Ανάσταση!!!

by Times Newsroom 1

Έργο του Θεόφιλου

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΛΟΥΚΑΤΟΣ*

Η διάθεση κι η παράδοση για μια μεγάλη ανοιξιάτικη γιορτή υπήρχε πάντα στην Ελλάδα, αλλά με τη χριστιανική διδασκαλία η Ανάσταση του Χριστού ήταν ό,τι καλύτερο και πιο συμβολικό μπορούσε να συνοδεύσει τη χαρά των ανθρώπων, για την ανακαίνιση της δημιουργίας. Η ψυχική και πνευματική χαρά, από το θρησκευτικό γεγονός της Ανάστασης, συναντήθηκε με τη φυσική αγαλλίαση της εποχής κι εδημιούργησαν το ελληνικό Πάσχα.

Η Λαμπρή (όνομα που το δίδαξε επίσης η Εκκλησία) είναι η μεγαλύτερη γιορτή για τον Έλληνα, που χαίρεται πραγματικά και βαθύτατα, επειδή αναστήθηκε ο Χριστός. Χαίρεται που ο Χριστός ενίκησε τους εχθρούς του, τον Ιούδα, τον Καϊάφα, τον Πιλάτο, τους Εβραίους, τον Άδη και βγήκε θριαμβευτής, «θανάτω  θάνατον πατήσας». Ο Χριστός γυρίζει τώρα παντού στο ύπαιθρο, ώσπου να έρθει η ημέρα της Ανάληψης, γι’ αυτό κι είναι χαρά Θεού η έξοδος των ανθρώπων για την Ανάσταση, στα ξάγναντα και στ’ αλώνια, για το φαγοπότι και τον χορό. «Λαμπροφορούν» όλοι ή «λαμπραγκαινιάζουν». (Κρήτη), συμφιλιώνονται και αλληλοφιλιούνται, τρώνε και δίνουν σ’ όλους να φάνε, τσουγκρίζουν τ’ αβγά σε ένδειξη επίσης συναδελφοσύνης, και χορεύουν σεμνούς γιορταστικούς χορούς, με τον παπά συνήθως επικεφαλής.

Στην Ελλάδα, υπάρχει κι ένας τρίτος, ιστορικός αυτός, λόγος, που έχει κάμει την Ανάσταση ημέρα άφθαστης χαράς και την πανηγυρικότερη γιορτή του Ελληνισμού. Είναι το γεγονός, ότι σ’ όλα τα χρόνια της δουλείας του Έθνους, η Ανάσταση του Χριστού έδινε, κάθε χρόνο, την ελπίδα για την απελευθέρωση κι εσυμβόλιζε, με τα κείμενα και το περιεχόμενό τους, την απολύτρωση του ελληνισμού από τον οθωμανικό ζυγό. Γι’ αυτό κι όταν ήρθε η ώρα της ελευθερίας, οι επαναστατημένοι Έλληνες εγιόρτασαν το Πάσχα, σαν να ήταν αυτοί οι «απ’ αιώνος δέσμιοι», που ο Χριστός έβγαλε από τον Άδη. Οι ντουφεκιές και τα μπουρλότα που έριξαν τότε, με το πρώτο άκουσμα του «Χριστός Ανέστη», είναι σοβαρός λόγος να τ’ ακούμε κι εμείς τώρα με κατανόηση.

Με τη λέξη «Ανάσταση» εννοούμε γενικά την ημέρα του Πάσχα. Αλλά εννοούμε ειδικότερα και την ώρα του «Χριστός Ανέστη», τα μεσάνυχτα της παραμονής. Έχουμε όμως τρεις «αναστάσεις»: Την «πρώτη», που είναι η προαναγγελτική του Μ. Σαββάτου, την κυρίως Ανάσταση, που γίνεται στις 12 τη νύχτα ή το χάραμα της Κυριακής του Πάσχα (Επτάνησος), και τη «δεύτερη Ανάσταση», που γίνεται το απόγευμα της Κυριακής.

Τη λέξη «Ανάσταση», με την έννοια της Γιορτής, την έχει πάρει ο λαός από την Εκκλησία, όπου την ακούει συχνά. «Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει…». «Αναστάσεως ημέρα…» και «Χαράς ευαγγέλια της Αναστάσεως Χριστού». Τη χρησιμοποιεί σε πλήθος εκφράσεις και με πολλούς τρόπους. Εύχεται: «Καλή Ανάσταση!». «Βοήθειά μας η αγία Ανάσταση!». Και προσδιορίζει: «Θα κάμουμε πρώτα Ανάσταση!». «Θα ’ρθει ο παπάς να μας κάμει Ανάσταση». «Έκαμες Ανάσταση;». Χρησιμοποιεί επίσης και το ρήμα «ανασταίνω» με την έννοια της Γιορτής. «Τι ώρα θ’ αναστήσουμε στο χωριό;» – «Αν δεν αναστήσουμε, δεν τρώμε». Λέμε επίσης: «Αβγό αναστημένο» (= αβγό κόκκινο, που λειτουργήθηκε στην Ακολουθία της Αναστάσεως), ή «σπίρτα αναστημένα» και «κερί αναστημένο», που τα φυλάνε στο σπίτι.

Η νυχτερινή ώρα της Ανάστασης έχει στην Ελλάδα τη μεγαλύτερη γραφικότητα, γιατί γίνεται στο ύπαιθρο (μοιάζει με έξοδο στον τάφο του Χριστού) κι όλος ο κόσμος συμμετέχει στο ιερό γεγονός, κρατώντας ένα αναμμένο κερί («προσέλθωμεν λαμπηδοφόροι…»), φορώντας τα καλύτερα και πιο καθαρά ρούχα («λαμπροφορεί») και εκδηλώνοντας τη χαρά του, με κοινωνικά αισθήματα αγάπης και αλληλεγγύης. Οι ποιητές κι οι λογοτέχνες έχουν εμπνευσθεί από τη νύχτα της Ανάστασης κι έχουν υμνήσει τα τρία παραδοσιακά στοιχεία τη;: τη θρησκευτική πίστη, τη χαρά του υπαίθρου και τον εθνικό συμβολισμό. Αλλά και η πρωινή Ανάσταση, που γινόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (ή στα πρόσφατα της γερμανοϊταλικής κατοχής) και γίνεται ακόμη σε μερικά χωριά και στην Επτάνησο, είχε επίσης το θέλγητρο της εωθινής προσευχής, του «λίαν πρωί» των Μυροφόρων, με «της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι», όπως ύμνησε ο ποιητής μας Σολωμός.

Οι θόρυβοι χαράς που γίνονται, όταν ο παπάς εκφωνεί το «Χριστός Ανέστη» (κρότοι, πυροβολισμοί, σπάσιμο αγγείων κ.λπ.) έχουν πολλές εξηγήσεις. Υπάρχει πρώτα μέσα στον θόρυβο το στοιχείο της αποδίωξης των δαιμονικών, που είναι και ειδωλολατρικό και χριστιανικό. Υπήρχε πάντα στους λαούς η δοξασία, ότι τα βλαβερά και δυσμενή πνεύματα διώχνονται με θορύβους εκφοβιστικούς. Οι αρχαίοι Έλληνες χτυπούσαν χάλκινα σκεύη και λέβητες, για την αποδίωξη δαιμόνων και μιασμάτων. Με την εμφάνιση της άνοιξης τα βλαπτικά πνεύματα αφθονούν, όχι μόνο όσα απόμειναν από τον χειμώνα, αλλά και όσα καιροφυλαχτούν να βλάψουν τη βλάστηση, την παραγωγή και την υγεία των ανθρώπων, στη νέα εποχική περίοδο του καλοκαιριού. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν γυρίζουν με το φως της Αναστάσεως στο σπίτι, οι χωρικοί μας το περιφέρουν στα δωμάτια κι εξορκίζουν τα έντομα λέγοντας: «Όξω ψύλλοι και κοριοί – μέσα οι νοικοκυροί».

Αλλά, και σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία και τα κείμενα της Εκκλησίας, ο Χριστός όχι μόνο αντιμετώπισε τόσους εχθρούς στη διάρκεια του μαρτυρίου του (Ιούδας, Αρχιερείς, Πιλάτος, εβραϊκός όχλος, στρατιώτες, ληστής), αλλά κι εδημιούργησε νέους με την κάθοδό του στον Άδη.

«Κατῆλθεςἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους… Πυλωροί δε Άδου ιδόντες σε έπτυξαν…». Και «Ό Άδης, φησίν, επικράνθη συναντήσας σοι κάτω»…

Άμεση αντίληψη της εχθρότητα αυτής των σκοτεινών δυνάμεων του Άδη προς τον Χριστό έπαιρνε ο λαός, όταν παρακολουθούσε την αναπαράσταση της γνωστής σκηνής του «Άρατε πύλας», που συνηθιζόταν ώς πρόσφατα να γίνεται, με την επιστροφή της πομπής της Ανάστασης στην εκκλησιά: Ο υποδυόμενος τον Άδη ήταν τρομερός και η νίκη του Χριστού θριαμβευτική. Όλοι έμπαιναν στην εκκλησιά με φωνές και θόρυβο νικητών.

Θορυβώδη είναι και τα γεγονότα, που αναφέρουν τα Ευαγγέλια ότι έγιναν, όταν ο Χριστός πεθαίνοντας εκατέβη στον Άδη:

«Τ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν…» (Ματθ. 27, 51-52).

Όλοι λοιπόν οι εχθροί του Χριστού που είναι και εχθροί των Χριστιανών, και όλα τα κακά πνεύματα που αφθονούν την Ανάσταση, χρειάζονται κατά τη λαϊκή αντίληψη, διώξιμο και κυνηγητό,, γι’ αυτό και η εξήγηση που δίνεται συνήθως για τους θορύβους (τα χτυπήματα, τους πυροβολισμούς, τα χαλκούνια και τα σπασίματα των πήλινων σκευών), είναι ότι γίνονται «στην πομπή των Εβραίων και των εχθρών του Χριστού». Ας σημειωθεί ότι το έθιμο των θορύβων δεν είναι άγνωστο και στους άλλους χριστιανικούς λαούς, μόνο που διαφέρουν οι ημέρες τους. Οι ρωμαιοκαθολικοί, το εκτελούν την Μ. Πέμπτη ή την Μ. Παρασκευή, (όταν ο Χριστός βρίσκεται στον Άδη), και το λένε vacarme des ténèbres. Είναι η κατάλληλη ώρα να κυνηγηθούν οι δαίμονες, επειδή με το θάνατο του Χριστού, βρίσκουν την ευκαιρία να δράσουν.

Σχετική με τους θορύβους είναι και η κωδωνοκρουσία του Πάσχα, που είναι πυκνή και χαρμόσυνη, αλλά παίρνει ιδιαίτερη σημασία, επειδή στο διάστημα της Μ. Εβδομάδας οι καμπάνες ηχούν πένθιμα, ή δεν ηχούν καθόλου («χηρεύουν» όπως λένε στην Επτάνησο) από τη Μ. Πέμπτη.

Αν λοιπόν στις παραπάνω εξηγήσεις, για τους θορύβους της χαράς και την κωδωνοκρουσία της Ανάστασης, προσθέσουμε και τον ελληνικό εθνικό λόγο, της μακρόχρονης ελπίδας και χαράς των σκλαβωμένων χριστιανών για την «ανάσταση» του έθνους, θα καταλάβουμε, όπως είπαμε, καλύτερα την παράδοση των ελληνικών εκδηλώσεων του Πάσχα, και γιατί δύσκολα εγκαταλείπονται. Η χαιρετιστήρια εξάλλου φράση του «Χριστός Ανέστη» (- «Αληθώς ανέστη»), είναι από τις πιο παρορμητικές για την έκφραση του κοινωνικού και εθνικού φρονήματος στους Έλληνες, και δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι χρησιμοποιείται από αιώνες ως χαιρετισμός. Στο διάστημα της δουλείας, αλλά και κάθε κατοχής ή πολιτικής τυραννίας, το «ανέστη» εκείνο εσήμαινε και το «θ’ αναστηθεί». Χαρακτηριστική είναι επίσης η ονομασία που δόθηκε από τον λαό μας στο «Χριστός Ανέστη» και στο άγγελμα της Ανάστασης, που λέγονται «Καλός λόγος». «Εκάναμε Καλό λόγο» (= Ανάσταση). Ή: «Είπε ο παπάς τον Καλό λόγο» (= το Χριστός Ανέστη).

