Λόλα Μοντέζ, άσημη θεατρίνα, διάσημη τυχοδιώκτρια

Μερικές γυναίκες αναδεικνύονται στη δόξα στο φως της ημέρας, αλλά η Λόλα Μοντέζ έπαιξε ένα σκιερό παιχνίδι θρόνων. Τα κατορθώματά της στις βασιλικές κρεβατοκάμαρες κάνουν τις γυναίκες όπως η Madame de Pompadour να μοιάζουν με άγιες συγκριτικά, αλλά όταν πρόκειται για τη σκοτεινή, αστραφτερή ζωή αυτής της πειραστής, αυτή είναι μόνο η αρχή.

by Times Newsroom
  • ΣΤΑΘΗΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

“Αστήρ εξ Ανατολών”, δηλαδή από την Ευρωπαϊκή ήπειρο ανέτειλε στο αμερικανικό θεατρικό στερέωμα στα 1851. Και το όνομα αυτού – αυτής, ακριβέστερα, γιατί οι περισσότεροι τέτοιου είδους αστέρες είναι γένους θηλυκού – Λόλα Μοντέζ· (Μοντέθ σύμφωνα με τη σωστή ισπανική προφορά, για να μη δυσφορήσουν οι γνώστες της ισπανικής, όπως δυσφόρησε κάποτε ο μακαρίτης ποιητής Σπύρος Θεοδωρόπουλος –Άγις Θέρος– όταν ο επίσης μακαρίτης Γεώργιος Πωπ ονόμασε από το βήμα της Βουλής την πολυτραγουδημένη ισπανική πόλη “Βαλέντσια” αντί Βαλένθια και προκάλεσε τη γνωστή τσουχτερή αλλά κακέμφατη απάντηση από τον πνευματωδέστατον κοινοβουλευτικό ρήτορα και εκδότη της της εφημερίδος “Αθήναι”).

Έφτασε λοιπόν στα 1851 η Λόλα στη Νέα Υόρκη, αγκαζαρισμένη για τρεις βδομάδες από έναν θεατρώνη του Μπροντγουέι, για χορευτικές εμφανίσεις. Οι θεατρογράφοι των εφημερίδων που την υποδέχτηκαν στο λιμάνι, ύμνησαν την ομορφιά της, το δέρμα, τα μαλλιά, τα μάτια, όλα τέλος όσα ήσαν φανερά, περιμένοντας να επεκταθούν στα αφανή όταν η κάτοχός τους θα τα απεκάλυπτε στο κοινό από το παλκοσένικο. Αλλά το κοσμικό κοινό του κεντρικού εκείνου θεάτρου ήξερε, από ταξίδια στην Ευρώπη, ή από απλή φήμη, πολύ περισσότερα από όσα είδαν και ανέφεραν στις περιγραφές τους οι δημοσιογράφοι. Ήξεραν ότι η Λόλα δεν ήταν Ισπανίδα και δεν λεγόταν ούτε Λόλα ούτε Μοντέζ ή Μοντέθ. Ήταν Ιρλανδέζα και, πριν παντρευτεί, σε ηλικία 19 ετών, τον Τόμας Τζέιμς, έναν εικοσάχρονο υπολοχαγό, το ονοματεπώνυμό της ήταν Μαρία Ντολόρες Ελίζα Ροζάννα Γκίλμπερτ.

Το “μήνα του μέλιτος” τον πέρασε η Κυρία Τζέιμς ταξιδεύοντας από την Αγγλία για τις Ινδίες. Αλλά το γαμήλιο μέλι δεν το γευόταν μόνον ο υπολοχαγός-σύζυγος. Όταν εκείνος, μεθυσμένος από ευτυχία και ουίσκι, άφηνε την συζυγική αγκαλιά για να παραδοθεί “εις τας αγκάλας του Μορφέως”, εκείνη συνέχιζε το ερωτικό συμπόσιο στην καμπίνα του Βρετανού καπετάνιου ή κάποιου Ισπανού συνεπιβάτη. Όμως και οι στεριανές περιπέτειες της νιόνυφης στις Ινδίες δεν στάθηκαν λιγότερο τρικυμισμένες από τις θαλασσινές. Ώσπου ο νεαρός Τόμας βαρέθηκε να παρασταίνει το σύζυγο και την παράτησε.

Άρχισε τότε για τη νεαρή τυχοδιώκτρια, προικισμένη με σπάνια ομορφιά, μια πολυκύμαντη ζωή, που πρώτος σημαντικός σταθμός της ήταν η Μαδρίτη. Η διαμονή της στη χώρα των ιδαλγών την όπλισε με τρία σημαντικά “ατού”: εξοικείωση με τους ισπανικούς χορούς, στενότερη εξοικείωση μ’ έναν Άγγλο ευπατρίδη και το ψευδώνυμο Λόλα Μοντέζ, που έγινε κι έμεινε από τα πλέον πολυθρύλητα στην ιστορία του υψηλής περιωπής γυναικείου τυχοδιωκτισμού.

Στα 1840 τη βρίσκουμε στο Παρίσι, βασίλισσα της εύθυμης νύχτας, συνευωχούμενη με διασημότητες –ηθοποιούς, συγγραφείς, δημοσιογράφους– και ηρωίδα σκανδάλων, που κάποιο απ’ όλα κατέληξε σε μονομαχία θανάσιμη για έναν από τους αντίζηλους. Μια από τις καλλιτέχνιδες της συντροφιάς της ήταν η Αλίς Οζί, του θεάτρου “Βωντεβίλ”, που είχε εμπνεύσει στον ποιητή και κωμωδιογράφο Τεοντόρ ντε Μπανβίλ το τσουχτερό επίγραμμα: “Για δεσποινίδες που συχνάζουν στης Οζί, του γάμου τ’ όνειρο δεν επιζεί῾

Για τη Λόλα βέβαια, ο γάμος δεν ήταν πλέον ένα όνειρο, αλλά μια παλιά και όχι και τόσο ευχάριστη εμπειρία. Το δικό της όνειρο ήταν να μεσουρανήσει στο κοσμικό –στο “ημικοσμικό” μάλλον– στερέωμα και να πραγματοποιήσει παράτολμες φιλοδοξίες. Περιβάλλον πρόσφορο για τέτοιες επιδιώξεις ήσαν τα θεατρικά και τα πολιτικά παρασκήνια. Τα πρώτα την οδήγησαν στα δεύτερα. Οι προσωπικότητες που περνούσαν την πόρτα του θεατρικού της καμαρινιού, της άνοιγαν με τη σειρά τους κάποιες “υψηλές πύλες”. Και πέρασε πολλές τέτοιες πύλες – πύλες αρχοντικών μεγάρων, ακόμη και βασιλικών παλατιών, στην Ολλανδία, στην Πολωνία, στη Ρωσία, στην Αυστρία, σε όλα σχεδόν τα δουκάτα και τα πριγκιπάτα της Γερμανίας.

Το πέρασμά της από τη Δρέσδη ανοίγει μια αισθηματική παρένθεση στη ζωή της: ερωτεύεται τον Φραντς Λιστ. Ο μεγάλος συνθέτης απιστεί για χάρη της στην επίσημη ερωμένη του, την αριστοκράτισσα Μαρί ντ’ Αγκού, και παίρνει μαζί του τη χορεύτρια στις καλλιτεχνικές του περιοδείες, ώσπου κάποτε τη βαριέται, την κλειδώνει στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου κι εξαφανίζεται. Η Λόλα δέχεται την παρηγοριά που της προσφέρει ένας Βαυαρέζος ευπατρίδης και τον ακολουθεί στο Μόναχο, με την υπόσχεσή του ότι θα της εξασφαλίσει χορευτικές δάφνες στη φημισμένη Όπερα της Βαυαρικής πρωτεύουσας. Τα μέσα τού προστάτη της δεν στάθηκαν ικανά να της ανοίξουν τις πύλες της Όπερας, αλλά η δική της η αποκοτιά τής άνοιξε την πύλη του βασιλικού παλατιού. Βασιλιάς της Βαυαρίας ήταν (1825-1848) ο Λουδοβίκος Α΄, γνωστός στον τόπο μας για τον θερμό και ενεργό φιλελληνισμό του και γιατί έδωσε στην Ελλάδα τον πρώτο της βασιλιά, τον Όθωνα.

Ludwig I., König von Bayern (1786-1868),

Ήταν τότε εξηντάρης ο Λουδοβίκος και το δικό του το πάθος ήταν η ποίηση –έγραφε κι ο ίδιος αισθηματικούς στίχους– η μουσική και οι εικαστικές τέχνες. Όσο για τις τελευταίες, άφηνε τη συμπάθεια και το θαυμασμό του να απλώνεται –εικοσιοχτώ είχε στην πινακοθήκη του– και στα ζωντανά τους πρότυπα. Προικισμένος με τέτοια φιλότεχνη κλίση, ήταν φυσικό να μείνει εκστατικός ο ηλικιωμένος μονάρχης μπροστά στο τέλειο πλάσμα που πέρασε την πόρτα του γραφείου του. Τής έδωσε θέση στην Ανακτορική Αυλή και τον τίτλο της κόμισσας του Λάντσμπεργ και της έχτισε κι ένα δικό της μέγαρο.

Με τις εκδηλώσεις ευνοίας του μονάρχη και με της χορεύτριας την προκλητική στάση, δεν άργησε να ξεσπάσει το σκάνδαλο. Οι πανίσχυροι, τον καιρό εκείνο, στη Βαυαρία, Ιησουίτες ξεσήκωναν εναντίον της τον φανατισμένον όχλο και ζητούσαν την απέλασή της από τη χώρα. Η προστασία του Λουδοβίκου και οι μηχανορραφίες της Λόλας καθυστέρησαν για κάμποσον καιρό τη μοιραία κάθαρση της δραματικής περιπέτειας, αλλά δεν την ματαίωσαν. Την άνοιξη του 1848, ο βασιλιάς αναγκάστηκε, με ραγισμένη τη γεροντική του καρδιά, να συναινέσει στην απέλασή της. Ένα μήνα αργότερα, παραιτήθηκε κι ο ίδιος από το θρόνο. Η ιστορία των πολιτικών παρασκηνίων σχετίζει τη Λόλα με τα επαναστατικά γεγονότα του 1848, που ξέσπασαν στο Παρίσι και είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη.

(Original Caption) Lola Montez (1818-1861), American dancer and adventuress, cartoon showing lack of response to her performance by American audiences. Undated lithograph.

Έκπτωτη κι αυτή από τον ανεπίσημο θρόνο της, η Λόλα ξαναπήγε στο Λονδίνο, έκαμε έναν καινούργιο γάμο, χωρίς να έχει αποδεσμευτεί από τον πρώτο της σύζυγο, χώρισε σε λίγο τον δεύτερον, έγραψε ακόμη μερικά σκάνδαλα στο “ενεργητικό της” –μια καθώς πρέπει κυρία θα έλεγε “στο παθητικό της”– και, στα 1851, πέρασε τον Ατλαντικό, για να κατακτήσει και την Αμερική.

(Eingeschränkte Rechte für bestimmte redaktionelle Kunden in Deutschland. Limited rights for specific editorial clients in Germany.) Montez, Lola 17.02.1821-17.01.1861+(eigentl. Elizabeth Dolores Gilbert)Taenzerin, Geliebte von Ludwig I. von Bayern, Irland- Karikatur von W. Steck- undatiert (Photo by ullstein bild/ullstein bild via Getty Images)

Την ήξεραν λοιπόν οι κοσμικοί της Νέας Υόρκης την πολυτάραχη ιστορία της Ευρωπαίας τυχοδιώκτριας, που ήρθε στην πόλη τους για να επιδείξει τα χορευτικά και άλλα προσόντα της, και η ζήτηση θέσεων στο θέατρο του Μπροντγουέι ήταν τέτοια, ώστε ο θεατρώνης… αναγκάστηκε να βγάλει σε πλειστηριασμό τις θέσεις της πρεμιέρας και διπλασίασε τις τιμές για τις υπόλοιπες παραστάσεις. Το κοινό, αποκλειστικά σχεδόν ανδρικό, πλήρωσε πρόθυμα τα ακριβά εισιτήρια, αλλά δεν έμεινε καθόλου ικανοποιημένο από τις χορευτικές τουλάχιστον επιδείξεις της Λόλας. Την ίδια απογοήτευση δοκίμασε και όταν, λίγο αργότερα, εκείνη ξαναγύρισε στη θεατρική Μέκκα της Αμερικής, για να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ ένα “καινούργιο ιστορικό δράμα”, που ο συγγραφέας του το τιτλοφόρησε “Η Λόλα Μοντέζ στη Βαυαρία”!

Η αποδοκιμασία των θεατρικών κριτικών και η ψυχρή στάση των εκλεκτικών θεατρόφιλων της Νέας Υόρκης δεν αποθάρρυναν την “καλλιτέχνιδα῾ Ήξερε ότι στην Καλιφόρνια το χρυσάφι ήταν ένα κοινό σχεδόν ορυκτό και ότι εκείνοι που το ξέχωναν από τη γη, άλλα προσόντα της θα εκτιμούσαν περισσότερο από τα καλλιτεχνικά. Και δεν γελάστηκε στις προβλέψεις της. Στο Σαν Φραντσίσκο οι τιμές των εισιτηρίων πέρασαν κι εκείνες της Νέας Υόρκης, και στο θέατρο δεν έμεινε άδειο κάθισμα, είτε τη “Λόλα Μοντέζ στη Βαυαρία” έπαιζε η Κόμισσα Λάνσφελντ είτε χόρευε το “χορό της αράχνης” που έπιανε στα δίχτυα της αμέτρητους Καλιφορνέζους. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο δημοσιογράφος Πάτρικ Χωλ που, με τη σύμπραξη του τοπικού ληξιάρχου, αντικατέστησε τον αριστοκρατικό της τίτλο με το δικό του επώνυμο. Έγινε ο τρίτος ή τέταρτος σύζυγός της.

Τους θριάμβους του Σαν Φραντσίσκο τους διαδέχτηκε στο Σακραμέντο, στην πρώτη της εμφάνιση ένας καταιγισμός από σάπια φρούτα και λαχανικά και μια διαδήλωση… πρόγκας, όταν γύρισε στο ξενοδοχείο της. Αλλά, θαρραλέα κι επιθετική όπως ήταν, η Λόλα βγήκε στο μπαλκόνι τής κάμαράς της και… ευχαρίστησε το μπουλούκι των διαδηλωτών με ένα λεξιλόγιο που τους ήταν πολύ οικείο. Αποτέλεσμα: στη δεύτερη εμφάνισή της στο Σακραμέντο, το κοινό της δέχτηκε μ’ επευφημίες.

Ικανοποιημένη από το θρίαμβό της, η Λόλα αποτραβήχτηκε με το σύζυγό της ς’ ένα εξοχικό σπίτι, στην Γκρας Βάλι, μια κωμόπολη χρυσωρύχων στην Καλιφόρνια. Αλλά κι αυτή η “σελήνη του μέλιτος” δεν κράτησε πολύ. Η αδάμαστη Ιρλανδέζα έδιωξε το σύζυγο κι έζησε για λίγον καιρό μόνη , με συντρόφους ένα αρκουδάκι κι ένα ατίθασο άλογο ιππασίας, κάνοντας μακρινούς περιπάτους και μαστιγώνοντας πότε-πότε κανέναν ενοχλητικό θαυμαστή.

Lotta Crabtree

Εκεί γνώρισε η Λόλα ένα εξάχρονο κοριτσάκι, ένα από τα παιδιά μιας φτωχής οικογένειας μεταλλωρύχων. Ανακάλυψε στο ζωηρό πλασματάκι κάποιο ταλέντο και του έδωσε μαθήματα χορού και τραγουδιού. Στα δεκαεπτά του χρόνια, εκείνο το θρέμμα του “Φαρ Ουέστ” έκαμε την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στη Νέα Υόρκη και, για μια ολόκληρη εικοσιπενταετία, στάθηκε μια από τις ευνοούμενες πρωταγωνίστριες του αμερικανικού κοινού. Το όνομά της Lotta Crabtree (1847-1924). Μερικά εκατομμύρια δολάρια που κέρδισε από το θέατρο τα άφησε η Λόττα πεθαίνοντας σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Εκείνη που είχε διαγνώσει το ταλέντο της, η πιο ξακουσμένη τυχοδιώκτρια του 19ου αιώνα, που είχε συνδεθεί με τα μεγαλύτερα ονόματα του καιρού της και είχε ρίξει ένα βασιλιά από το θρόνο του, η Μαρία Ντολόρες Ελίζα Ροζάννα Γκίλμπερτ, περιβόητη με το ψευδώνυμο Λόλα Μοντέζ, πέθανε στα 1861, στα σαραντατρία της μόλις χρόνια, μαραμένη, θεόφτωχη, με μοναδική της συντροφιά παραστρατημένες γυναίκες που προσπαθούσε να φέρει στον ίσιο δρόμο, στο δρόμο που η ίδια δεν τον είχε γνωρίσει.

____________

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΜΔ΄, τόμος 87ος, τεύχος 1030, 1 Ιουνίου 1970.
  • Στάθης Σπηλιωτόπουλος (1903-1994). Μελετητής και κριτικός του θεάτρου

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή