“Άντε, κλείσε το βιβλίο σου, ώρα να φάμε”

Ποιος δεν θυμάται σαν και μένα όσα διάβαζε μέσα στις διακοπές και που πήγαινε να κρύψει διαδοχικά μέσα σ’ όλες εκείνες τις ώρες της μέρας, τις αρκετά ήρεμες κι απαραβίαστες, που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν κάποιο άσυλο.

by Times Newsroom
  • ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ίσως μέρες της παιδικής μας ηλικίας που να τις ζήσαμε τόσο έντονα, όσο εκείνες που νομίσαμε πως τις αφήσαμε να περάσουν χωρίς να τις ζήσουμε, όσο εκείνες που περάσαμε μ’ ένα βιβλίο αγαπημένο. Όλα όσα – όπως φαινόταν τότε – τις γέμιζαν για τους άλλους και που εμείς παραμερίζαμε σαν ένα τιποτένιο εμπόδιο μπροστά σε μια θεσπέσια απόλαυση: το παιχνίδι, για το οποίο ερχόταν να μας ξεσηκώσει κάποιος φίλος, η μέλισσα ή η ηλιαχτίδα που μας ενοχλούσαν και μας ανάγκαζαν να σηκώσουμε τα μάτια μας από τη σελίδα ή ν’ αλλάξουμε θέση, το κολατσιό που μας φορτώνανε και παρατούσαμε δίπλα μας, πάνω στο μπάγκο, χωρίς να τ’ αγγίξουμε, ενώ έσβηνε πάνω από το κεφάλι μας ο ήλιος στον γαλάζιο ουρανό, το βραδινό φαγητό για το οποίο έπρεπε να γυρίσουμε σπίτι και που όσο κρατούσε δεν είχαμε τίποτ’ άλλο στο νου μας παρά ν’ ανεβούμε πάνω να τελειώσουμε, αμέσως μετά, το κεφάλαιο που αφήσαμε στη μέση, όλα αυτά η ανάγνωση θα έπρεπε κανονικά να μας εμποδίσει ν’ αντιληφθούμε πόσο ενοχλητικά ήταν, κι όμως τα χάραζε μέσα μας σα μιαν ανάμνηση τόσο γλυκιά (και πιο πολύτιμη μάλιστα, όπως κρίνουμε σήμερα, απ’ όσα διαβάζαμε τότε με αγάπη) που αν τύχει, ακόμα και σήμερα, να ξεφυλλίσουμε τ’ αλλοτινά εκείνα βιβλία, δεν είναι πια παρά σα τα μοναδικά ημερολόγια που φυλάξαμε από τις μέρες που έφυγαν, ελπίζοντας να δούμε να καθρεφτίζονται, πάνω στις σελίδες τους, τα σπίτια και οι λιμνούλες που δεν υπάρχουν πια.

Ποιος δεν θυμάται σαν και μένα όσα διάβαζε μέσα στις διακοπές και που πήγαινε να κρύψει διαδοχικά μέσα σ’ όλες εκείνες τις ώρες της μέρας, τις αρκετά ήρεμες κι απαραβίαστες, που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν κάποιο άσυλο. Το πρωί, γυρίζοντας από το πάρκο, όταν όλοι είχαν πάει για περίπατο, γλιστρούσα μέσα στην τραπεζαρία, όπου, ώς τη μακρινή ακόμα ώρα τού φαγητού, κανένας δεν θα έμπαινε, εκτός από την κάπως σιωπηλή γριά Φελισί, και όπου δεν θα είχα άλλη συντροφιά, όλο σεβασμό για την ανάγνωση, παρά τα ζωγραφιστά πιάτα, πάνω στον τοίχο, τον ημεροδείχτη απ’ όπου κάποιο χέρι μόλις είχε κόψει το φύλλο της προηγούμενης μέρας, το εκκρεμές και το αναμμένο τζάκι, που μιλάνε χωρίς να ζητάνε καμιά απόκριση και που τα χωρίς κανένα νόημα γλυκόλογά τους δεν πάνε ν’ αναπληρώσουν, όπως γίνεται με τις κουβέντες των ανθρώπων, ένα νόημα διαφορετικό απ’ ό,τι έχουν οι λέξεις που διαβάζομε.

Βολευόμουνα σε μια καρέκλα, κοντά στη σιγανή φωτιά με τα καυσόξυλα, και για την οποία θα έλεγε ο πρωινός και κηπουρός θείος: “Κακό δεν κάνει! Την αντέχεις μια χαρά, λίγη φωτιά· μπορώ να σας βεβαιώσω πως στις έξι δεν ήταν και λίγο το κρύο στο λαχανόκηπο. Ποιος θα το ’λεγε πως σε οκτώ μέρες θα έχομε Πάσχα!” Πριν από το φαγητό που αλίμονο! θα σταματούσε την ανάγνωση, είχαμε ακόμα δυο ολόκληρες ώρες. Πού και πού ακουγόταν ο θόρυβος της αντλίας απ’ όπου θ’ αργοκυλούσε σε λίγο το νερό και που ς’ έκανε να σηκώσεις τα μάτια κατακεί και να την κοιτάξεις από το κλειστό παράθυρο, δυο βήματα πιο πέρα, μέσα στη μοναδική αλέα τού κηπάκου που πλαισίωνε με τούβλα και πλάκες από φαγιέντσα, σε σχήμα μισοφέγγαρου, τις πρασιές του με τους πανσέδες: πανσέδες που λες και τους είχαν κόψει μέσα σ’ εκείνους τους πανέμορφους ουρανούς, εκείνους τους πολύχρωμους ουρανούς, σα να καθρέφτιζαν τα βιτρώ της εκκλησίας που βλέπαμε καμιά φορά ανάμεσα στις στέγες του χωριού, ουρανούς θλιμμένους που ξάνοιγαν πριν από τις καταιγίδες, ή μετά, πάρα πολύ αργά, εκεί που θα τέλειωνε η μέρα.

Δυστυχώς, η μαγείρισσα ερχόταν, πολύ πιο νωρίς, να στρώσει το τραπέζι· αν τουλάχιστο το έστρωνε χωρίς να μιλά! Αλλά νόμιζε πως έπρεπε να πει: “Μα δεν είστε καλά έτσι· τι θα λέγατε αν σας έφερνα πιο κοντά ένα τραπέζι;” Και μόνο για ν’ απαντήσω: “Όχι, ευχαριστώ πολύ”, έπρεπε να πάψω απότομα να διαβάζω και να φέρω από μακριά τη φωνή μου, που πίσω από τα χείλη ξανάλεγε αθόρυβα, τρέχοντας, όλες τις λέξεις που τα μάτια είχαν διαβάσει· έπρεπε να τη σταματήσω, να την ξεστομίσω, και για να πω, όπως ταίριαζε: “Όχι, ευχαριστώ πολύ”, να της δώσω μια συνηθισμένη επίφαση ζωής, ένα τόνο απάντησης που είχε χάσει. Η ώρα περνούσε· συχνά, πολύ πιο πριν από το φαγητό, άρχιζαν να καταφτάνουν στην τραπεζαρία αυτοί που επειδή κουράστηκαν είχαν συντομέψει τον περίπατό τους και είχαν “κόψει δρόμο από τη Μερεγκλίζ”, ή αυτοί που δεν είχαν βγει έξω εκείνο το πρωί, επειδή είχαν “να γράψουν”. Έλεγαν μάλιστα: “Δεν θέλω να σ’ ενοχλήσω”, αλλά άρχιζαν αμέσως να πλησιάζουνε το τζάκι, να κοιτάνε την ώρα, να λένε πως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να κάτσουνε για φαγητό. Περιτριγύριζαν μ’ έναν ιδιαίτερα ευγενικό τρόπο εκείνον ή εκείνη που είχε “μείνει μέσα για να γράψει” και τους λέγανε: “τελειώσατε εκείνη την αλληλογραφία σας”, μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο σεβασμό, μυστήριο, αδιαντροπιά και κανακέματα, σα να ήταν συνάμα εκείνη “η αλληλογραφία τους” κάποιο κρατικό μυστικό, ένα προνόμιο, μια καλοτυχία και μια αδιαθεσία. Μερικοί, χωρίς πια να περιμένουν, και πιο νωρίς απ’ ό,τι έπρεπε, άρχιζαν να κάθονται στο τραπέζι, ο καθένας στη θέση του. Αυτό πια αποκορύφωνε την απελπισία μου, γιατί θα ήταν ένα κακό παράδειγμα για όσους έφταναν, θα τους έκανε να πιστέψουν πως ήταν κιόλας μεσημέρι και θ’ ανάγκαζε τους γονείς μου να πούνε, πολύ πιο νωρίς, τη μοιραία φράση: “Άντε, κλείσε το βιβλίο σου, ώρα να φάμε”.

  • Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Μαρσέλ Προυστ, Διαβάζοντας, που κυκλοφόρησε σε μετάφραση Πέτρου Παπαδόπουλου και Κώστα Τσιταράκη από τις εκδόσεις Ι.Δ. Κολλάρου & Σία Α.Ε.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή