Ανάλυση Stratfor: Τι (δεν) μας έδειξε η σύνοδος Σι-Τραμπ

Η σύνοδος Σι-Τραμπ στο Πεκίνο παρήγαγε ελάχιστα άμεσα αποτελέσματα και έδειξε ότι, παρά την αμοιβαία επιθυμία για σταθεροποίηση των σχέσεων, μελλοντικές αυξήσεις δασμών, περιορισμοί στις εξαγωγές και άλλα καταναγκαστικά μέτρα παραμένουν στο τραπέζι, ενώ οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ θα συνεχίσουν να ενισχύουν τις στρατιωτικές δυνατότητές τους και να προετοιμάζονται για περιστασιακές εμπορικές τριβές με την Κίνα.

by Times Newsroom

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επισκέφθηκε το Πεκίνο, στις 14-15 Μαΐου, σε σύνοδο κορυφής με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, σε μια πολυαναμενόμενη συνέχεια της συνάντησής τους, τον Οκτώβριο του 2025, στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας. Οι δημόσιες εκδηλώσεις επικεντρώθηκαν, κυρίως, στην τελετουργία και τη μεταξύ τους προσωπική σχέση, αλλά οι επίσημες ανακοινώσεις και από τις δύο πλευρές παρείχαν ελάχιστες λεπτομέρειες για τις συνολικά τεσσερισήμισι ώρες κεκλεισμένων των θυρών συζητήσεων των δύο ηγετών σε διάστημα δύο ημερών.

Μετά τη σύνοδο, ο Τραμπ δήλωσε στο δίκτυο Fox ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing, όπως και αμερικανικό πετρέλαιο από λιμάνια της Λουιζιάνας, του Τέξας και της Αλάσκας, ενώ ο Αμερικανός εμπορικός αντιπρόσωπος, Τζέιμισον Γκριρ, είπε ότι αναμένει το Πεκίνο να αγοράσει επιπλέον 10 δισ. δολάρια σε αμερικανικά αγροτικά προϊόντα, πέραν των ήδη δεσμευμένων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρόσθεσε ότι με τον Σι δεν συζήτησαν για δασμούς, αντικρούοντας τις προσδοκίες πριν από τη σύνοδο ότι θα επεκτείνουν την ετήσια αναστολή των υψηλών δασμών που είχαν συμφωνήσει στα τέλη Οκτωβρίου. Ομοίως, ο Γκριρ υποστήριξε ότι δεν συζήτησαν τους αμερικανικούς περιορισμούς στις εξαγωγές μικροτσίπ. Δεν υπάρχουν αναφορές σχετικά με το αν η Κίνα συμφώνησε να επεκτείνει ή, έστω, να παρατείνει την ετήσια αναστολή των περιορισμών στις εξαγωγές σπάνιων γαιών ούτε για το αν οι ΗΠΑ συμφώνησαν να τροποποιήσουν τον «Κανόνα Συνεργατών» που στοχεύει θυγατρικές κινεζικών οντοτήτων υπό κυρώσεις. Ο Τραμπ δήλωσε, επίσης, ότι ο Σι τού μίλησε «πολύ» για την Ταϊβάν, ενώ προσκάλεσε τον Κινέζο πρόεδρο και τη σύζυγό του να επισκεφθούν την Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου – μια πρόσκληση που επανέλαβαν και τα κινεζικά κρατικά ΜΜΕ, γεγονός που καθιστά πιθανό να γίνει αυτή η ανταποδοτική επίσκεψη το φθινόπωρο.

Η σύνοδος αυτή ήταν η πρώτη από τις πιθανές πολλές συναντήσεις Τραμπ-Σι φέτος, αλλά η απουσία απτών συμφωνιών σε ζητήματα υψηλού προφίλ υπογραμμίζει τις επίμονες διμερείς εντάσεις και τις χαμηλές προσδοκίες και των δύο πλευρών για ουσιαστική αποκλιμάκωση. Επί μήνες, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου δήλωναν ότι στόχος τους ήταν η σύνοδος του Πεκίνου να αποτελέσει την πρώτη από έως και τέσσερις διμερείς συναντήσεις εντός του 2026. Αυτό το πρόγραμμα φαινόταν εξαρχής φιλόδοξο, αλλά πλέον ακόμη περισσότερο, δεδομένης της ημερομηνίας του Σεπτεμβρίου που όρισε ο Τραμπ για τη δεύτερη σύνοδο. Ο Σι και ο Τραμπ μπορούν ακόμη να ισχυριστούν ότι η ενίσχυση της προσωπικής τους σχέσης θέτει μια σταθερή βάση για μελλοντικές εμπορικές προόδους, αλλά η έλλειψη συμφωνιών μέχρι στιγμής αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα και το βάθος της αντιπαλότητας πίσω από τις εμπορικές συνομιλίες, καθώς και τη δυσκολία και των δύο πλευρών να αντιμετωπίσουν δομικά ζητήματα.

Για τις επιχειρήσεις και τους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, η σύνοδος έστειλε ένα μήνυμα ανήσυχης συνέχειας, που διατηρεί ζωντανό το ενδεχόμενο δασμών και κινεζικού οικονομικού εξαναγκασμού, ενώ παράλληλα ενισχύει τα κίνητρα για περιφερειακούς εξοπλισμούς. Προς το παρόν, η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο ούτε κλιμακώνουν ούτε αποκλιμακώνουν. Για τις πολυεθνικές εταιρίες, αυτό σημαίνει ότι μια μεγάλη αύξηση δασμών ή μη δασμολογικών περιορισμών φαίνεται απίθανη στο άμεσο μέλλον, αλλά η απειλή μελλοντικής κλιμάκωσης παραμένει. Αν η σύνοδος του Σεπτεμβρίου πραγματοποιηθεί, θα λάβει χώρα μόλις δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις οποίες αναμένεται ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Τραμπ θα έχει κακή επίδοση. Ως εκ τούτου, ο Τραμπ μπορεί να έχει κίνητρο να εντείνει τις προηγούμενες εμπορικές απειλές του, προσπαθώντας να αποσπάσει την τελευταία στιγμή παραχωρήσεις από την Κίνα και να μετριάσει την κριτική για τον χειρισμό της αμερικανικής οικονομίας και άλλων εσωτερικών ζητημάτων, τα οποία το 2026 έχουν σε μεγάλο βαθμό περάσει σε δεύτερη μοίρα έναντι των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής του. Ωστόσο, όπως φάνηκε κατά τις κλιμακώσεις του Απριλίου και του Οκτωβρίου 2025, τέτοιες ενέργειες είναι απίθανο να αποφέρουν παραχωρήσεις από την Κίνα. Αντιθέτως, θα οδηγήσουν σε αυστηρούς περιορισμούς εξαγωγών και αντίποινα με δασμούς, τα οποία πιθανότατα θα αναγκάσουν ξανά τον Τραμπ να αποκλιμακώσει μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Για τους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, παρότι ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι συζήτησε με τον Σι τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, δεν φαίνεται να έκανε σαφείς παραχωρήσεις σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ για την Ταϊβάν. Ο Τραμπ μπορεί ακόμη να ισχυριστεί -και πιθανότατα θα το κάνει- ότι δεν συμβουλεύτηκε την Κίνα για τις πωλήσεις όπλων, αλλά απλώς συζήτησε το θέμα, και, έτσι, να υποστηρίξει ότι η σύνοδος έδειξε πως η Ουάσιγκτον δεν αλλάζει τη μακροχρόνια πολιτική της, δηλαδή την de facto δέσμευση για την άμυνα της Ταϊβάν, ιδίως μέσω πωλήσεων όπλων. Παρ’ όλα αυτά, η προθυμία που έχει εκφράσει ο Τραμπ να κάνει παραχωρήσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας -όπως οι αμερικανικοί περιορισμοί στην τεχνολογία- στο όνομα μιας εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα θα συνεχίσει να ωθεί σημαντικούς αμυντικούς εταίρους, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, οι Φιλιππίνες και η Αυστραλία, να διευρύνουν το δίκτυο των περιφερειακών αμυντικών συνεργασιών τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια ολοένα και πιο επιθετική Κίνα.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή