Κνουτ Χάμσουν | Η “Πείνα” του είναι ο “Βέρθερος” ενός συγχρόνου ανθρώπου που τον βασανίζει η φρίκη μιας κοινωνικής κατάστασης

by Times Newsroom 1
  • Γράφει ο Ερανιστής

Ο Κνουτ Χάμσουν δεν ήταν πια στην πρώτη νεότητα όταν πέθανε ο Ντοστογιέφσκι. Ήταν 22 χρονών, γιατί γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1859. Αυτή η υπόδειξη αποτελεί κάτι παραπάνω από μια παράθεση ημερομηνιών, γιατί υπήρχε ένας βαθύτερος δεσμός ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο συγγραφείς Ο Χάμσουν, με το σημαντικότερο έργο των απαρχών του, την “Πείνα”, που δημοσιεύθηκε στα 1888, συνέχισε την κληρονομιά του Ρώσου, στο σύγχρονο δυτικό μυθιστόρημα.

Ο Χάμσουν δανείσθηκε από τους Ρώσους το ανήσυχο αλλά υποβλητικό τέχνασμα της έμμεσης δράσης, όπου ο αναγνώστης εισάγεται στο περιβάλλον του έργου και γνωρίζεται με τους ήρωές του χωρίς προηγουμένως ο συγγραφέας να του περιγράψει τους χαρακτήρες, τις περιστάσεις όπου ζουν και τα σχέδιά τους. Έτσι ο αναγνώστης παρασύρεται από το ψυχικό ρεύμα και οι αιτίες των περιπετειών του αποκαλύπτονται προοδευτικά, συχνά μάλιστα στο τέλος του βιβλίου, όταν πια έχει διαποτισθεί από την ατμόσφαιρά του.

Η καταγωγή, η μόρφωση και η δραστηριότητα, στα πρώτα νεανικά του χρόνια, δεν προετοίμασαν τον Χάμσουν για τη σταδιοδρομία του στη λογοτεχνία. Τα πρώτα του γράμματα ο Κνουτ Πέτερσεν -γιατί αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα- τα έμαθε από το θείο του, τον πάστορα. Αργότερα τον έστειλαν να μάθει παπουτσής. Από τότε άλλαξε πολλά επαγγέλματα, κανένα όμως δεν είχε σχέση με τα γράμματα: βαστάζος, σκαφτιάς, υλοτόμος, ναύτης, εργάτης γης, τραμβαγιέρης και σιδηροδρομικός υπάλληλος. Τέλος, απόβλητος της κοινωνίας, βρέθηκε στο Παρίσι, όπου άρχισε να γράφει. Ο Χάμσουν περιγράφει εκείνη την εποχή στην “Πείνα”. Το έργο, όμως, αυτό είναι κάτι παραπάνω από μια αυτοβιογραφία: είναι ο “Βέρθερος” ενός συγχρόνου ανθρώπου που τον βασανίζει η φρίκη μιας κοινωνικής κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα κι ο τρόμος για εκείνο που βρίσκεται έξω από κάθε κοινωνική ή ψυχική τάξη.

Μετά την “Πείνα”, ο Χάμσουν έγραψε μια σειρά από κοινωνικά και σατιρικά βιβλία που όμως δεν αποτελούν το κέντρο του βάρους του έργου του. Όταν στα μεταγενέστερα έργα του και ιδίως στο διπλό μυθιστόρημα “Αντίθετες δυνάμεις”, προβάλλουν οι ίδιες κοινωνικο-κριτικές τάσεις, οι τάσεις αυτές δεν αποτελούν ένα πολιτικό κατηγορώ του συγγραφέα, αλλά ανάπτυξη ενός θέματος που αποτελούσε το κέντρο της κοσμοθεωρίας του: της αντίθεσης μεταξύ φύσεως και πολιτισμού.

Από καλλιτεχνική άποψη, προβάλλει εδώ ένας λυρικός ρεαλισμός και μια διανοητική έξαρση του Εγώ. Το κοινό έβλεπε και βλέπει συνήθως μόνο το πρώτο και θεωρεί τον Κνουτ Χάμσουν σαν ποιητή της φύσεως και εκπρόσωπο του αισθηματικού βιταλισμού. [Ο Βιταλισμός ή Ζωτικοκρατία (Vitalism), όρος που προέρχεται εκ της λατινικής «vita» (= ζωή), είναι μια φιλοσοφική θεωρία της Φυσιολογίας, η οποία υποστηρίζει την ύπαρξη μιας ζωτικής αρχής ή ζωτικής δύναμης, της vis vitalis, η οποία δημιουργεί όλες τις ζωτικές λειτουργίες των έμβιων οργανισμών.]

Όσοι όμως εμβάθυναν στο έργο του ανακάλυψαν κάτω από τον πέπλο του ύφους του έναν διανοητικό μηδενισμό που ηχεί μερικές φορές κυνικά και σαδιστικά. αυτός είναι ο κάθε άλλο παρά φυσιολάτρης Χάμσουν που μιλάει στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου του “Γυναίκες στη βρύση”, ακόμα και στα ερωτικά του μυθιστορήματα “Ρόζα” και “Μπενόνι”.

Ίσως οι ιδιότητες αυτές του Χάμσουν να οφείλονται στην ανθρωπιά του, στην εξέγερσή του και στη μοναξιά του. Από εκεί προκύπτει και η λακωνική περιφρόνηση, που διαισθάνεται κανείς στο ύφος του. Η απογύμνωση όλων των αισθημάτων μέχρις απογνώσεως που διαφαίνεται στα τελευταία μυθιστορήματά του, τα οποία είναι μια οδύσσεια του σύγχρονου ανθρώπου που τον οδηγεί, πάνω από τα ερείπια της ύπαρξης, στην τελική ερημιά.

Υπάρχουν όμως στα έργα του Χάμσουν και καρποί καλού πάθους. Τους βλέπουμε σ’ όλα τα έργα του, όπως στα αριστουργήματά του “Βικτωρία”, “Κάτω απ’ τα φθινοπωρινά άστρα”, “Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα” και “Στερνή χαρά”. Εδώ ο Χάμσουν αποδείχνεται γνήσιος κι άφθαστος κληρονόμος του Γιάκομπσεν (Jens Peter Jacobsen, 1847 – 1885) που πολλοί τον μιμήθηκαν αλλά κανείς δεν τον έφτασε.Στα έργα του ηχεί ένας λυρικός οραματισμός που οι τρυφερότερες ακτίνες του φθάνουν ώς την καρδιά της δημιουργίας. Ίσως από τα πολλά έργα του δεν επιζήσουν παρά ελάχιστα. Αυτά, όμως, θα εξασφαλίσουν στον Χάμσουν – που πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1952 – την ευλογία αν όχι της γης, τουλάχιστον των υπεργήινων δυνάμεων.  (Erwin Laaths, Παγκόσμιος Ιστορία της λογοτεχνίας, μετάφραση Σ. Πρωτοπαπά. Εκδ. Αρσενίδη 1963).

Η αποστροφή του για τον εκμοντερνισμό και τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, καθώς και οι περί παγγερμανισμού απόψεις του, τον ώθησαν τα τελευταία του χρόνια να υποστηρίξει τον φασισμό, γεγονός που αμαύρωσε τη φήμη του. Στο τελευταίο, αυτοβιογραφικό του έργο, τα Σε χορταριασμένα μονοπάτια (1949), ο Χάμσουν εξήρε την ακατανίκητη ορμή της ζωής, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να δικαιολογήσει τις επιλογές του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Κνουτ Χάμσουν

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή