- Συνέντευξη του Χρήστου Κεφαλή στον Νίκο Λαγκαδινό
Από τις Εκδόσεις Αργοναύτης κυκλοφόρησε το 2024 η συλλογή «Καπιταλισμός και πόλεμος» με κείμενα σημαντικών μαρξιστών και επαναστατών για το ζήτημα του πολέμου. Με αφορμή τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, που φέρνει εκ νέου το ζήτημα στην επικαιρότητα, ο Νίκος Λαγκαδινός πήρε την ακόλουθη συνέντευξη από τον συνεπιμελητή της έκδοσης Χρήστο Κεφαλή.
Ο πόλεμος έχει γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας, που όμως προσπαθούμε να το αποφεύγουμε. Πώς προέκυψε η ιδέα της συλλογής «Καπιταλισμός και πόλεμος» και τι περιλαμβάνει;
Πραγματικά, αν και οι πόλεμοι δεν έλειψαν ποτέ σε όλο τον 20ό αιώνα, ξεκινώντας με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 ήρθαν πλέον στο ευρωπαϊκό έδαφος και έγιναν μια απτή, τρομακτική πραγματικότητα, επηρεάζοντας με διάφορους τρόπους τη ζωή μας. Αυτή η πραγματικότητα έδωσε το έναυσμα για τη συλλογή «Καπιταλισμός και πόλεμος», την οποία συνεπιμεληθήκαμε ο Αντώνης Παντίδης και εγώ. Η ιδέα του εγχειρήματος ανήκε στον Αντώνη, ο οποίος μετέφρασε τα περισσότερα κείμενα και έγραψε και την Εισαγωγή. Προσωπικά συνεισέφερα ένα-δυο μεταφράσεις κειμένων και το Επίμετρο του τόμου. Κίνητρό μας ήταν να γνωρίσουμε στο κοινό τις θέσεις των μαρξιστών για τους πολέμους και, μέσω αυτού, να συμβάλουμε στο μέτρο του δυνατού στην κατανόηση των αιτίων τους και των τρόπων αντίδρασης στις πολεμικές απειλές του καιρού μας.
Η συλλογή περιλαμβάνει κείμενα αρκετών επιφανών μαρξιστών, συγκεκριμένα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Τρότσκι, Λούκατς, Ζινόβιεφ. Περιλαμβάνει επίσης κείμενα πρακτικών επαναστατών και στρατιωτικών θεωρητικών, συγκεκριμένα των Τουχατσέφσκι, Φρούνζε, Τσε, Τίτο, Μάο, Λιν Πιάο και Γκιαπ.
Από τα κείμενα της συλλογής γίνεται φανερό πως σχεδόν όλοι οι σημαντικοί μαρξιστές είχαν ένα ισχυρό ενδιαφέρον για τα θέματα του πολέμου. Πώς εξηγείται αυτό;
Η μαρξιστική θεωρία εστιάζει στην κριτική του καπιταλισμού, τον οποίο αναλύει σαν ένα εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα, θεμελιώνοντας την ανάγκη για τη μετάβαση σε μια ανώτερη, συλλογικά οργανωμένη κοινωνική δομή, το σοσιαλισμό. Από την ίδια τη μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού ως ένα σύστημα βασισμένο στην εκμετάλλευση των εργαζόμενων από τους καπιταλιστές απορρέει, ωστόσο, ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από οξείες αντιφάσεις, αναρχία, δυσαναλογίες ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση, κοκ, που τείνουν διαρκώς να γεννούν όχι μόνο οικονομικές κρίσεις αλλά και πολέμους. Για να παραθέσω τα λόγια του Λένιν:
«Ο καπιταλισμός είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η αναρχία στην παραγωγή… Στον καπιταλισμό η ομαλή ανάπτυξη των μεμονωμένων επιχειρήσεων και των μεμονωμένων κρατών είναι αδύνατη. Στον καπιταλισμό δεν υπάρχουν άλλα μέσα για την αποκατάσταση της περιοδικά διαταραγμένης ισορροπίας από τις κρίσεις στη βιομηχανία και τον πόλεμο στην πολιτική».
Ποια είναι η μαρξιστική θέση για τον πόλεμο; Ποιοι μαρξιστές κυρίως συνεισέφεραν στη διαμόρφωσή της και ποια τα κύρια στοιχεία της, ιδιαίτερα αναφορικά με τη σύνδεση του πολέμου με την πολιτική και την οικονομία;
Όπως και για όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, η θέση του μαρξισμού για τον πόλεμο είναι ιστορική. Ο μαρξισμός απορρίπτει τις μεταφυσικές θεωρήσεις που συνδέουν τον πόλεμο με την ανθρώπινη φύση, τον εγωισμό, κοκ, θεωρώντας τον κάτι μοιραίο και αναπόφευκτο. Εξετάζει τον πόλεμο ως ένα φαινόμενο των εκμεταλλευτικών κοινωνιών, που ξεκινά στην Αρχαιότητα με την εμφάνιση της δουλείας και θα εκλείψει με τη μετάβαση της ανθρωπότητας στο σοσιαλισμό.
Υπό αυτή την έννοια ο πόλεμος είναι ένα αποκρουστικό φαινόμενο, που συνδέεται με τα δεινά των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και τα μεγεθύνει. Ταυτόχρονα, όμως, οι μεγάλοι μαρξιστές δεν περιορίστηκαν σε μια ηθική καταδίκη του πολέμου. Έκαναν επίσης μια σαφή διάκριση ανάμεσα σε αντιδραστικούς και προοδευτικούς πολέμους, το κριτήριο όντας εδώ τα εμπλεκόμενα ταξικά και ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα. Με αυτό το κριτήριο, προοδευτικοί είναι οι πόλεμοι που εκφράζουν τα συμφέροντα των εκμεταλλευόμενων ή ανερχόμενων τάξεων μιας εποχής, μετακινώντας εμπόδια από το δρόμο της εξέλιξης της κοινωνίας, ενώ όσοι συνδέονται με τις βλέψεις των κυρίαρχων τάξεων είναι αντιδραστικοί.
Οι μαρξιστές, ιδιαίτερα ο Λένιν, είχαν σε υψηλή εκτίμηση το απόφθεγμα του Κλαούζεβιτς ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Και βέβαια με τη σειρά της η πολιτική καθορίζεται από την οικονομία, από τις αντιφάσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις και τα εμπλεκόμενα ταξικά συμφέροντα. Εξ ου και για να δούμε αν ένας συγκεκριμένος πόλεμος είναι προοδευτικός ή αντιδραστικός πρέπει να μελετήσουμε τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις και αντιθέσεις που οδήγησαν σε αυτόν.
Τη θέση αυτή για τον πόλεμο τη συμμερίζονται οι επιφανείς μαρξιστές. Στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας για τον πόλεμο, όμως, συνεισέφεραν ιδιαίτερα οι Ένγκελς, Λένιν και Τρότσκι. Για τα ειδικά θέματα της στρατιωτικής επιστήμης, τεχνικές του πολέμου, τακτικές, κοκ, ουσιαστική ήταν η συμβολή των Τουχατσέφσκι, Φρούνζε και άλλων σοβιετικών θεωρητικών, καθώς και των Μάο και Τσε για το θέμα του ανταρτοπόλεμου.
Πώς μπαίνει το ζήτημα του πολέμου στην εποχή του ιμπεριαλισμού, σύμφωνα με τον Λένιν;
Η γενική μαρξιστική θέση για τον πόλεμο ισχύει και για την εποχή του ιμπεριαλισμού. Ταυτόχρονα όμως αυτή προσαρμόζεται στις συγκεκριμένες εξελίξεις αυτού του σταδίου του καπιταλισμού, τις οποίες ανέλυσε πιο διεισδυτικά ο Λένιν. Η κύρια εξέλιξη είναι η εμφάνιση των τραστ, η συγκρότηση μιας μονοπωλιακής ολιγαρχίας μέσα από τη συγχώνευση του βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, στις οποίες αυτές οι διαδικασίες έχουν φτάσει σε έναν υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης, για αποικίες και σφαίρες επιρροής. Αυτός ο ανταγωνισμός δίνει γένεση στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, όταν ο συσχετισμός δύναμης αλλάζει και η παλιά διανομή της ιμπεριαλιστικής λείας δεν ανταποκρίνεται στο νέο συσχετισμό. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο οι δυο μεγάλοι συνασπισμοί της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων οδήγησαν τους λαούς της Ευρώπης σε μια τεράστια σφαγή για την παγκόσμια κυριαρχία και τη λεηλασία των αποικιακών λαών.
Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι ενώ οι πόλεμοι της αστικής τάξης στο προηγούμενο, ανοδικό στάδιο του καπιταλισμού, ήταν γενικά προοδευτικοί εθνικοί πόλεμοι που στρέφονταν, όπως οι πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης, ενάντια στους θρόνους και τους φεουδάρχες, οι πόλεμοι που διεξάγει η ίδια τάξη στην ιμπεριαλιστική εποχή είναι κατά κανόνα αντιδραστικοί. Επιπλέον, σε αυτό το νέο στάδιο, οι αστικές τάξεις οξύνουν συχνά τους εθνικούς ανταγωνισμούς για να εκτρέπουν τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό με το διαίρει και βασίλευε.
Ο Λένιν υπογράμμισε, ωστόσο, σε αντίθεση με τη Λούξεμπουργκ και άλλους μαρξιστές, ότι και στην ιμπεριαλιστική εποχή είναι δυνατοί οι προοδευτικοί εθνικοί πόλεμοι. Τέτοιοι πόλεμοι είναι οι πόλεμοι των αποικιών και των εξαρτημένων και μικρών εθνών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτή η θέση και η πρόβλεψη του Λένιν ότι στις αμέσως επόμενες δεκαετίες οι λαοί της Ανατολής θα αφυπνίζονταν και θα διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους επιβεβαιώθηκε λαμπρά από τα μεγάλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 20ού αιώνα, τα οποία έθεσαν ένα τέρμα στην αποικιοκρατία.
Μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης αναδείχτηκαν στην ΕΣΣΔ αρκετοί επιφανείς θεωρητικοί του πολέμου. Ποιες ήταν οι κύριες συνεισφορές τους;
Από τη δεκαετία του 1920 η ΕΣΣΔ βρέθηκε πράγματι στην πρωτοπορία της επιστήμης του πολέμου, με σημαντικούς θεωρητικούς, όπως οι Τουχατσέφσκι, Σβετσίν, Φρούνζε, Βαρφολομέεβ, και ο δικός μας Τριανταφίλοφ. Οι θεωρητικοί αυτοί επεξεργάστηκαν το νέο δόγμα των βαθέων επιχειρήσεων, βασισμένο στην παραδοχή ότι ο επόμενος πόλεμος θα ήταν μακράς διαρκείας, και τη μεθοδολογία διάσπασης του μετώπου του εχθρού με σύγχρονα, μηχανοκίνητα μέσα. Βέβαια οι περισσότεροι από αυτούς, όπως και όλοι σχεδόν οι ηγέτες του Κόκκινου Στρατού, χάθηκαν στις σταλινικές εκκαθαρίσεις, με τεράστια ζημιά για την ΕΣΣΔ στην πρώτη φάση του πολέμου με τη ναζιστική Γερμανία, Ωστόσο, οι θεωρίες τους συνέβαλαν ουσιαστικά στην ήττα των ναζί.
Το θέμα του ανταρτοπολέμου κατέχει επίσης κεντρική θέση στη συλλογή. Πώς εξηγείται το ενδιαφέρον των μαρξιστών γι’ αυτό και πώς το συνέλαβαν;
Μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης το κέντρο της επαναστατικής διαδικασίας μεταφέρθηκε στις αποικίες, αρχικά στην Ανατολή και αργότερα στη Λατινική Αμερική. Ταυτόχρονα σημειώθηκε μια αλλαγή στη μορφή των επαναστατικών κινημάτων: Ενώ η Οκτωβριανή Επανάσταση απλώθηκε από τις μεγάλες πόλεις, την Πετρούπολη και τη Μόσχα, στην ύπαιθρο, η Κινεζική Επανάσταση, τουλάχιστον μετά την αρχική ήττα της το 1927, ακολούθησε μια αντίστροφη πορεία από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Αυτό έφερε στο προσκήνιο τις αντάρτικες μεθόδους, που πήραν μια ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα κινήματα της αντιναζιστικής αντίστασης, με τυπικά παραδείγματα εκείνα στη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία, τη Λευκορωσία και την Ελλάδα. Αργότερα είχαμε παρόμοιες εμπειρίες στη Κουβανική Επανάσταση και στον αγώνα του λαού του Βιετνάμ ενάντια στην αμερικάνικη επέμβαση.
Αυτές οι εμπειρίες θεωρητικοποιήθηκαν κυρίως από επαναστάτες και πηγαίους στρατιωτικούς ηγέτες που ανέδειξαν τα αντάρτικα κινήματα, όπως ο Τσε, ο Τίτο, ο Μάο, ο Γκιαπ, κ.ά., κείμενα των οποίων περιέχονται στη συλλογή. Αποτελούν τρόπον τινά την ηρωική παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος, είναι όμως κάπως δύσκολο να δει κανείς πώς θα μπορούσε να ανανεωθούν στην εποχή μας. Μόνο το προοδευτικό εθνικό κίνημα των Κούρδων βλέπουμε να εφαρμόζει σήμερα με σχετική επιτυχία τέτοιες τακτικές.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι νέοι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, ανάμεσα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν, κοκ, οι πλήθος μικρότερες συρράξεις ανά τον κόσμο, οι απειλές του Τραμπ για παραπέρα επεμβάσεις σε αρκετές χώρες, πιστοποιούν ότι ο πόλεμος έχει έρθει για να μείνει. Τι μπορούμε να πούμε σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο για τους πολέμους της εποχής μας;
Σήμερα διαμορφώνεται ένα σκηνικό ανάλογο με εκείνο των αρχών του 20ού αιώνα, με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς να αναπτύσσονται γυμνά και να οξύνονται μπροστά στα μάτια μας. Ταυτόχρονα βλέπουμε να διαμορφώνονται τα ιμπεριαλιστικά μπλοκ, αφενός της Δύσης (αν και η διοίκηση Τραμπ με την επιδίωξη μιας απόλυτης ηγεμονίας διασπά τη συνοχή του) και αφετέρου της Ρωσίας-Κίνας. Ειδικά ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός υπό τον Τραμπ προκρίνει μια πολιτική ελέγχου των ενεργειακών πηγών ώστε να επιβάλει τους δικούς του όρους στην Κίνα. Με αυτή την επιδίωξη συνδέονται η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και, σε συνδυασμό με τις βλέψεις του Ισραήλ, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Προβάλλει έτσι μεσοπρόθεσμα η απειλή ενός νέου παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού πολέμου, όταν ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας ενταθεί στο έπακρο και ολοκληρωθούν οι στρατιωτικές προετοιμασίες, που θα αφανίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Η απειλή έχει αναγνωριστεί ακόμη και από ταγούς του κατεστημένου όπως ο Κίσινγκερ, που μόχθησε στο τέλος της ζωής του να υποδείξει τρόπους μετριασμού της στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Είναι όμως σαφές ότι ο καπιταλισμός, οξύνοντας στο έπακρο τις ανισότητες και συγκεντρώνοντας τον παγκόσμιο πλούτο στα χέρια λίγων δισεκατομμυριούχων, δεν έχει πλέον περιθώρια ελέγχου των ανταγωνισμών που γεννούν τον πόλεμο.
Η πιο επιθετική, τραμπική πτέρυγα εξαίρει ανοικτά τον πόλεμο, μετονομάζοντας το Υπουργείο Άμυνας σε Υπουργείο Πολέμου, ενώ η στρατιά των γεωπολιτικών αναλυτών στα συστημικά ΜΜΕ εθίζει τον κόσμο στην ιδέα ότι ο μιλιταρισμός, οι εμπορικοί πόλεμοι, η μαζική δυστυχία, τα καραβάνια των προσφύγων από τις κατεστραμμένες χώρες και οι θερμές συγκρούσεις θα συνεχίζονται εσαεί, χωρίς διέξοδο για την ανθρωπότητα. Αυτό επιβεβαιώνει τη μαρξιστική θέση ότι ο πόλεμος είναι μια διαρκής τάση του ιμπεριαλισμού, μόνη διαφυγή από την οποία είναι η μετάβαση της ανθρωπότητας στο σοσιαλισμό.
