεθεί εκεί, όπως εσύ κι εγώ και άλλοι, αναγνωρίζουμε αυτό το έδαφος, που είναι ένα δικό μας έδαφος, αλλά κανείς εδώ δεν μπορεί να το φανταστεί. Γιατί η Δύση -δηλαδή η Ελλάδα, η Ισπανία σήμερα- έχει τυλίξει τον κόσμο με ένα είδος προστασίας, με ένα μη πραγματικό πέπλο, όπου όλα είναι καλά, όλοι είναι καλοί και πολιτικά ορθοί».
Όπως μας αποκαλύπτει ο Πέρεθ-Ρεβέρτε, στα μυθιστορήματά του συνυπάρχουν πάντα το καλό και το κακό: «Η πραγματική ζωή όμως δεν είναι έτσι. Εμείς έχουμε βρεθεί εκεί όπου η πραγματική ζωή δεν είναι έτσι, εκεί όπου ο πόνος, η υποφέρουσα κατάσταση, ο θάνατος, ο βιασμός, η δολοφονία είναι καθημερινότητα. Στα μυθιστορήματά μου, λοιπόν, φαίνεται ότι είναι γραμμένα από τον πραγματικό κι όχι από έναν φανταστικό κόσμο. Ούτε είναι πολιτικά ορθά. Υπάρχουν σκοτεινά πράγματα, θολές καταστάσεις, ύποπτοι χαρακτήρες, υπάρχουν δολοφόνοι, βιαστές, όπως υπάρχουν και ήρωες. Όταν ήμουν στην Ερυθραία το 1977, ακολουθώντας από κοντά τους αντάρτες συνειδητοποίησα ότι ο άνθρωπος δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός· είναι και τα δύο μαζί. Όλες αυτές οι εμπειρίες που διηγούμαστε αφορούν ανθρώπους διχασμένους στην καλή και κακή φύση τους».
Και προσθέτει: «Επίσης, ένα άλλο πράγμα που με ενδιαφέρει πολύ είναι ο “κουρασμένος ήρωας”. Δηλαδή, ο χαρακτήρας που είχε πίστη, που πίστεψε σε πράγματα -τιμή, πατρίδα, σημαίες, ανθρωπιά- και μετά η ζωή τού ξήλωσε κομμάτι-κομμάτι αυτές τις πεποιθήσεις. Του έχουν απομείνει πολύ λίγα πράγματα: μόνο η αξιοπρέπεια, η πίστη, το θάρρος, μερικές φορές η αγάπη. Και με αυτά τα μικρά πράγματα φτιάχνει τον κόσμο του. Σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες μου ανταποκρίνονται σε αυτό το πρότυπο. Είναι κουρασμένοι ήρωες, ήρωες που η ζωή τούς στέρησε τις αυταπάτες και τους άφησε πολύ λίγα, και αυτό το λίγο είναι η ηθική τους· από αυτό πιάνονται για να επιβιώσουν».
Το “ελληνικό μυθιστόρημά” του
Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, η πλοκή διαδραματίζεται στην Κέρκυρα, σε ελληνικό έδαφος (ο ίδιος αντισκόβοντας μας αποκαλύπτει πως και το επόμενό του μυθιστόρημα «που θα κυκλοφορήσει του χρόνου, επίσης διαδραματίζεται στην Ελλάδα, στα νησιά του Αιγαίου»). Είναι μια ιστορία λίγο πιο κλειστή, και είναι ένα μυθιστόρημα λίγο διαφορετικό, πιο ατμοσφαιρικό κι όχι τόσο δράσης, πιο κλειστό, ας πούμε. Μοιάζει ένας άμεσος φόρος τιμής στα αστυνομικά μυθιστορήματα.
«Ήθελα αυτό το μυθιστόρημα να έχει δύο αναγνώσεις. Ο κανονικός αναγνώστης βλέπει ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Υπάρχει όμως και ο αναγνώστης που έχει διαβάσει πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα και γνωρίζει τους μηχανισμούς του είδους. Αυτό είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο παίζω, θέλοντας να εξαπατήσω τον αναγνώστη με βάση αυτά που ο ίδιος ήδη ξέρει. Του κλείνω το μάτι: “ξέρω ότι έχεις διαβάσει πολλά αστυνομικά, και θα παίξω με αυτό. Θα σου στήσω παγίδες χρησιμοποιώντας τις δικές σου γνώσεις”. Είναι μια διανοητική πρόκληση, όχι ανάμεσα στον ντετέκτιβ και τον δολοφόνο, αλλά ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Με αυτό το μυθιστόρημα γινόμαστε συνένοχοι. Αναζητώ τον συνένοχο αναγνώστη. Δεν θέλω να τον εκπλήξω απλώς με την πλοκή -την οποία φρόντισα να κάνω όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική- αλλά να τον εκπλήξω κάνοντάς τον να πέσει σε παγίδες που ο ίδιος στήνει στον εαυτό του επειδή νομίζει ότι ξέρει».
Μάλιστα, όπως τονίζει στον Γ-Β Δάβο, ο Πέρεθ-Ρεβέρτε προχώρησε ακόμη περισσότερο πριν την έκδοσή του για να διαπιστώσει την επιτυχία τού εγχειρήματός του: «Έκανα ένα πείραμα στον εκδοτικό οίκο μου στη Μαδρίτη. Εκεί υπάρχει μια εκδότρια, μια γυναίκα εκπληκτικά έξυπνη, ένα θαύμα ευφυΐας. Της έδωσα το μυθιστόρημα χωρίς το τελευταίο κεφάλαιο και της είπα: “Για να δω αν θα βρεις τον δολοφόνο”. Και δεν τον βρήκε. Αυτό με καθησύχασε πολύ. Για μένα το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι εξίσου σημαντικό με οποιοδήποτε άλλο μυθιστόρημα. Το να μπορώ να ανακτήσω όλα εκείνα τα μυθιστορήματα που είχα διαβάσει νέος, να παίξω μαζί τους, να τα ξαναγράψω, να ψάξω σε αυτά κόλπα, παγίδες, αφηγηματικούς μηχανισμούς, ήταν μια εξαιρετική απόλαυση. Ήταν σαν να κατασκευάζω έναν μηχανισμό, εσκεμμένα γεμάτο παγίδες, σκοτεινές τρύπες και γωνίες. Ήταν κάτι με το οποίο διασκέδασα πάρα πολύ, εδώ και πολύ καιρό».
Τι σημαίνει να είσαι ακαδημαϊκός;
Εντούτοις, ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας στην Ισπανία, μέσα κι από τη δραστηριότητά του ως ακαδημαϊκού. Όμως, σε πείσμα της συμβατικής εικόνας τού αποστασιοποιημένου ακαδημαϊκού, αυτός τολμά να ανοίγεται σ’ αντιπαραθέσεις κι ανοικτές πολεμικές μέσα στην ίδια την κοινωνία. Ποιος είναι για τον ίδιο ο ρόλος του διανοουμένου;
«Εγώ δεν είμαι διανοούμενος» με τη στενή έννοια του όρου απαντά ο διαλεκτός συγγραφέας. «Είμαι ένας τύπος που υπήρξε πολεμικός ανταποκριτής και τώρα γράφει μυθιστορήματα. Η κοινωνική πίεση όμως με αναγκάζει να υιοθετώ στάσεις διανοουμένου τις οποίες εγώ δεν επιδιώκω. Μου το ζητούν οι αναγνώστες και με αναγκάζουν να μιλήσω. Και πιστεύω ότι στην παρούσα φάση, ο κόσμος γενικά αρνείται την πραγματικότητα -και αυτό αφορά όλη την Ευρώπη και τη Δύση- δεν θέλουμε να βλέπουμε το κακό, παρά μόνον το καλό. Πιστεύω ότι ο διανοούμενος έχει την υποχρέωση να ταρακουνάει συνειδήσεις, να ξεσηκώνει, να λέει “κοίτα, θα πεθάνουμε, υπάρχουν αρρώστιες, οι παπάδες δεν είναι άγιοι, οι αστυνομικοί δεν είναι τίμιοι, οι δικαστές κάνουν λάθη”. Ο κόσμος δεν είναι τόσο όμορφος. Αυτή η κατάσταση με ανάγκασε να γίνω συγκρουσιακός . Δεν το ήθελα, αλλά από τη στιγμή που έγινα ακαδημαϊκός, δεν μπορώ να επιτρέπω να συμβαίνουν πράγματα χωρίς ο κόσμος της διανόησης να αντιδρά. Στην Ισπανία, από φόβο ή από λαϊκισμό, αρνούνται την αυθεντία των μεγάλων κλασικών. Θεωρούν ότι οτιδήποτε κάνει ο κόσμος είναι έγκυρο. Αυτή η αποδοχή των πάντων φτωχαίνει τη γλώσσα και αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα της ισπανικής γλώσσας στα μέσα ενημέρωσης».
Τα ΜΜΕ, η φτώχεια της γλώσσας, η υποχώρηση των κλασσικών σπουδών κι η παρακμή της Δύσης
Αναπόφευκτα στο σημείο τούτο η συζήτηση έρχεται στην ευθύνη που έχουν τα μέσα ενημέρωσης κι η εθνική εκπαίδευση στην υποχώρηση της ουμανιστικής κουλτούρας.
«Τα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να μειώσουν το κόστος, έδιωξαν τους διορθωτές. Παλιότερα υπήρχε ο έγκριτος και διαβασμένος διορθωτής που αποφαινόταν “όχι αυτό” και έκανε διορθώσεις στα άρθρα. Ο διορθωτής, που έδινε το στυλ, χάθηκε – ήταν απλώς ένας μισθός που εξαφανίστηκε. Τώρα υπάρχει το ίντερνετ, το Google και τα φίλτρα για την ποιότητα έχουν εξαφανιστεί. Οποιοσδήποτε δημοσιογράφος γράφει λανθασμένα, μπορεί κάλλιστα να δημοσιευτεί χωρίς να τον επιβλέψει κανείς. Αυτό προκαλεί μια φτωχοποίηση της γλώσσας. Κάνει την κάθε εθνική γλώσσα να χάνει την αποτελεσματικότητά της, την κομψότητα, το πνευματικό της επίπεδο. Γιατί το να μιλάς καλά σημαίνει να σκέφτεσαι καλά. Τώρα όμως όλα αφήνονται στην τεχνητή νοημοσύνη, που αύριο θα είναι εκείνη που θα φτιάχνει τις εφημερίδες. Είναι αναπόφευκτο, προς τα εκεί πηγαίνουμε και τρεις χιλιάδες χρόνια πολιτισμού εξαφανίζονται. Τώρα έρχεται ένας άλλος κόσμος, δεν ξέρω ποιος θα είναι, εγώ δεν θα είμαι εδώ, αλλά δεν είναι πια ο ίδιος. Βλέπουμε ένα ξημέρωμα λίγο σκοτεινό».
Ο ίδιος πώς βλέπει όμως την υποχώρηση της διδασκαλίας των κλασσικών σπουδών στη βασική εκπαίδευση και την υποχώρηση των κοινωνικών κι ανθρωπιστικών επιστημών στην ανώτερη εκπαίδευση;
«Το να σπουδάζεις Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά δεν είναι μια καθαρά πολιτιστική δραστηριότητα· είναι μια νοητική δομή. Βοηθάει να κατανοήσεις τον κόσμο, να βάλεις σε τάξη τη γλώσσα, τη ζωή και τα γεγονότα. Με το να καταργείς τα Αρχαία Ελληνικά -στην Ισπανία δεν σπουδάζουν πια Ελληνικά ούτε Λατινικά- στερείς από τον μελλοντικό πολίτη τους απαραίτητους μηχανισμούς για να εκφραστεί, να βάλει σε τάξη τον κόσμο, ακόμα και να κατανοήσει τον κόσμο. Είναι απαραίτητο να μιλάς καλά, να διαβάζεις καλά, να κατανοείς καλά τις λέξεις. Γι’ αυτό είμαι ένας μάχιμος ακαδημαϊκός, γιατί παλεύω πολύ σε αυτό και επιτίθεμαι σε όσους ανέχονται αυτή την πολιτισμική παρακμή».
Πώς βλέπει όμως τούτη την πολιτισμική παρακμή στην καθημερινότητα ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε;
«Βλέπουμε δείγματά της παντού. Για παράδειγμα, χθες ήμουν στο Μουσείο, στο Μουσείο της Ακρόπολης, που είναι εξαιρετικό. Κοιτούσα περισσότερο τον κόσμο παρά τα εκθέματα. Άκουγα τι έλεγαν. Η απουσία κουλτούρας του Δυτικού πολίτη είναι τεράστια. Όλοι έβγαζαν φωτογραφίες, αλλά δεν τους ενδιέφερε τι έβλεπαν, δεν ήξεραν και δεν ενδιαφέρονταν να μάθουν, ποια είναι η Περσεφόνη, τη Δήμητρα, οι Καρυάτιδες. Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο σύμβολο της παρακμής και δεν έχει επιστροφή… Αυτό που μένει είναι μικρές ομάδες ανθρώπων που ακόμα διατηρούν τους κώδικες, το διάβασμα, το βιβλίο. Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν ακόμα την κατάσταση να αξίζει τον κόπο. Αλλά η μεγάλη μάζα έχει χάσει εντελώς την πολιτιστική μάχη».
Η “Λέσχη των μοναχικών διανοουμένων”
Μπορούμε δηλαδή, με βάση αυτό να πούμε, λοιπόν, ότι ένας συγγραφέας σήμερα ή ένας διανοούμενος είναι καταδικασμένος να γράφει μόνο για μια μικρή ομάδα ανθρώπων;
«Ο διαυγής διανοούμενος είναι καταδικασμένος στη μοναξιά ή σε μια μικρή συντροφιά. Αλλά αυτό είναι πολύ καλό, γιατί κάνει την επαφή πολύ πιο πολύτιμη. Ξαφνικά βρίσκεις κάποιον και λες: “Είμαστε αδέλφια, έχουμε διαβάσει αυτό το βιβλίο, ξέρεις ποιος ήταν ο Πλάτωνας και ποιος ο Αριστοτέλης, ξέρεις τι λέει ο Όμηρος για την οργή του Αχιλλέα (“Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος, οὐλομένην, ἣ μυρί᾽ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾽ ἔθηκε”, μας απαγγέλλει ο Πέρεθ-Ρεβέρτε από μνήμης) και τι λέει για τον Οδυσσέα”. Είμαστε αδέλφια εξ αίματος, και αυτό δημιουργεί πολιτισμικούς δεσμούς πολύ πιο έντονους. Ας πούμε ότι τώρα είμαστε λιγότεροι, αλλά περισσότερο αδέλφια. Αγαπιόμαστε περισσότερο, σεβόμαστε ο ένας τον άλλον περισσότερο, έχουμε περισσότερο ανάγκη ο ένας τον άλλον».
Γιώργης-Βύρων Δάβος
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
