Για την εκλογική επίδοση του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής

Ενώ το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής έχει αποκτήσει μία σχετικά συμπαγή και σταθερή εκλογική βάση που αποτελείται από «ταυτισμένους εκλογείς», δεν μπορεί να προσελκύσει από τον ευρύτερο ‘περίγυρο,’ με την ευκολία που το κάνουν κόμματα όπως το ΚΚΕ και η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου.

  • ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Στις ευρωπαϊκές εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή 9 Ιουνίου, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής, έλαβε περίπου το 12,8% των ψήφων, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση πίσω από την Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σαφώς, εάν συγκρίνουμε το ποσοστό που εν προκειμένω έλαβε το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής στις πρόσφατες ευρωεκλογές, συγκριτικά με το ποσοστό που έλαβε στις ευρωεκλογές του Μαϊου του 2019, τότε θα διαπιστώσουμε πως στις τωρινές ευρωπαϊκές εκλογές το ποσοστό του κόμματος είναι κατά τι αυξημένο (στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2019, το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά είχε λάβει το 7,72% των ψήφων και εξέλεξε 2 ευρωβουλευτές).1

Όμως, εάν λάβουμε υπόψιν τον διακηρυγμένο στρατηγικό στόχο του κόμματος που δεν ήσαν άλλος από την κατάληψη της δεύτερης θέσης πίσω μόνο από την Νέα Δημοκρατία, τότε θα πούμε πως το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να αφήνει πλήρως ικανοποιημένη την ηγετική ομάδα του κόμματος. Για ποιους λόγους όμως το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής δεν κατάφερε να καταλάβει την δεύτερη θέση, εκπαραθυρώνοντας τον δίχως καμία δυναμική, και επί προεδρίας Κασσελάκη, ΣΥΡΙΖΑ; Ας το δούμε αναλυτικότερα.

Ο πρώτος λόγος άπτεται του ό,τι το κόμμα δεν κατάφερε ούτε σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση να μειώσει το χάσμα μεταξύ περιφέρειας και κέντρου. Ενώ σε περιοχές της περιφέρειας καταγράφει αξιοσημείωτη και ισχυρή παρουσία, στο κέντρο και ειδικά στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, οι εκλογικές του επιδόσεις ήσαν και παραμένουν ‘φτωχές,’ αναντίστοιχες των υψηλών στόχων που έθεσε η ηγεσία του κόμματος.

Όσο το χάσμα παραμένει,2 τόσο το κόμμα θα δυσκολεύεται να επιτύχει το πολυπόθητο για την ηγεσία και τους βουλευτές του ‘άλμα,’ πλησιάζοντας, έστω και λίγο, την Νέα Δημοκρατία.

Ο δεύτερος λόγος είναι παρά πολύ σημαντικός. Και γιατί λέμε κάτι τέτοιο; Διότι συνιστά δομικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής επί ηγεσίας Νίκου Ανδρουλάκη.

Ενώ το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής έχει αποκτήσει μία σχετικά συμπαγή και σταθερή εκλογική βάση που αποτελείται από «ταυτισμένους εκλογείς», για να παραφράσουμε ελαφριά την Ευτυχία Τεπέρογλου, δεν μπορεί να προσελκύσει από τον ευρύτερο ‘περίγυρο,’ με την ευκολία που το κάνουν κόμματα όπως το ΚΚΕ και η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου.

Το πρόβλημα αυτό παρουσιάστηκε και σε αυτές τις ευρωεκλογές, με το ΠΑΣΟΚ να μην εισπράττει τίποτε ή αλλιώς, να εισπράττει πολύ λίγο από τον ευρύτερο ‘εκλογικό περίγυρο’ (ο όρος που χρησιμοποιεί ο Campbell),3 μη αξιοποιώντας την μείωση της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ.

Και ακόμη, την μείωση του εκλογικού ποσοστού της Νέας Δημοκρατίας, με αρκετούς Κεντρώους ψηφοφόρους να επιλέγουν αυτή την φορά την αποχή από το να στραφούν στο ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη το οποίο με τις στρατηγικές του επιλογές (καταψήφιση της επιστολικής ψήφου, του νομοσχεδίου που επιτρέπει την ίδρυση παραρτημάτων ξένων ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα), και την νεο-Αριστερή ρητορική, δεν αποτελεί ελκυστική επιλογή.

Ο ‘περίγυρος’ αντιμετώπισε με καχυποψία το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, μη-επιτρέποντας του να προβάλλει εαυτόν ως ‘αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική’ απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.4

Ο τρίτος λόγος που εντοπίζουμε έχει να κάνει με την συστηματική και πλήρη απαξίωση των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Instagram, Tik Tok), από τον πρόεδρο του κόμματος, Νίκο Ανδρουλάκη.

Ο οποίος, επιμένοντας απλοϊκά και εσφαλμένα σε λογικές τύπου ‘εγώ επικεντρώνομαι στην ουσία της πολιτικής και όχι στην επικοινωνία,’ ‘η πραγματική δημοσκόπηση γίνεται στο δρόμο και στην επαφή με τους πολίτες και όχι στο Tik Tok,’ υπονόμευσε την θέση του στον ανταγωνισμό με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς (Κυριάκος Μητσοτάκης, Στέφανος Κασσελάκης), θέτοντας ο ίδιος5 εμπόδια στην επικοινωνία και στην αλληλεπίδραση με τα άτομα εκείνα που κατεξοχήν κάνουν χρήση των νέων μέσων όπως είναι τα άτομα ηλικίας 17-25 ετών. Πως μπορεί να προσεγγίσεις έναν νεότερο ψηφοφόρο, πολλώ δε μάλλον να τον πείσεις να μην απέχει και να προτιμήσει το κόμμα σου, όταν απαξιώνεις το μέσο το οποίο αυτός χρησιμοποιεί;

Πως θα αυξήσεις τα ποσοστά του κόμματος (ακόμη και το μοντέλο προσεκτικής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που επέλεξε ο πρωθυπουργός, δεν συγκέντρωσε την προσοχή του Νίκου Ανδρουλάκη), σου όταν διστάζεις να ανοιχτείς;6

Ο τέταρτος λόγος που εξηγεί το γεγονός πως το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής δεν μπόρεσε να ανέλθει στη δεύτερη θέση, συνδέεται με το ό,τι αδράνησε χαρακτηριστικά αφήνοντας τον χρόνο να περνά δίχως να δρα.

Απεναντίας, η ηγεσία του πίστεψε πως ‘απλά και εύκολα’ θα ανέλθει στη δεύτερη θέση λόγω των εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ υπό την νέα ηγεσία του, με αποτέλεσμα αντί να σπεύσει να παραγάγει πολιτική, να είναι καινοτόμο και δημιουργικό, απλά να περιμένει.

Και όταν ο ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωσε την βάση του μετά το συνέδριο του Φεβρουαρίου, το ΠΑΣΟΚ πέρασε δημοσκοπικά στην τρίτη θέση, χωρίς έκτοτε να διεκδικεί με αξιώσεις την δεύτερη. Όπως διεφάνη και στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Η αδράνεια και η στασιμότητα ‘πληρώνονται’ και δεν αποτιμώνται με θετικό τρόπο κυρίως από κατηγορίες εκλογέων που θυμούνται πολύ καλά εποχές όπου το ΠΑΣΟΚ υπήρξε καινοτόμο και δημιουργικό (περίοδος διακυβέρνησης Κώστα Σημίτη).

Και, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος, έχει σχέση με το ό,τι η ηγετική ομάδα και τα στελέχη του κόμματος αντί να κινηθούν ευρωπαϊκά, σχεδιάζοντας μία ευρωπαϊκή προεκλογική καμπάνια, καθ’ όλα εστιασμένη στα ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, επικεντρώθηκαν στο να φωνασκούν διαρκώς επί διαφόρων θεμάτων (Τέμπη, υποκλοπές, ακρίβεια), αποξενώνοντας εκείνες τις φιλο-ευρωπαϊκές μερίδες ψηφοφόρων που θα περίμεναν από το ΠΑΣΟΚ κάτι διαφορετικό και όχι να συναγωνίζεται στην ένταση της φωνής την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Αυτή την φορά, ο Εν Ελλάδι Κεντροαριστερός φορέας εξέλεξε 3 ευρωβουλευτές και όχι 2, κάτι που σημαίνει πως θα είναι σε θέση να έχει μία καλύτερη και πιο έντονη παρουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ειδικά η παρουσία του Γιάννη Μανιάτη θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα, καθότι με την εκλογή του προσθέτει στην ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ (και σε αυτή του κόμματος Σοσιαλιστών και Δημοκρατών) γνώση και τεκμηρίωση. Θεωρητικώ τω τρόπω, θα επισημάνουμε πως το εκλογικό αποτέλεσμα αποδεικνύει πως αυτές οι ευρωεκλογές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «εκλογές αποστοίχισης» (realigning elections), για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Τεπέρογλου και Mayer et al. Σε τέτοιου τύπου εκλογικές αναμετρήσεις διαμορφώνονται «νέες κομματικές ταυτίσεις». Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: Προέκυψαν νέες κομματικές ταυτίσεις σε αυτές τις ευρωεκλογές; Όχι, είναι η απάντηση μας. Το εκλογικό ποσοστό της Ελληνικής Λύσης δεν συνιστά έκπληξη, με το κόμμα να διατηρεί έναν σχετικά συμπαγή πυρήνα ψηφοφόρων στους οποίους προστέθηκαν και ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας (ακόμη και των Σπαρτιατών που δεν συμμετείχαν στις εκλογές), οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο θέλησαν να εκφράσουν την δυσαρέσκεια τους για όψεις της κυβερνητικής πολιτικής (αγροτικό, νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών). Όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για την διαμόρφωση ισχυρής ταύτισης με την Ελληνική Λύση, καθότι, οι εκλογείς αυτοί μπορούν κάλλιστα να επιστρέψουν στο κόμμα τους εν όψει βουλευτικών εκλογών, όποτε κι αν αυτοί γίνουν, θεωρώντας με την επιλογή που έκαναν τώρα, έστειλαν το ‘κατάλληλο μήνυμα’ προς την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Δεύτερον, το ποσοστό της Φωνής Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου δεν είναι τέτοιο που να μας επιτρέπει να μιλήσουμε για την διαμόρφωση νέων κομματικών ταυτίσεων. Δεδομένης της ισχυρής μιντιακής παρουσίας της αρχηγού της που εντυπωσιάζει με τα στρωτά ελληνικά που μιλά (αν και σε ουκ ολίγα θέματα λειαίνει τις ‘γωνίες’ του λόγου της), της συμπάθειας που απολαμβάνει από ψηφοφόρους διαφόρων κομμάτων, της επίσης ισχυρής στράτευσης της στη ‘μάχη’ κατά της ‘πολιτικής ορθότητας,’ το γεγονός πως το κόμμα της κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτή δεν πρέπει να θεωρηθεί έκπληξη. Αυτό το 3%, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η βάση για το κάτι παραπάνω σε μία επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Δεν μπορούμε όμως να το θεωρήσουμε και ως το αποτέλεσμα της διαμόρφωση ισχυρής κομματικής ταύτισης με την Φωνή Λογικής όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα: Η Φωνή Λογικής εισέπραξε από το ‘κύμα’ της διαμαρτυρίας και όχι γιατί κατέθεσε κυβερνητικό πρόγραμμα με ορίζοντα δεκαετίας (έτσι μπορούν να διαμορφωθούν νέες και ισχυρές κομματικές ταυτίσεις), στο εγκάρσιο σημείο όπου αυτό το οριακό +- 3% σημαίνει πως όσο εύκολα στράφηκαν ψηφοφόροι στο κόμμα της, τόσο εύκολα μπορούν να το εγκαταλείψουν ειδικά εάν το κόμμα δεν προσπαθήσει να τους κρατήσει. Τρίτον, και για το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, παρά την αισθητή άνοδο των ποσοστών του σε αυτές τις εκλογές. Το ΚΚΕ κερδίζει από τον λεγόμενο «περίγυρο» (peripheral votes), κατά την Ευτυχία Τεπέρογλου, δηλαδή από άτομα που εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ (η πτώση ή αλλιώς, η αδυναμία συγκράτησης ψηφοφόρων συνεχίζεται για τον ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που συνιστά μεγάλο πρόβλημα), συνειδητά, από αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Αριστεράς και ΚΚΕ, και μεταξύ Πλεύσης Ελευθερίας, ΜΕΡΑ 25 και ΚΚΕ. Εν είδει υποθέσεως εργασίας, θα υποστηρίξουμε πως αυτοί οι ψηφοφόροι που στράφηκαν τώρα στο ΚΚΕ δεν ενδιαφέροντα ιδιαίτερα να ταυτιστούν με το ΚΚΕ, στο οποίο τους προσελκύει, πέραν της ‘προσωπικότητας Κουτσούμπα,’ η θεωρούμενη και ως ‘συνέπεια λόγων και έργων’. Βλέπε σχετικά, Mayer, et al., ‘Eκλογική Συμπεριφορά,’ Μετάφραση: Βερναρδάκης, Χριστόφορος. Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2005. Βλέπε και, Τεπέρογλου, Ευτυχία., ‘Οι Ευρωεκλογές στην Ελλάδα,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2008, σελ. 36, Διαθέσιμη στο: Οι Ευρωεκλογές στην Ελλάδα (didaktorika.gr)

2 Θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε θεωρητικά την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Στην επαρχία και πιο συγκεκριμένα, σε περιοχές της επαρχίας, οι μνήμες του ‘παλαιού, Ανδρεοπαπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ’ παραμένουν και πιο έντονες συγκριτικά με τα μεγάλα αστικά κέντρα και ό,τι ισχύει εκεί, κάτι που έχει άμεσο αντίκτυπο και στην καλή εκλογική επίδοση του ΠΑΣΟΚ που έχει φθάσει να είναι δεύτερο κόμμα σε ουκ ολίγες περιοχές της περιφέρειας. Στα μεγάλα αστικά κέντρα (βλέπε Αθήνα πρώτα και κύρια), όπου ο πληθυσμός ανανεώνεται πολύ πιο εύκολα από ό,τι στην περιφέρεια, με ουκ ολίγους νέους να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, οι μνήμες του ‘παλαιού, Ανδρεοπαπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ’ είτε δεν υπάρχουν καθόλου, είτε είναι εξασθενημένες, είτε τίθενται στο προσκήνιο ως καρικατούρα τύπου ‘το παλαιό ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο,’ σύνθημα που έχει εξαντλήσει την δυναμική του, πράγμα που συνεπάγεται πως η ηγετική του ομάδα θα πρέπει να σταματήσει να ‘φλερτάρει’ μαζί του. Όσο πιο εξασθενημένες οι μνήμες του παρελθόντος, τόσο πιο δύσκολο καθίσταται για ένα άτομο να στραφεί στο ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, το οποίο πασχίζει για το μεγάλο εκλογικό ‘άλμα’ στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις (βουλευτικές του Ιουνίου του 2023 και ευρωεκλογές του 2024) αλλά δεν μπορεί να το πετύχει.

3 Βλέπε σχετικά, Campbell, A., ‘Surge and decline: A study of electoral change,’ Public Opinion Quarterly, Tεύχος 24, 3, 1960. Από την ευρύτερη Κεντρώα δεξαμενή δεν κατάφερε να αντλήσει σχεδόν τίποτε το κόμμα ‘Δημοκράτες’ του Ανδρέα Λοβέρδου, του οποίου η πολύ χαμηλή εκλογική επίδοση συνιστά μία από τις μεγάλες απογοητεύσεις αυτών των εκλογών. Και ποιο ήσαν το μεγαλύτερο πρόβλημα; Το ό,τι για ψηφοφόρους, για μετριοπαθείς-φιλελεύθερων πεποιθήσεων ψηφοφόρους που θέτουν ψηλά τον πήχη, ο Ανδρέας Λοβέρδος δεν έπεισε ως ηγέτης, παρά το ό,τι διαφοροποιήθηκε εξ αρχής και αισθητά από το Ανδρουλακικό ΠΑΣΟΚ. Παρά το ό,τι η ρητορική του ήσαν καθαυτό Κεντρώα έως αρκετά πατριωτική, ειδικά στα εθνικά θέματα. Η ταύτιση του Ανδρέα Λοβέρδου με το ΠΑΣΟΚ, εκτιμούμε πως απέτρεψε μία μερίδα παραδοσιακών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας που είχαν αποφασίσει να καταψηφίσουν το κόμμα τους, από το να στραφούν στους ‘Δημοκράτες’, προτιμώντας, αντί αυτών, κόμματα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.

4 Η χρησιμοποίηση της «Θεωρίας της Αρνητικής Ψήφου» (Negative Voting Theory), του Samuel Kernell, θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε γιατί η Νέα Δημοκρατία απώλεσε περίπου πέντε μονάδες συγκριτικά με την εκλογική της επίδοση στις ευρωπαϊκές εκλογές που είχαν διεξαχθεί το 2019. Σε αυτές τις ευρωεκλογές, η Νέα Δημοκρατία κατέστη πολύ «ευάλωτη» (vulnerable), λόγω της ‘αρνητικής προδιάθεσης πολλών ψηφοφόρων’ απέναντι της (παραφράζουμε ελαφριά την Ευτυχία Τεπέρογλου), οι οποίοι έκριναν πως η χρονική στιγμή είναι η πλέον κατάλληλη για να στείλουν ένα μήνυμα δυσαρέσκειας και αποδοκιμασίας της Νέας Δημοκρατίας. Έναν χρόνο μετά τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2023 και την μεγάλη και άνετη εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας, ώστε αφενός μεν να προλάβουν την εκδήλωση φαινομένων αλαζονείας, και, αφετέρου, δε, να προσφέρουν το κατάλληλο κίνητρο στον πρωθυπουργό, στους βουλευτές και στους υπουργούς ώστε να εργαστούν πιο σκληρά με ορίζοντα το 2027. Η αρνητική ψήφος μπορεί να εμπεριέχει εντός της τόσο την περίσκεψη και τον προβληματισμό, όσο και τον θυμό και την οργή, σε ένα σημείο όπου θα διατυπώσουμε και μία ακόμη υπόθεση εργασίας. Όσο περισσότερο θυμωμένος ένας παραδοσιακός ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας για μία σειρά από θέματα (νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, ακρίβεια στην αγορά, Τέμπη), τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι πιθανότητες να εκφραστεί υπέρ κάποιου κόμματος που βρίσκεται στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας και κυρίως στην εθνικολαϊκιστική Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου. Βλέπε σχετικά, Kernell, Samuel., ‘Presidential Popularity and negative voting: An alternative explanation of the Midterm congressional decline of the president’s party,’ American Political Science Review, Τεύχος 7, 1, 1977. Και, Τεπέρογλου, Ευτυχία., ‘Οι Ευρωεκλογές στην Ελλάδα…ό.π.

5 Και το παράδοξο έγκειται όχι μόνο το ό,τι επέμενε πεισματικά σε ένα παρωχημένο μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας και διεξαγωγής της προεκλογικής εκστρατείας, αλλά, το ό,τι παρέβλεψε το πόσο διαδεδομένη είναι σήμερα η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από πολιτικούς. Και όχι μόνο κατά την διάρκεια μίας προεκλογικής εκστρατείας. Τα παραδείγματα ‘Ομπάμα’ (2008), και ‘Τραμπ’ (2016) δεν του είπαν τίποτε, με αποτέλεσμα ο Νίκος Ανδρουλάκης να παραμένει ο ‘μεγάλος άγνωστος’ μεταξύ των νεότερης ηλικίας ψηφοφόρων, που δεν θέλουν ‘ήλιο’ αλλά, σύντομης διάρκειας ‘καβλάντισμα’ και κωδικοποιημένα μηνύματα. Αυτή την φορά δεν θα μιλήσουμε για τον ευρύτερο ‘εκλογικό περίγυρο’. Αντιθέτως, θα τονίσουμε πως η επιρροή του ΠΑΣΟΚ στους μη-ιδεολογικοποιημένους ψηφοφόρους, στους εύκολα μετακινούμενους από κόμμα σε κόμμα, παραμένει χαμηλό, κάτι που συνιστά άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα.

6 Η αδιαφορία που κάλυψε τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2024 και εξηγεί εν μέρει και την πολύ υψηλή αποχή (δεν είναι μονοδιάστατη η ερμηνεία ενός τέτοιου φαινομένου), μετρίασε και την δυναμική που θα μπορούσε να αποκτήσει η ψήφος διαμαρτυρίας η οποία δεν ήσαν μαζική. Γιατί εάν συνέβαινε αυτό, τα ποσοστά των μικρότερων κομμάτων θα ήσαν κατά τι μεγαλύτερα. Και το ΜΕΡΑ 25 του Γιάνη Βαρουφάκη θα εξέλεγε ευρωβουλευτή. Έχοντας κατά νου τα εκλογικά αποτελέσματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (η προσέγγιση μας πρέπει να είναι ευρωπαϊκή), θα πούμε πως επιβεβαιώνεται εν μέρει η υπόθεση εργασίας των Reiff & Schmitt, οι οποίοι υποστηρίζουν πως σε εκλογές ‘δεύτερης τάξης’ όπως είναι οι ευρωεκλογές (είναι μεγάλο λάθος να θεωρούνται εκλογές ‘δεύτερης τάξης’ οι ευρωεκλογές), σημειώνουν απώλειες τα «εθνικά κυβερνητικά κόμματα». Κάτι που συνέβη στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στη Γαλλία, εκεί όπου ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, ‘σοκαρισμένος’ από την κακή εκλογική επίδοση του κόμματος του και την αντίστοιχη υψηλή της ‘Εθνικής Συσπείρωσης’ της Μαρίν Λεπέν, προκήρυξε βουλευτικές εκλογές για το τέλος Ιουνίου. Φυσικά, η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας δεν έχει καθολική ισχύ, με κυβερνητικά κόμματα όπως το κόμμα ‘Αδέλφια της Ιταλίας’ της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, να αυξάνει τα ποσοστά του. Βλέπε σχετικά, Reiff, K., & Schmitt, H., ‘Nine second-order national elections: Α conceptual framework for the analyses of European elections results,’ European Journal of Political Research, Τεύχος 8, 3, 1980. Συνιστά επίσης λάθος να εντάσσεται το κόμμα της Ιταλίδας πρωθυπουργού κάτω από τον όρο-‘ομπρέλα’ ‘ακροδεξιά.’

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com