Παράλληλα με τους θορύβους, το αναστάσιμο φως αποτελεί ένα δεύτερο μεγάλο στοιχείο, που συνοδεύει και πλαισιώνει την Ανάσταση. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια» ψάλλει η Εκκλησία, και «Δεῦτε λάβετε φῶς», παραγγέλλει ο παπάς στους πιστούς, όταν ετοιμάζεται για την Ανάσταση. Το φως πρέπει να είναι «καινούργιο». Σβήνονται όλα πρωτύτερα μέσα στην εκκλησιά και όλα ξανανάβουν από τη λαμπάδα του παπά. (Γνωστή και η παράδοση του Αγίου Τάφου.

Στα σπίτια σβήνουν ακόμη και τη φωτιά της εστίας, για να την ανάψουν με το νέο φως. Πρωτοπαίρνουν το φως από τη λαμπάδα του παπά οι προύχοντες κι οι πιο επίσημοι, και κάποτε οι νεόνυμφοι. Έπειτα κοιτάζουν, όταν παίρνει ο ένας από τον άλλον το φως, να είναι ο άλλος τυχερός για να του φέρει ευτυχία. (Τα κορίτσια, να πάρουν από άνδρα φως, για να παντρευτούν μέσα στον χρόνο). Φέρνουν στο σπίτι τους το φως της Ανάστασης – με μεγάλη προσοχή, για να μη σβήσει – σταυρώνουν πρώτα το ανώφλι της πόρτας, προχωρούν το εικονοστάσι κι ανάβουν το καντήλι, γυρίζουν στα δωμάτια «σαν ν’ αγιάζουν με φως» κι έπειτα πάνε στους στάβλους και στα ζώα, κι ευλογούν κι εκείνα με του Χριστού το φως. Προσέχουν το φως του καντηλιού , να μείνει ανάλλαχτο ως την ημέρα της Αναλήψεως (σαράντα μέρες, που γυροφέρνουν όλες οι ψυχές), και φυλάνε τα «λαμπροκέρια» να τα έχουν για το βάσκαμα, για το χαλάζι και για την τρικυμία  (οι ναυτικοί).

Η «δεύτερη Ανάσταση» γίνεται το απόγευμα της Κυριακής. Λέγεται και Αγάπη, γιατί δίνει την ευκαιρία συμφιλιώσεων και αδελφικών ασπασμών. Η Εκκλησία επίσης όρισε να μεταφράζεται το Ευαγγέλιο του Εσπερινού της Αγάπης (Ιω. 20, 19-25) και να διαβάζεται σε πολλές γλώσσες. Είναι κάτι που συγκινεί και δίνει την εντύπωση πασχαλινής ενότητας των εθνών. Συνήθως μετά την απόλυση (ιδιαίτερα στα χωριά) όλοι οι ενορίτες ανταλλάσσουν το φίλημα της Αγάπης, αρχίζοντας από τον παπά. Άλλοτε κάθονταν σε κοινό τραπέζι, που έμοιαζε πραγματικά με την αποστολική «αγάπη». Την ημέρα αυτή έκαναν κατά προτίμηση και τις «αδελφοποιίες». Έτσι οι «αδελφοποιτοί» ένιωθαν ιερότερο τον δεσμό τους.

Χαρακτικό του Γ. Φαρσακίδη

Συνοδευτικά έθιμα του εσπερινού της Αγάπης είναι η λιτανεία των εικόνων και ο χορός. Η λιτανεία γίνεται συνήθως μέσα στο χωριό, με προπορευόμενη την εικόνα της Ανάστασης, που χρειάζεται να πλειοδοτήσει κανείς, σε χρηματική προσφορά, για να την πάρει στα χέρια του. Ο παπάς ή ο επίτροπος συνήθως φωνάζουν τα ποσά που προσφέρονται για την κάθε εικόνα (την Ανάσταση, την Παναγία κ.λπ.) και ανάλογα την κατακυρώνει. Η εικόνα της Ανάστασης είναι συνήθως λαβαροειδής και στηρίζεται ε κοντό. Είναι πλαισιωμένη από ξυλόγλυπτα ανθέμια και στολίζεται με φυσικά λουλούδια και κορδέλες, συνήθως λευκά και κόκκινα.

Ο χορός του Πάσχα αρχίζει πάντα με σεμνά βήματα και τραγούδια, γι’ αυτό μπορεί να τον σύρει ο παπάς. Γίνεται στο προαύλιο της εκκλησιάς ή στα κοντινά αλώνια, και η εκτέλεσή του θεωρείται ευλογία για τη χρονιά.

Κι ύστερα, η γιορτή του απογεύματος κλείνει συνήθως προς το βράδυ με το «κάψιμο του Ιούδα», ενός αχυρένιου ομοιώματος του προδότη μαθητή, που καίεται στη μέση μιας μεγάλης φωτιάς, που την ανάβουν τώρα τα παιδιά.

**************

*Δημ. Σ. Λουκάτος: Πασχαλινά και της Άνοιξης. Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1988.

Δημήτριος Σ. Λουκάτος

Ο Δημήτριος Λουκάτος (1908-2003) γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλληνίας. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1950 έλαβε διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Σορβόνης με θέμα «La Bible dans le parler proverbial du peuple grec». Από το 1931 έως το 1938 υπηρέτησε στη μέση εκπαίδευση και στη συνέχεια, έως το 1962 στο Λαογραφικό Αρχείο (σημερινό Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας) της Ακαδημίας Αθηνών. Από το 1964 έως το 1969 δίδαξε ως καθηγητής λαογραφίας στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (Φιλοσοφική Σχολή). Το διάστημα 1979-1981 δίδαξε στη νεοσύστατη επίσης Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης (Ρέθυμνο) και το 1984-1985 στο Πανεπιστήμιο Πατρών (Παιδαγωγικό Τμήμα). Έλαβε μέρος σε πολλά ελληνικά και διεθνή συνέδρια με επιστημονικές ανακοινώσεις, πραγματοποίησε διαλέξεις και ραδιοφωνικές ομιλίες για τη λαογραφική επιμόρφωση του κοινού και δίδαξε συστηματικά το μάθημα της λαογραφίας σε μορφωτικούς συλλόγους και σε σχολές κοινωνικών επαγγελμάτων. Το 1978 εκλέχθηκε πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και διευθυντής του περιοδικού «Λαογραφία». Τιμήθηκε με το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος (1965) και του απονεμήθηκε ο τίτλος του «Ξένου Εταίρου» της Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών του Παλέρμο (1978). Το 1981 τιμήθηκε με το Βραβείο Herder (Λαογραφίας) της ΝΑ. Ευρώπης. Του αφιερώθηκαν τιμητικοί τόμοι («Proverbium», ΗΠΑ, 1985, «Σύνδειπνον», Ιωάννινα 1988, «Λαογραφική Κύπρος», 1988). Το 2000 τιμήθηκε με το αργυρούν Αριστείον Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών. Απεβίωσε το 2003. Το συγγραφικό έργο του Δημητρίου Σ. Λουκάτου είναι πλουσιότατο. Αριθμεί περί τα 400 δημοσιεύματα (βιβλία, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες ή λεξικά, ανακοινώσεις σε πρακτικά συνεδρίων, επιφυλλίδες κ.ά.), που καλύπτουν όλους τους τομείς της λαογραφικής έρευνας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε για τη μελέτη της νεοελληνικής παροιμίας, καθώς και για την έρευνα των λαογραφικών εκδηλώσεων της σύγχρονης ζωής και της αστικής εθιμολογίας. Στα δημοσιεύματά του εξετάζονται και άλλα φιλολογικά θέματα της ελληνικής Λαογραφίας (δημοτικά τραγούδια, παραμύθια, μύθοι, ευτράπελες διηγήσεις κλπ.), καθώς και θέματα λαϊκής λατρείας, μαντικής, αγροτικού βίου και επαγγελμάτων. Ιδιαίτερα χρηστικό είναι το εγχειρίδιό του: «Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία», που εκδόθηκε το 1977 από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις.
Άλλα βιβλία του: «Κεφαλλονίτικη λατρεία» (1946), μεταφρασμένο και στα γαλλικά, «Κεφαλονίτικα γνωμικά» (1952), «Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα» (1957), «Σύγχρονα λαογραφικά» (1963), «Νεοελληνικοί παροιμιόμυθοι» (1972), «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών» (1979), «Πασχαλινά και της άνοιξης» (1980), «Τα καλοκαιρινά» (1981), «Τα φθινοπωρινά» (1982), «Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης» (1985).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή