- Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΦΑΛΗΣ*
Η ταινία του Σμαραγδή «Καποδίστριας» έχει γίνει δικαιολογημένα αντικείμενο οξείας κριτικής από σχολιαστές του προοδευτικού χώρου, τόσο για τη στρεβλή ιστορική της οπτική όσο και για τη φτωχή, ανούσια αισθητική της. Ο σκοπός μας σε αυτό το σημείωμα δεν είναι να συζητήσουμε αυτά τα θέματα. Θέλουμε να κριτικάρουμε πρώτα και κύρια το ιδεολόγημα ότι με την ταινία του αυτή ο Σμαραγδής προσφέρει ένα θετικό πρότυπο για το σήμερα, ότι παρουσιάζει μια ηγετική μορφή που ένα σύγχρονο ανάλογό της θα μπορούσε να δώσει διέξοδο ή να έστω να υποδείξει δρόμους για την υπέρβαση των μεγάλων αδιεξόδων της ελληνικής κοινωνίας.
Πραγματικά, αν υπάρχει μια κοινή επωδός στις θετικές εκτιμήσεις για την ταινία, σε επώνυμα άρθρα σε σάιτ και σε κριτικές στα κοινωνικά μέσα είναι η επιμονή στην προσωπικότητα του Καποδίστρια, την οποία υποτιθέμενα αναδεικνύει η ταινία. Ο Καποδίστριας παρουσιάζεται σαν ένας οραματιστής πολιτικός, με αξίες και όραμα, ένας αλτρουιστής που θυσίασε την προσωπική του σταδιοδρομία για το κοινό καλό, ένας κυβερνήτης που αντιστάθηκε στους ξένους και προσπάθησε να θεμελιώσει το νεαρό ελληνικό κράτος πάνω σε δικές του, σύγχρονες βάσεις και να οικοδομήσει μια ανεξάρτητη Ελλάδα.
Χωρίς να αρνούμαστε ότι ο Καποδίστριας ήταν μια σημαντική ιστορική μορφή, θα επιχειρήσουμε να δείξουμε ότι η παραπάνω εικόνα του είναι υψηλά εξιδανικευμένη και ότι δεν υπάρχουν σε αυτόν, τουλάχιστον σε μια σαφή, ευδιάκριτη μορφή, εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν μια σύγχρονη κίνηση προς την ιστορική πρόοδο. Η συζήτησή μας δεν θα βασιστεί τόσο σε βιογραφικές αναφορές, που είναι γνωστές και μπορεί να βρεθούν στο Διαδίκτυο, αλλά στη σύγκριση με μια μορφή στην οποία μπορούμε να βρούμε πράγματι τις βάσεις για την αναζήτηση προσανατολισμών στο παρόν και στο μέλλον: τον Αλέξις ντε Τοκβίλ.
Ο Τοκβίλ από ορισμένες απόψεις είναι μια μορφή συγκρίσιμη με τον Καποδίστρια. Αν ο Καποδίστριας έγινε υπουργός Εξωτερικών της μεγάλης φεουδαλικής δύναμης της Ανατολής, της τσαρικής Ρωσίας, ο Τοκβίλ καταγόταν από μια οικογένεια ευγενών μιας άλλης μεγάλης δύναμης που ως την επανάσταση του 1789 ήταν το ισχυρό προπύργιο της μοναρχίας στην ηπειρωτική Δύση, τη Γαλλία. Η ελάχιστη σύγκρισή τους θα δείξει, όμως, ότι ακριβώς στον Τοκβίλ μπορούμε να βρούμε κάτι από το οποίο στον Καποδίστρια υπάρχουν το πολύ ψήγματα: την εστίαση, ήδη από εκείνο το πρώιμο στάδιο, στο κοινωνικό ζήτημα. Μια εστίαση που του επέτρεψε, ξεκινώντας από τα προβλήματα και τις αντιθέσεις της εποχής του, όταν ο νεαρός καπιταλισμός πάλευε ακόμη με τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας, να διακρίνει διεισδυτικά τις δυνατότητες και τους κινδύνους του μέλλοντος στην εποχή του κυρίαρχου πια καπιταλισμού.
Οι γονείς του Τοκβίλ γλίτωσαν μόλις από την γκιλοτίνα το 1793-94, στα χρόνια της γιακωβίνικης τρομοκρατίας, μοίρα την οποία δεν απέφυγαν πολλοί συγγενείς του. Αυτό θα φαινόταν να τον προόριζε να γίνει ένας οπαδός της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων, του καθεστώτος υπό το οποίο η τάξη του επιχειρούσε μετά την πτώση του Ναπολέοντα να ανακτήσει μερικά από τα παλιά προνόμια και την αίγλη της. Ο Τοκβίλ, ωστόσο, ήταν μια δημοκρατική φύση και δεν ακολούθησε αυτό το δρόμο· απεναντίας, ήδη από τη νεαρή ηλικία του διακρινόταν από μια αρνητική στάση απέναντι στο Παλαιό Καθεστώς. Καταλυτικό ρόλο στην κρυστάλλωση των απόψεών του έπαιξε το ταξίδι του το 1831, στα 26 του χρόνια, στην Αμερική, όπου είχε τη δυνατότητα να δει σε καθαρή μορφή το δυναμισμό του νέου, αναδυόμενου τότε αστικού κόσμου και να αντιληφθεί ότι εξέφραζε την πρόοδο απέναντι στη φεουδαλική στασιμότητα.
Καρπός αυτής της εμπειρίας ήταν το διάσημο έργο του Η Δημοκρατία στην Αμερική, που δημοσιεύθηκε σε δυο μέρη, το 1835 και το 1840. Εκεί, στο καταληκτικό του μέρος, αναγνωρίζει ότι η έλξη του προς το αριστοκρατικό παρελθόν ήταν επιλεκτική, εστιάζοντας σε ότι του ήταν προσφιλές από την ανατροφή του, και ότι μια συνολική θεώρηση των ανθρώπινων υποθέσεων απαιτεί να αποδεχτούμε τις τάσεις προς την κοινωνική ισότητα, που έφερε η Γαλλική Επανάσταση και εμπέδωνε ο νέος κόσμος στην Αμερική.
«Ένα καθεστώς ισότητας, ίσως να εμπνέει λιγότερο αλλά είναι δικαιότερο, και η δικαιοσύνη του αυτή συνιστά το κάλλος του και το μεγαλείο του… Τα σύγχρονα έθνη δεν μπορούν να εμποδίσουν τις κοινωνικές συνθήκες από το να καταστούν ίσες, αλλά εξαρτάται από αυτά να αποφασίσουν αν η αρχή της ισότητας θα τα οδηγήσει στην ελευθερία ή τη δουλεία, στη γνώση ή τη βαρβαρότητα, στην αθλιότητα ή την ευημερία».
Ο Τοκβίλ όμως, ο οποίος πέρα από ένας ακέραιος στοχαστής ήταν και ένα ερευνητικό, οξυδερκές πνεύμα, δεν αρκέστηκε σε αυτή τη γενική διαπίστωση. Ξεκινώντας από την αποδοχή της κοινωνικής ισότητας, ως ουσιαστικής ισότητας των συνθηκών και όχι μόνο τυπικής ισότητας απέναντι στο νόμο, μπόρεσε να διακρίνει ότι η αναπτυσσόμενη αντίθεση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο δημιουργούσε μια νέα ανισότητα. Σε ένα κεφάλαιο του έργου αφιερωμένο στην βιομηχανία, αφού περιγράφει εκτενώς πώς η ανάπτυξή της ανεβάζει την τάξη των καπιταλιστών και υποβιβάζει τους εργάτες, καταλήγει:
«Τι είναι αυτό παρά αριστοκρατία;… Έχω τη γνώμη ότι η βιομηχανική αριστοκρατία, που βλέπουμε να αναπτύσσεται, είναι η σκληρότερη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο, αλλά, ταυτόχρονα, είναι πιο περιορισμένη και λιγότερο επικίνδυνη. Παρ’ όλα αυτά, οι φίλοι της δημοκρατίας θα πρέπει να έχουν τα μάτια τους στραμμένα προς αυτή την κατεύθυνση. Γιατί αν ποτέ η μόνιμη ανισότητα των συνθηκών και ο αριστοκρατισμός εισχωρήσουν ξανά στον κόσμο, μπορεί να προβλεφθεί ότι αυτή θα είναι η πύλη από την οποία θα εισέλθουν».
Το να θεωρεί κανείς τη νέα αυτή ανισότητα ως μια εξαίρεση για την Αμερική εκείνης της εποχής, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ανεξάρτητοι αγρότες, ήταν δικαιολογημένο. Η ιστορία έμελλε να αποδείξει ότι αυτό που αποτελούσε τότε εξαίρεση είναι στην πραγματικότητα ο κανόνας του καπιταλισμού και ο νέος αριστοκρατισμός που διέβλεπε ο Τοκβίλ έχει καταστεί σήμερα η εφιαλτική πραγματικότητα, όταν μερικές χιλιάδες δισεκατομμυριούχοι κατέχουν πλούτο μεγαλύτερο από το μισό πληθυσμό της γης.
Ο Τοκβίλ δεν αγνοούσε αυτό τον κίνδυνο. Τον επισήμανε ακόμη πιο ισχυρά στα αμέσως επόμενα δοκίμιά του, τις δυο Αναμνήσεις για την Ανισότητα (γραμμένες κάτω από την επίδραση των ταξιδιών του στην Αγγλία και την Ιρλανδία), όπου συζητά και τα πιθανά μέσα για τον μετριασμό της ανισότητας, χωρίς να μπορεί να καταλήξει σε κάτι συγκεκριμένο. Αυτό έφερε τον Τοκβίλ αντιμέτωπο με το ζήτημα του σοσιαλισμού, τον οποίο απέρριψε αρχικά στις επαναστάσεις του 1848 και στις αυτοβιογραφικές Αναμνήσεις του, κυρίως λόγω της μετριότητας των σοσιαλιστών της περιόδου.
Στο τελευταίο έργο, ωστόσο, βρίσκουμε ένα διαφορετικό τόνο. Ο Τοκβίλ αναγνωρίζει εκεί ότι ο σοσιαλισμός εκφράζει ένα αναγκαίο ιστορικό ρεύμα της νέας εποχής: το αίτημα να καταργηθούν όχι μόνο οι βασισμένες στα προνόμια ανισότητες, τις οποίες παραμέρισε η Γαλλική Επανάσταση, αλλά και οι βασισμένες στην ιδιοκτησία ανισότητες. Όσο για το αν αυτό το αίτημα θα εκπληρωθεί και θα οδηγήσει σε ένα νέο στάδιο της ανθρώπινης κοινωνίας, αφήνει την ιστορία να το απαντήσει:
«Θα παραμείνει ο σοσιαλισμός θαμμένος στην περιφρόνηση που τόσο δίκαια καλύπτει τους σοσιαλιστές του 1848; Θέτω το ερώτημα χωρίς να το απαντήσω. Είμαι βέβαιος ότι, μακροπρόθεσμα, οι συστατικοί νόμοι της σύγχρονης κοινωνίας μας, θα πρέπει να τροποποιηθούν δραστικά… Για να μιλήσω πιο ειδικά για την ιδιοκτησία, η οποία είναι, τρόπον τινά, το θεμέλιο της κοινωνικής μας τάξης –με όλα τα προνόμια που την κάλυπταν και τα οποία, να το πω έτσι, απέκρυπταν το προνόμιο της ιδιοκτησίας να έχουν καταστραφεί, και την τελευταία να παραμένει το κύριο εμπόδιο για την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, και να φαίνεται να είναι το μόνο σημάδι της ανισότητας– δεν ήταν αναγκαίο, δεν θα πω να πρέπει να καταργηθεί με τη σειρά της, αλλά τουλάχιστον η σκέψη ότι θα πρέπει να καταργηθεί με τη σειρά της να πρέπει να εμφανιστεί στα μυαλά εκείνων που δεν την απολαμβάνουν;… Δεν λέω τίποτα περισσότερο, γιατί όσο πιο πολύ μελετώ την παλιά κατάσταση του κόσμου, και μάλιστα ακόμη και όταν βλέπω τον σύγχρονο κόσμο με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, όταν εξετάζω την τεράστια ποικιλομορφία που βρίσκεται εκεί, όχι μόνο στη νομοθεσία, αλλά στις αρχές των νόμων και τις διάφορες μορφές που έχει πάρει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και, ό,τι και να λέει ο καθένας, παίρνει ακόμα σε αυτή τη γη, μπαίνω στον πειρασμό να πιστέψω ότι οι λεγόμενοι απαραίτητοι θεσμοί είναι μόνο θεσμοί στους οποίους έχουμε συνηθίσει, και ότι σε θέματα κοινωνικής συγκρότησης το πεδίο των δυνατοτήτων είναι πολύ ευρύτερο από ό,τι φαντάζονται οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε κάθε κοινωνία».
Αυτές ακριβώς οι σκέψεις του Τοκβίλ είναι επίκαιρες και ζωτικές γιατί θέτουν τα πραγματικά διλήμματα της εποχής μας, τα οποία ανέδειξε ο Μαρξ και τα οποία η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να διαστρέφει και να συσκοτίζει με χίλιους δυο τρόπους. Είναι όμως ζωτικές και με μια ιδιαίτερη έννοια απέναντι σε καλόπιστα αστικά κοινά που μπορεί να συγκινούνται σήμερα με το μήνυμα της ταινίας του Σμαραγδή για τον Καποδίστρια. Γιατί πραγματικά, υπάρχουν τέτοιοι καλόπιστοι πολίτες, που αισθάνονται έντονα τη ζοφερή σήψη και παρακμή των ημερών ως φαινόμενα που αγκαλιάζουν όλο το πολιτικό σύστημα, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να αναστραφούν από μια ακέραια ηγεσία. Όντας όμως συνηθισμένοι –για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Τοκβίλ– στις βάσεις της αστικής κοινωνίας, στρέφουν την αμφισβήτησή τους σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτές. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι μπορεί, διατηρώντας άθικτες αυτές τις βάσεις, να δημιουργηθεί μια υγιής, αναταγμένη κοινωνία.
Αλλά δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Αν σε απλούς πολίτες η πεποίθηση αυτή αποτελεί μια ψευδαίσθηση, σε όσους παρεμβαίνουν στην κεντρική πολιτική σκηνή –όπως το κάνει ο Σμαραγδής με την ταινία του– η ίδια πεποίθηση μετατρέπεται, άσχετα από προθέσεις, σε συνειδητή απάτη. Αντικειμενικά μια τέτοια ταινία μπορεί σήμερα να λειτουργεί μόνο ως περιτύλιγμα για φαύλες προοπτικές, συχνά ακόμη χειρότερες από την τωρινή αθλιότητα. Με τη θρησκοπληξία, την προγονοπληξία και το ρηχό συναισθηματισμό της –οι αναφορές του Σμαραγδή στην Παναγία, στην ύπνωση του πρωταγωνιστή μέσω της οποίας έλαβε την «άδεια του Καποδίστρια» και η μανιχαϊκή του γενικά αντίληψη της πραγματικότητας δικαίως απασχόλησαν ευρέως– πνίγει τον κριτικό λόγο, φουσκώνοντας τα πανιά των Βελόπουλων και ιδεολογικά του πουτινισμού. Κι όλα αυτά με όχημα και σημαία μια ψευδαισθησιακή εθνική ενότητα που δεν μπορεί να δημιουργηθεί από κανένα «μεγάλο ηγέτη» σε μια βαθιά ταξικά διχασμένη κοινωνία.
Μορφές όπως ο Τοκβίλ, θέτοντας τα ουσιαστικά διλήμματα, συνεισφέρουν στο να γίνει κατανοητό ότι σήμερα καμιά πρόοδος δεν μπορεί να εκπληρωθεί αν οι βάσεις της αστικής κοινωνίας παραμένουν άθικτες· μια ουσιαστική αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο δρόμο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού με φορέα τις εργαζόμενες τάξεις. Με αυτό δε τον τρόπο βοηθούν ταυτόχρονα να αντιληφθούμε τον πραγματικό ρόλο μιας ψευδο-αμφισβήτησης α λα Σμαραγδή. Μια τέτοια αμφισβήτηση, ακόμη και όταν είναι ειλικρινής υποκειμενικά, είναι καταδικασμένη να παραμείνει ένας ουτοπικός ευσεβής πόθος· πιο συχνά όμως θα μετατραπεί σε ακροδεξιά αντίδραση, με ολέθρια ιστορικά αποτελέσματα.
Στον ίδιο τον Καποδίστρια, τον πραγματικό Καποδίστρια και όχι αυτόν που παρουσίασε ο Σμαραγδής, δύσκολα θα βρούμε κάτι που να προειδοποιεί ενάντια σε αυτούς τους κινδύνους. Σημαίνει άραγε αυτό ότι είναι μια μορφή που δεν έχει τίποτα να πει στην εποχή μας;
Ασφαλώς όχι. Ο Καποδίστριας είναι μια μορφή μικρότερης εμβέλειας από τον Τοκβίλ, χαρακτηριστική για την εποχή που κυριαρχούσε ακόμη το εθνικό ζήτημα. Αυτό το ζήτημα έχει και στην εποχή μας μια σημασία, αν και όχι ανεξάρτητη από τις κοινωνικές διαστάσεις.
Αν θα θέλαμε ένα διεθνές, θετικά εκπληρωμένο ανάλογο του Καποδίστρια, θα μπορούσε ίσως να το βρούμε στο ρόλο που διαδραμάτισε ο κόμης του Καβούρ στην εθνική ενοποίηση της Ιταλίας. Στην Ιταλία όμως η φεουδαρχία είχε ήδη υπονομευτεί από την Αναγέννηση και είχαν τεθεί οι βάσεις για μια ανεξάρτητη καπιταλιστική ανάπτυξη, ώστε το έργο με το οποίο καταπιάστηκε ο Καβούρ μπορούσε να στεφθεί με επιτυχία. Εκεί ο Γκαριμπάλντι έπαιξε το ρόλο των καπεταναίων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, με τον Καβούρ να συνενώνει τα φιλελεύθερα αστικά στοιχεία. Στην Ελλάδα, ακριβώς γιατί έλειπαν αυτές οι βάσεις, τα αστικά στοιχεία (Υδραίοι, κοκ) προσέβλεπαν στον ξένο παράγοντα, οδηγούμενα από τυχοδιώκτες όπως οι Κωλέττης και Μαυροκορδάτος, ενώ οι λαϊκοί ηγέτες όπως ο Κολοκοτρώνης είχαν μοιραία παραμεριστεί μετά την επανάσταση, υφιστάμενοι διωγμούς και όντας ικανοί να παρεμβαίνουν μόνο επεισοδιακά στην πορεία της χώρας (όπως έγινε αργότερα με το κίνημα του Μακρυγιάννη). Ο Καποδίστριας παρέμεινε έτσι μια μοναχική, αν και υποκειμενικά έντιμη μορφή, με τα αυταρχικά του χαρακτηριστικά να αναπληρώνουν τεχνητά την απουσία ισχυρών κοινωνικών στηριγμάτων για τις εκσυγχρονιστικές του βλέψεις. Η ξενοκρατία έγινε ιστορικά αναπόφευκτη και το άνοιγμα του δρόμου της σφραγίστηκε με τη δολοφονία του.
Το να έρχεται σήμερα ο Σμαραγδής να μας λέει ότι η πορεία του τόπου θα ήταν διαφορετική αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας συνιστά μια κατάφωρη ιδεαλιστική παρερμηνεία της ιστορίας. Αν μια μορφή όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέτυχε παταγωδώς να ανοίξει έναν προοδευτικό αστικό δρόμο για τη χώρα, όταν, σαν αποτέλεσμα μιας στρεβλής ανάπτυξης ενός σχεδόν αιώνα, είχαν δημιουργηθεί κάποιοι όροι της, τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι και ο Καποδίστριας θα αποτύχαινε αν του είχε δοθεί επιπλέον χρόνος. Το πιθανότερο είναι ότι αν είχαν αστοχήσει οι Μαυρομιχάληδες, μια επόμενη απόπειρα ένα-δυο χρόνια μετά θα έθετε τέρμα στη ζωή του. Αυτά τα περιστατικά του προσδίδουν ένα τραγικό στοιχείο, που μόνο μια βιογραφία του από προοδευτική σκοπιά θα μπορούσε να το αναδείξει.
Υπό αυτή την έννοια, το δίλημμα που θέσαμε στην αρχή, «Καποδίστριας ή Τοκβίλ;», δεν υποδηλώνει μια απαξίωση του Καποδίστρια. Τονίζει μάλλον την ανάγκη για την υιοθέτηση ενός σωστού πλαισίου, μέσα στο οποίο θα μπορεί να αξιολογείται ακριβοδίκαια η κάθε ιστορική προσωπικότητα. Ένα τέτοιο πλαίσιο δεν το προσφέρει διόλου η ταινία του Σμαραγδή.
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
