- Γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου
«Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός» έγραψε ο αξέχαστος Μάνος στο καταστάλαγμα του βίου του.
Από εδώ εμπνεύστηκαν οι υπεύθυνοι του Τρίτου Προγράμματος και τον τίτλο «Μάνος Χατζιδάκις, ο λαχειοπώλης του ουρανού» του πολύπλευρου αφιερώματος στον συνθέτη. Και για την ιστορία αναφέρουμε, ότι η χρυσή εποχή του Τρίτου άρχισε το 1975, τότε που ανέλαβε την διεύθυνση του κρατικού ραδιοσταθμού ο Μάνος Χατζιδάκις.
Είχα την τιμή να συναντήσω το Μάνο Χατζιδάκι κάποιες φορές σε συνεντεύξεις Τύπου, σε μία αποστολή στ΄ Ανώγεια που ήταν μαζί και ο Νίκος Κούνδουρος.
Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος και πολύ ευαίσθητος. Τον είχα παρακαλέσει, να τον καλώ που και που στο τηλέφωνο για να τον ακούω, και δεν μου είχε αρνηθεί. Πού να τολμήσω να του ζητήσω συνέντευξη. Δυστυχώς δεν πρόλαβα, γιατί ενώ εξελίχτηκε ευνοϊκά για μένα η κατάσταση μου είπε, ότι ασθενεί και μετά από λίγο καιρό έφυγε… Δεν θα ξεχάσω τον τρόπο που μου μιλούσε, όπως κι ένα περιστατικό, που άθελά μου τον εξόργισε.
Όταν έδωσε τη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά, ενώ ήταν στο πόντιουμ να διευθύνει, εγώ ήμουν από κάτω με τον φωτογράφο για να κλέψουμε τα καλύτερα πλάνα. Αυτή ήταν η εντολή που είχα από την εφημερίδα μου.
Εκείνος τότε έξω φρενών μου είπε από σκηνής: «Δεσποινίς πάρτε τον φωτογράφο και φύγετε».
Καταντροπιασμένη το έβαλα στα πόδια.
Όταν έτυχε να ξαναβρεθούμε, ομολόγησα στον ίδιο, ότι ήμουν εγώ η πέτρα του σκανδάλου στη Ρωμαϊκή Αγορά και να τι μου απάντησε:
«Μα κι εσύ παιδί εκεί που μύριζε καπνός και φωτιά πήγες…»
Αυτός ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις !

Με τα έργα του και τα λόγια του ενέπνευσε και συνεχίζει να εμπνέει τις γενιές που έρχονται.
Δεν θα κάνω αναφορά στο έργο του. Θα μιλήσει ο ίδιος γι΄αυτό. Θα θυμίσω, ότι όταν μια φορά, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε για την ποιότητα της μουσικής του, εκείνος του απάντησε γελώντας: «Ποια ποιότητα μου; Εγώ την πλάκα μου έκανα πάντα!». Αλλά θα σταθώ στον Κεμάλ.
Αυτός ο εξ Ανατολής Πρίγκιπας θεωρείται και είναι ένα από τα αριστουργήματα που δημιούργησε η μουσική ιδιοφυΐα του Μάνου Χατζιδάκι και ο εμβληματικός ποιητικός λόγος του Νίκου Γκάτσου.
Ίσως φανταζόταν ο Μάνος Χατζιδάκις , όταν σιγοτραγουδούσε «Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ …», τη σημερινή παγκόσμια κατάσταση, όπου «με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί». Γι΄αυτό ο « Κεμάλ», έγινε και ένα πολιτικό μανιφέστο!
Ο Μάνος Χατζιδάκις αυτοβιογραφείται
Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ’ την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το ’32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.
Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.
Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.
Το ’66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το ’72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.
Από το ’75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ’ έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ’ ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.
Η συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στη Μαρία Ρεζάν
Πάντα ανατρεπτικός. Πάντα αντισυμβατικός. Αλλά πάντα ποιοτικός ο Μάνος Χατζιδάκις !
Οι απόψεις του, ως διανοούμενου και εύστοχου παρατηρητή της εποχής του, αναλλοίωτες και διαχρονικές, παραμένουν πολύ περισσότερο απαραίτητες σήμερα.
Αυτό είναι εμφανές από τα παρακάτω αποσπάσματα της ραδιοφωνικής συνέντευξης που είχε δώσει στη Μαρία Ρεζάν.
Οι άνθρωποι σας θεωρούνε -έτσι βάζουνε οι άνθρωποι ετικέτες- δεξιό. Σήμερα για εσάς τι σημαίνει δεξιός, αριστερός, κεντρώος;
Πέστε μου, τι σημαίνει; Κοιτάχτε, αν εννοείτε δεξιός την ψυχολογία του χωροφύλακα, δεν την έχω. Είμαι φιλελεύθερος αστός. Η ιδιοσυγκρασία μου, η παιδεία μου… έχω πάρει μέρος στην αντίσταση, στο ΕΑΜ…
Είναι, τέλος πάντων, αλήθεια, ναι ή όχι, ότι ήσασταν στο ΕΑΜ, γιατί άλλοι λένε…
Ναι, ήμουνα, όπως κάθε νέος άνθρωπος εκείνη την εποχή. Ήταν μια εποχή που ο καθένας έδινε τη συμμετοχή του στον αγώνα εναντίον των Γερμανών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό• εμείς οι νέοι, νομίζω, είχαμε και μία άλλη… ε… άλλα κίνητρα συγχρόνως. Ήταν η κλασική επανάσταση που κάνει ο νέος στο σπίτι του, αλλά βρίσκαμε μια νομιμοφάνεια για να την κάνουμε. Η αντίσταση ήταν μια νομιμοφανής ανταρσία απέναντι στο σπίτι μας. Το ξενύχτι αποκτούσε νομιμότητα, οι ερωτικές μας ιστορίες αποκτούσαν νομιμότητα, διότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα με την αντίσταση. Ίσως δεν αρέσει στους ανθρώπους η υπενθύμιση αυτή. Σε όλους τους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να είναι ηρωικοί. Εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει μόνο ηρωισμός. Υπάρχουν πάρα πολλά κίνητρα σε μία ηρωική πράξη. Πολλές φορές κανένας γίνεται ήρωας γιατί αγαπάει μια κοπέλα και μετά οι άλλοι διστάζουν να το συνδυάσουν με την αγάπη προς την κοπέλα και αφήνουν μονάχα τον ηρωισμό σκέτο. Λοιπόν, η Αντίσταση και η επιτυχία του να μαζέψει όλη τη νεότητα στους κόλπους της εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς συνδεδεμένη με την αντίσταση απέναντι στους Γερμανούς. Ήταν συνδεδεμένη και με την κλασική ανταρσία του νέου απέναντι στο σπίτι του. Και ένας από αυτούς τους νέους ήμουνα κι εγώ
Ο Μάνος Χατζιδάκις τα είχε πει όλα
Στις ρήσεις του, στα αποφθέγματά του, στους αφορισμούς του, στις αρνήσεις του… Ξεχειλίζουν από σοφία. Μεταξύ άλλων, έθεσε ένα ερώτημα στις μέρες του. Που στις δικές μας μέρες, ποιο καίριο ερώτημα νομίζω δεν υπάρχει:
«Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με την ασχήμια και το τέρας;» ρωτούσε.
«Το μυστικό είναι να μην συνηθίσεις στην ασχήμια. Από την ώρα που τη συνηθίζεις και μειώνεις την σημασία της, θα πει ότι αρχίζεις να της μοιάζεις.
Όλη μας η Αντίσταση θα πρέπει να είναι αυτή: Να μην μοιάσουμε στα τέρατα που μας περιβάλλουν. Να μην γίνουμε ήρωες ταινιών φρίκης», απαντούσε.
Δεν δίστασε δε να πει:
«Η Αθήνα είναι άσχημη πόλις, γιατί την κατοικούν άσχημοι πολίτες, χωρίς παιδεία, χωρίς ντροπή, χωρίς ευθύνη, χωρίς ευαισθησία, συγκεντρωμένοι από όλη την Ελλάδα, όσοι ήταν άρρωστοι, μισοί και δεν μπορούσαν να γνωρίσουνε τον κόσμο μέσα απ΄ την αγάπη των δικών τους. Αγέλη ανιάτων με πρόχειρα επαγγέλματα»
Ακόμη παραδέχτηκε:
Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι’ όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.
Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία, την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.
