Απορίες διαβάζοντας τον Κάλβο

Στον Κάλβο, τις περισσότερες φορές οι λέξεις είναι φαντάσματα. Φεύγουν σαν τα σκόρπια φύλλα. Γράφουν γραμμές χωρίς προοπτική. Καμιά σκιά. Κανένα χνούδι.

by Times Newsroom
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

ΔΕ ΘΥΜΑΜΑΙ ποιος κριτικός ξεχώριζε σε τρία είδη τις εμπειρίες που μπορεί να δώσει ένα ποίημα. Την εμπειρία του ποιητή, όταν το διαβάζει τελειωμένο και αφού ξεπέρασε την περίοδο της δημιουργίας. Την εμπειρία του τρίτου αναγνώστη.

Είναι φανερό πως ενώ η δεύτερη και η τρίτη απ’ αυτές τις κατηγορίες συγγενεύουν (ο ποιητής κάποτε είναι ο πιο αδιάφορος αναγνώστης του έργου του), η πρώτη και η δεύτερη απέχουν σε τέτοιο σημείο που είναι σημαντικά επικίνδυνο να θέλουμε να φωτίσουμε τη μια με την άλλη. Τα ερωτήματα του φίλου των ποιημάτων: “Άραγε αισθάνομαι εκείνο που αισθάνθηκε ο ποιητής όταν έγραφε: Άραγε καταλαβαίνω εκείνο που θέλησε να εκφράσει ο ποιητής;” – δεν είναι ερωτήματα. Ο ποιητής μπορεί να αισθανότανε πολλά σπουδαία πράγματα, αλλά αισθανόταν κυρίως την ευκολία ή τη δυσκολία της έκφρασής του, ότι η εργασία του προχωρούσε, ότι η εργασία του τελείωσε. Θα είταν πολύ κακός τεχνίτης αν μας άφηνε να αισθανθούμε με τον ίδιο τρόπο. Φοβούμαι πως όταν διατυπώνουμε τα παραπάνω ερωτήματα, ξεχνάμε ότι ο ποιητής όταν δουλεύει, έχει μπροστά του ένα άσπρο χαρτί που πρέπει να υπερνικήσει, ενώ εμείς δεν έχουμε παρά να υπερβούμε μια τυπωμένη σελίδα. Ουσιαστική και απλή διαφορά. Κινήθηκε από ένα κίνητροi που δεν πρόκειται να εξετάσουμε τώρα· συνάντησε ορισμένες αντιστάσεις σ’ αυτή την ψυχική, και τη σωματική ίσως, παρόρμηση· κοπίασε, και όταν ένιωσε ότι το ποίημα έχει τελειώσει, βρήκε και κάποιο νόημα στη δουλειά του, την αμοιβή των κόπων του. Αυτό το νόημα, επειδή το βρήκε ο ποιητής, δε σημαίνει πως είναι ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο άξιο από ένα άλλο νόημα που γεννήθηκε από την επαφή ενός τρίτου μ’ αυτό το ίδιο ποίημα. Γι’ αυτό βλέπουμε τους συγγραφείς να είναι τόσο στενοχωρημένοι, όταν γυρεύουμε να μας βεβαιώσουν ότι η ερμηνεία μας είναι η αυθεντική. Δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να έχει δώσει αυθεντική ερμηνεία του έργου του. Γιατί κι αν υπήρχε δε θα δέσμευε κανέναν. Ο Montaigne, σε μια εποχή που μας φαίνεται τώρα πολύ απλοϊκή για την τέχνη, έγραφε ωστόσο: ένας επαρκής αναγνώστης θα βρει πάντα στα συγγράμματα των άλλων, πράγματα που ο συγγραφέας δε θέλησε διόλου να βάλειiiUn suffisant lecteur…”. Ο μόνος σωστός δρόμος που μένει στον επαρκή αναγνώστη είναι, αν αισθάνεται ένα έργο, να προσπαθήσει να καταλάβει τι του συμβαίνει μ’ αυτή την αίσθηση, όπως κάνει και με τ’ άλλα συναισθήματά του. Αν δεν το αισθάνεται, είναι ακόμη πιο εύκολο: κλείνει το βιβλίο.

Ωστόσο ο άνθρωπος που είναι περίεργος για τα συναισθήματά του, είναι ακόμη περίεργος και για τα συναισθήματα των άλλων. Θέλει να τα παραβάλει και να τα εξελέγξει με τα δικά του. Πολύ νόμιμα άλλωστε, γιατί η συναισθηματική κοινοκτημοσύνη είναι συχνά μια μεγάλη απολύτρωση.

Έτσι – ύστερα από τις παραπάνω διακρίσεις – θα ήθελα να διατυπώσω μια απορία που μου γεννήθηκε ένα πρωινό τού περασμένου καλοκαιριού, καθώς διάβαζα τον Κάλβο ταξιδεύοντας μ’ ένα βαποράκι της ακτοπλοΐας. Ο ήλιος του Ιουλίου χτυπούσε δυνατά. Ο Κάλβος με απομόνωνε από τις φωνές των φωνογράφων και τη χλαβοή του κυριακάτικου πλήθους. Είταν θυμάμαι, από τις ώρες εκείνες που αισθανόμαστε την έλξη της ξερής πέτρας και της θάλασσας μαζί με την ακατανίκητη επιθυμία να βγούμε από τη δερματική ασθένεια που είμαστε εμείς η ανθρωπότης πάνω στο εδαφος της Αττικής. Το βιβλιαράκι είταν ανοιγμένο στην ωδή Εις θάνατον. Διάβαζα:

Από τον ουρανόν
Όπου τα μελανόπτερα
Σύννεφα αρμενίζουν,
Το ψυχρόν της αργύριο
Ρίπτει η σελήνη.

Μια δραχμή έπεσε πλάι μου πάνω στο μαύρο δίσκο του φωνογράφου. “Ένα από τα τριάκοντα θα είταν”, συλλογίστηκα. Και ρώτησα αμέσως έπειτα τον εαυτό μου, “άραγε τη θέλησε αυτή τη βιβλική απόχρωση ο Ζακύνθιος;” Αυτή την απόχρωση που ερχότανε να προσθέσει στην ατμόσφαιρα της στροφής του, έναν τόνο από το Όρος των Ελαιών του Γκρέκο.

Βέβαια, καθώς παρατηρήθηκε, ο στίχος του Ρασίν:

Dans l’Orient désert quel devint mon ennui…

δε μας δίνει τα ίδια συναισθήματα που έδινε πριν από τη λογοτεχνία της Ανατολής και τη λογοτεχνία της πλήξης, που άνθισαν στο τέλος του περασμένου αιώνα στην Ευρώπη, – ψυχολογικά συμπλέγματα που δεν μπορούσε να έχει υπόψη του ο ποιητής της Βερενίκης. Αλλά αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τη γλώσσα του στίχου, από την καθαρά υλική της άποψη, που είταν η άποψή μου τη στιγμή εκείνη. Σημαίνει μόνο ότι ο στίχος είναι ζωντανός και ότι μπορεί να βρη ακόμη “επαρκείς αναγνώστες”. Είναι ένα φαινόμενο που μπορούμε να παρατηρήσουμε όχι μόνο στα έργα της ποίησης αλλά και στα έργα των άλλων τεχνών, και ανήκει καθαρά στο μηχανισμό της διάρκειας αυτών των έργων. Από ένα τέτοιο φαινόμενο εννοούσα να ξεχωρίσω την αποκλειστικά γλωσσική λειτουργία που μ’ έκανε να βλέπω κάτω από τα μελανόπτερα σύννεφα, τον Ιούδα και το φιλί, και την τύψη. Αν διάβαζα στην επιστολή ενός αγνώστου της εποχής εκείνης το ψυχρόν αργύριον, μήπως δε θα είταν το ίδιο; Θυμόμουνα τα περίφημα θαλάσσια ξύλαiii. Κι αυτά γεννούσαν μέσα μου μια εικόνα ανάλογη μ’ εκείνη του Γκωτιέ, όταν παραβάλλει τις γόνδολες της Βενετίας με βιολιά. Αλλά και μέσα σε μια επαναστατική εγκύκλιο των Υδραίων, μήπως δε μου γεννούσαν τη διαφορετική, την αδρότερη όμως, εντύπωση μιαςς μαύρης ξυλογραφίας;

Συλλογιζόμουνα το “γλωσσικό εγώ”του Κάλβου. Ένα παράξενο μίγμα των “κορακιστικών”του Λογίου Ερμήiv και της “λαλουμένης” στην εποχή του. Τι αισθανότανε; Γυρίζω στην προηγούμενη στροφή, όπου το ψυχολογικό μου παραστράτημα τον κάνει να χάνει, αντί να τον κάνει να κερδίζει:

Ἀκούω τοῦ λυσσῶντος
ἀνέμου τὴν ὁρμήν·
κτυπᾷ μὲ᾿ βίαν· ἀνοίγονται
τοῦ ναοῦ τὰ παράθυρα
κατασχισμένα.

Ώς τον τέταρτο στίχο λειτουργώ κανονικά. Βρίσκομαι στην ατμόσφαιρα της ποίησης της νύχτας και του κοιμητηρίου των παραμονών του ρομαντισμού. Μια Νύχτα του Young. Ο Κάλβος που τόσο καλά αφομοίωσε τον πουριτανισμό, δεν είναι απίθανο να συνάντησε τις απηχήσεις του μελαγχολικού έργου τού αγγλικανού πάστοραv. Είναι η ατμόσφαιρα ολόκληρης της ωδής. Προχωρώ με ασφάλεια. Στον πέμπτο στίχο, ένα μαγικό ραβδί μεταμορφώνει τα πάντα. Κατασχισμένα : έχω μπροστά μου ένα σκηνικό, όπου κάποιο λάθος του μηχανικού φανέρωσε στα μάτια των θεατών, την “πανένια υπόστασή” του. Μαγεία βέβαια που μπορεί να διασκεδάζει πολλούς συγχρόνους μου, αλλά που είναι εις βάρος του ποιητή. Το υλικό των παραθύρων με κάνει να χάνω την ισορροπία μου. Πρέπει να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω ολόκληρη την ωδή, να κάνω άπειρες διορθώσεις στις πρώτες εντυπώσεις μου, να κλαδέψω και να αναστυλώσω τα συναισθήματά μου, για να επιτύχω ώστε τίποτε να μην ενοχλεί την έξοχη φωνή που ακούεται στους στίχους :

…………………..vi

ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος,
ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε
καὶ μὲ᾿ φῶς καὶ μὲ᾿ θάνατον
ἀκαταπαύστως.

Τὸ πνεῦμα ὁποὺ μ᾿ ἐμψύχωνε
τοῦ Θεοῦ ἦτον φύσημα,
καὶ εἰς τὸν Θεὸν ἀνέβη·
γῆ τὸ κορμί μου, κ᾿ ἔπεσεν
ἐδῶ εἰς τὸν λάκκον.

Εδώ είναι ο ποιητής. Ή το ζωντανό κομμάτι του ποιητή που δεν το σαράκωσε ο δάσκαλος. Εδώ, και σ’ ένα ρυθμό, που πρέπει να υπερβεί κανείς πολλές αντιδράσεις για να τον παρακολουθήσει, και στις καταπληκτικές κάποτε μεταβάσεις από τη μια ποιητική ιδέα στην άλλη, και στη σπάνια ταχύτητα των εικόνων του. Τέτοια δώρα δεν τα είδαμε άλλη φορά στην Ελλάδα. Και δοκίμαζα να λογαριάσω πόσα πράγματα άφησε απείραχτα η προγονική μας κατάρα. Δε θυμάμαι αν απόμενε κανένα. Οπωσδήποτε καμιά ωδή του Κάλβου δε βγήκε ακέραια από την αρχή ώς το τέλος. Δεν ξέρω αν ο Κάλβος αντιπροσωπεύει, καθώς ειπώθηκε, “την παλιννόστηση της ελληνικής ωδής στη γεννήτρα γη της”vii. Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ καλά-καλά τι είταν η αρχαία ωδή. Αλλά βλέπω καθαρά κάποιες μοιραίες δυνάμεις, πολύ ζωντανές τη στιγμή εκείνη της ιστορίας μας, να πολεμούν με μια δυνατή ποιητική ιδιοσυγκρασία. Και βλέπω ακόμη την ιδιοσυγκρασία αυτή να φτάνει την υψηλότερη επίδοση της εποχής της. Η επιτυχία του Κάλβου (ο Σολωμός από αυτή την άποψη δεν επέτυχε περισσότερα) είναι ότι μπόρεσε με τα υλικά που είχε στη διάθεσή του, και μολονότι τα υλικά αυτά είταν αλλότρια και πολέμια, να διασώσει μια φυσιογνωμία. Μας έμεινε η φυσιογνωμία του Κάλβου, όπως μας έμεινε η φυσιογνωμία του Σολωμού. Αλλά όπως έχουμε αποσπάσματα μόνο από τον Σολωμό, έτσι δεν έχουμε κανένα ολόκληρο ποίημα από τον Κάλβο. Τίποτε που να μπορεί να δοθεί σαν ποίημα σ’ έναν ακροατή. Μόνο κομμάτια και την ευλάβειά μαςviii.

Αλλά ξεκίνησα από μια ειδική λεπτομέρεια και σ’ αυτή θέλω να περιοριστώ. Οι ψυχολογικοί κυματισμοί που δοκίμαζα διαβάζοντας την ωδή Εις θάνατον, μου είχαν κινήσει την επιθυμία να φανταστώ ποια να είταν άραγε τα συναισθήματα που σήκωναν για τον ίδιο τον Κάλβο οι παράξενες λέξεις του. Ποιος να είταν ο συναισθηματικός φωτοστέφανός τους. Ξέρουμε πως ανεξάρτητα από το χοντρό νόημά της κάθε λέξη, έχει για τον κάθε άνθρωπο, ένα χρώμα, ένα βάρος, μια γεύση ιδιαίτερη. Ακόμη περισσότερο ξέρουμε πως η κυοφορία των λέξεων, ο εμποτισμός τους από συναισθήματα, είναι το σημαντικώτερο μέρος της λειτουργίας που δηλώνουμε με την κοινή έκφραση “γλωσσική αναδημιουργία”. Στο Σολωμό το πράγμα φαίνεται αρκετά καθαρά. Στους στίχους:

γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος
τ’ αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ’ ασπρισμένα,
κι αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος
τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα·

αισθάνομαι χωρίς δισταγμό το βάρος που είχαν αυτές οι λέξεις για την ψυχή του ποιητή. Παρακολουθώ σχεδόν την ανάδυσή τους. Και διάλεξα το παράδειγμά μου στην τύχη. Αντίθετα στον Κάλβο, τις περισσότερες φορές οι λέξεις είναι φαντάσματα. Φεύγουν σαν τα σκόρπια φύλλα. Γράφουν γραμμές χωρίς προοπτική. Καμιά σκιά. Κανένα χνούδι. Θα ’λεγε κανείς πως η αίσθηση της νύχτας και της μέρας που είναι το σταθερό φόντο της ποίησής του, βρίσκεται πίσω από τις γραμμές αυτές, ανεξάρτητη, χωρίς σύνδεσμο μαζί τους. Αν δεν είταν υπερβολή, θα έφθανα να πω ότι η ποίηση του Κάλβου μού παρουσιάζεται κάποτε σαν ανεξάρτητη από τη γλώσσα, και θα προσπαθούσα να βρω αναλογίες με τα έργα ορισμένων ζηλωτών της αυτόματης γραφής, όπου η άρθρωση έχει τόσο λίγο βάρος και είναι τόσο άσχετη με το περιεχόμενο, Ώστε να κάνει την εντύπωση ενός διάφανου δοχείου όπου κολυμπούν τρία χρυσόψαρα. Θα πήγαινα βέβαια μακριά· κι όμως ξανακοιτάζω την ωδή μου:

Τέκνον μου χαῖρε… -Πρόσμενε,
τὸν υἱὸν λυπημένον
μὴ παραιτήσῃς. Ἔπεσε.
Καὶ μένουν οἱ ὀφθαλμοί μου
εἰς βαθὺ σκότος.

Ασφαλώς το αίσθημα βρίσκεται πίσω από τις λέξεις· έξω από το υλικό του ποιητή. Πού στηρίζεται όμως; Ένας ποιητής έξω από το “ρήμα” δεν είναι παράλογο; Δεν ξέρω. Η χάρη της τέχνης είναι να μας οδηγεί σ’ ένα σημείο όπου δεν ξέρουμε πια. Ο Κάλβος είναι ένα όριο, συλλογιζόμουνα, όπου η γλωσσική αφαίρεση αφήνει μια σχεδόν άναρθρη φωνή και γραμμές στον πουρανό· κατά βάθος είναι αμίλητος.

Αλλά και ο Καβάφης είναι ένα όριο όπου η ποίηση απογυμνώνεται προσεγγίζοντας την πρόζα. Και ο Σολωμός ένα όριο όπου η ποίηση εξαγνίζεται γγίζοντας το ανέκφραστο. Οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά. Σε καμιά λογοτεχνία δε βρίσκω ανάλογα παραδείγματα. Οι δυσκολίες τους – το μέτρο της δύναμής του – τους έκαναν όρια. Ποιος θα πει ποτέ τις δυσκολίες τους; Τις αισθανόμαστε τόσο λίγο. Παράξενος τόπος.

Το βαποράκι σφύριζε μπαίνοντας στο λιμάνι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

iΓια την έμπνευση έγραψε ο κ. Κ. Δημαράς. (Επτά κεφάλαια για την ποίηση, “Κασταλία”, 1935)

iiΑν θυμάμαι καλά· οι περιστάσεις μού στερούν τα βιβλία μου.

iiiΕις Ζάκυνθον, ΙΣΤ΄

ivΚάποιοι στίχοι του φτάνουν το: Ήρως εκβήκας εις των Γραι-μεγάλων-κών το γένος

vΈτσι μου φαίνεται. Παραδίδω την υπόθεση αυτή στους ειδικούς. Ίσως να είναι μια αίρεση που, καθώς λένε, είναι το πράγμα που μοιάζει περισσότερο από κάθε τι άλλο με την αλήθεια. Ωστόσο θα άξιζε τον κόπο να μελετήσει κανείς ποιες είταν οι πνευματικές επιδράσεις που δέχτηκε ο Κάλβος. Αισθάνομαι διαβάζοντάς τον περισσότερο το ρωμαίο από τον έλληνα – είναι κατωνικός δεν είναι λακωνικός, – συχνά τον πουριτανό, κι έναν κλασικισμό κάπως συμβατικό της πρώτης γαλλικής αυτοκρατορίας με σημαντικές σκιές ρομαντισμού. Προσωπικές ανεξέλεγκτες εντυπώσεις.

viΑφίνω επίτηδες τον πρώτο στίχο (Υἱέ μου πνέουσαν μ᾿ εἶδες), που είναι διαλυτικός.

viiΟ κ. Μαρίνος Σιγούρος, στον πρόλογο της έκδοσης του “Στοχαστή”.

viiiΘεωρώ ότι ποίηση, με την τεχνική της σημασία είναι το αποτέλεσμα πάνω μας ενός ποιήματος τελειωμένου. Έστω κι αν το ποίημα αυτό είναι σ’ ένα μόνο στίχο. Όλα τα άλλα είναι ίχνη και ενδείξεις. Σαν το σημερινό Παρθενώνα.

___________________

  • Πρώτη δημοσίευση: “Τα Νέα Γράμματα”. Μηνιαία Λογοτεχνική Επιθεώρηση (Διευθυντής: Αντρέας Καραντώνης. Χρόνος Γ΄, Αριθμός 2, Φλεβάρης 1937)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή