Μαντάμ ντι Μπαρί (1743 – 1793) η τελευταία έντιτλη μαιτρέσα του Λουδοβίκου ΙΕ’ της Γαλλίας… 

...και ένα από τα θύματα της περιόδου της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση

by Times Newsroom

Η Ζαν Μπεκί, Κόμισσα ντι Μπαρί (Jeanne Bécu, Comtesse du Barry) (19 Αυγούστου 1743 – 8 Δεκεμβρίου 1793) ήταν η τελευταία έντιτλη μαιτρέσα του Λουδοβίκου ΙΕ’ της Γαλλίας και ένα από τα θύματα της περιόδου της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση.

Μαντάμ ντι Μπαρί της Ογκούστ ντε Κρεζ.

Η Ζαν Μπεκί γεννήθηκε στο Βωκουλέρ, στο σημερινό τμήμα του Μεζ (Meuse) στη Λωρραίνη της Γαλλίας, και ήταν νόθα κόρη της μοδίστρας Ανν Μπεκί. Ο πατέρας της Ζαν ήταν πιθανώς ο Ζαν Ζακ Γκομάρ, ένας μοναχός γνωστός ως “Frère Ange” (Αδελφός Άγγελος).

Κατά τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας, ένας από τους γνωστούς της μητέρας της (και ίσως πρόσκαιρος εραστής της), ο Μπιλιάρ Ντυμονσώ που πιθανόν ήταν και ο πατέρας του Κλόντ, ετεροθαλούς αδελφού της Ζαν (που πέθανε ως βρέφος όταν ήταν μόλις δέκα μηνών), πήρε τόσο την Ανν όσο και την τρίχρονη Ζαν, υπό την προστασία του όταν ταξίδευαν από το Βωκουλέρ στο Παρίσι. Στην συνέχεια έβαλε την Ανν μαγείρισσα στο σπίτι της Ιταλίδας ερωμένης του. Η μικρή Ζαν ήταν πολλή αγαπητή από την μαιτρέσα του Ντιμονσό, την Φραντζέσκα (γνωστή στα Γαλλικά ως Μαντάμ ή Λα Φρεντερίκ/Madame or La Frédérique), η οποία την κακομάθαινε, ανατρέφοντας την μέσα στην πολυτέλεια. Ο Ντιμονσό χρηματοδότησε την εκπαίδευση της Ζανέτ στο μοναστήρι του Σαντ-Ωρ.

Ένα πορτρέτο της Μαντάμ ντι Μπαρί της Φρανσουά Ιμπέρ Ντουέ.

Στην ηλικία των δεκαπέντε, η Ζαν έφυγε από το μοναστήρι, επειδή είχε «ενηλικιωθεί». Για κάποιο λόγο, πιθανώς είτε λόγω της ζήλιας της Λα Φρεντερίκ για την ομορφιά και τη νεότητα της Ζαν, ή είτε επειδή το πάθος του Ντιμονσό για την Ανν αναβίωσε, τόσο η μητέρα όσο και η κόρη διώχθηκαν από το σπίτι. Στη συνέχεια μετακόμισαν στο πολύ μικρό σπιτικό του «συζύγου» της Ανν, του Νικολά Ρανσόν. Η Ζαν έπρεπε να βρει τρόπο για να ζήσει τον εαυτό της, και έτσι βρέθηκε στους κακόφημους δρόμους του Παρισιού πουλώντας κοσμήματα χαμηλής αξίας.

Με την πάροδο του χρόνου εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα. Της προσφέρθηκε αρχικά μια θέση ως βοηθός ενός νεαρού κομμωτή με το όνομα Λαμές. Η Ζαν είχε μια σύντομη σχέση μαζί του, καρπός της οποία ίσως να ήταν μια κόρη, αν και κάτι τέτοιο είναι πολύ απίθανο. Με την υποκίνηση του Γκομάρ (πιθανώς δηλαδή του αδελφού του υποτιθέμενου πατέρα της, Νικολά Ρανσόν), η Ζαν προσλήφθηκε τότε ως σύντροφος και βοηθός μιας ηλικιωμένης χήρας, της Μαντάμ ντε λα Γκάρντ, αλλά εκδιώχτηκε ξανά, επειδή η νεότητα και η ομορφιά της μπήκαν εμπόδιο για δεύτερη φορά. Αργότερα, η Ζαν δούλεψε ως βοηθός καπελά σε ένα κατάστημα ειδών ραπτικής με το όνομα «La Toilette», που ανήκε στην Μαντάμ Λαμπίγ και διοικείτο από τον σύζυγό της. Η κόρη της Λαμπίγ, η μελλοντική φημισμένη ζωγράφος Αδελαΐδα Λαμπίγ Γκιαρ, έγινε καλή φίλη της Ζαν.

Όπως διαφαίνεται στην τέχνη της εποχής, η Ζαν ήταν μια εξαιρετικά ελκυστική ξανθιά γυναίκα, με πλούσιες χρυσές μπούκλες και μπλε αμυγδαλωτά μάτια. Η ομορφιά της υπέπεσε στην προσοχή του Ζαν-Μπατίστ Ντυ Μπαρί, ενός προαγωγού της υψηλής τάξης. με το παρατσούκλι «le roué» (Ο τροχός). Ο Ντι Μπαρί είχε ένα καζίνο και η Ζαν ήρθε στο μυαλό του το 1763 όταν εκείνη διασκέδαζε στο πορνείο-καζίνο της Μαντάμ Κινουά. Του συστήθηκε ως Ζαν Βωμπερνιέ. Ο Ντι Μπαρί την εγκατέστησε στο σπιτικό του και την έκανε ερωμένη του, ονομάζοντάς την δεσποινίδα Λανζ (Mademoiselle Lange). Ο Ντι Μπαρί βοήθησε στην καθιέρωση της καριέρας της Ζαν ως εταίρας στους υψηλότερους κύκλους της παρισινής κοινωνίας. Αυτό της επέτρεψε να αποκτήσει αρκετούς αριστοκρατικούς άνδρες, ακόμη και αυλικούς, ως σύντομους εραστές ή πελάτες.

Η ζωή ως εταίρα και επίσημη ερωμένη του Λουδοβίκου ΙΕ’

Μαντάμ ντι Μπαρί της Φρανσουά Ιμπέρ Ντουέ.

Ως δεσποινίς Λανζ, η Ζαν έκανε αμέσως αισθητή την παρουσία της στο Παρίσι, δημιουργώντας μια μεγάλη αριστοκρατική πελατεία. Είχε πολλούς εραστές από τους υπουργούς του βασιλιά έως και τους αυλικούς του.  Ο σικάτος και ώριμος στρατάρχης Ρισελιέ έγινε ένας από τους σταθερούς εραστές της. Εξαιτίας αυτού, ο Μπατίστ Ντι Μπαρί την είδε ως μέσο επιρροής στον Λουδοβίκο ΙΕ’, ο οποίος την γνώρισε το 1768, ενώ βρισκόταν σε εξωτερικη δουλειά στις Βερσαλλίες. Το καθήκον αυτο αφορούσε τον δούκα Ετιέν-Φρανσουά ντε Σουαζέλ, Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος τη βρήκε μάλλον συνηθισμένη, σε αντίθεση με αυτό που σκεφτόντουσαν για εκείνη οι περισσότεροι άντρες. Ο βασιλιάς της έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και έμαθε την ταυτότητά της με τη βοήθεια του προσωπικού του προαγωγού, Ντομινίκ Γκιγιόμ Λεμπέλ. Η Ζαν ήταν συχνά συνοδός του βασιλικού μπουντουάρ και σύντομα αυτό έγινε ένα ανησυχητικό ζήτημα για τον Λεμπέλ, ειδικά όταν αυτός ο δεσμός έγινε κάτι περισσότερο από ένα απλό ειδύλλιο. Σε κάθε περίπτωση, η Ζαν δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «έντιτλη μαιτρέσα». Ωστόσο, όταν αποκάλυψε στον βασιλιά ότι η Ζαν ήταν απλώς μια ιερόδουλη, εκείνος διέταξε να παντρευτεί έναν άνδρα με ισχυρή αρχοντική γενεαλογία, ώστε να μπορεί να προσαχθεί στο βασίλειο σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Αυτό το ζήτημα λύθηκε πολύ σύντομα, όταν την 1η Σεπτεμβρίου του 1768 παντρεύτηκε τον αδερφό του Ντι Μπαρί, τον κόμη Γκιγιόμ ντι Μπαρί. Η τελετή του γάμου περιελάμβανε ένα πλαστό πιστοποιητικό γέννησης που δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον Μπατίστ ντι Μπαρί, κάνοντας τη Ζαν νεότερη κατά τρία χρόνια με εικονική αριστοκρατική καταγωγή.

Η Ζαν ήταν πλέον εγκατεστημένη πάνω από τον βασιλικό κοιτώνα, στα πρώην δωμάτια του Λεμπέλ. Έζησε μια μοναχική ζωή, χωρίς να μπορεί να δει τον Βασιλιά, καθώς επίσημη συνάντηση μεταξύ τους δεν είχε γίνει ακόμη. Πολύ λίγοι από τους ευγενείς του βασιλείου καταδέχονταν να γνωριστούν μαζί της, γιατί κανείς δεν μπορούσε να δεχτεί το γεγονός ότι μια γυναίκα του δρόμου είχε την τόλμη να γνωριστεί με εκείνους που ήταν ανώτεροι της κοινωνικά, προσπαθώντας να τους μοιάσει. Ο κόμης ντι Μπαρί παρότρυνε επίμονα την Ζαν να ζήτηση ακρόαση από τον βασιλιά. Από την μεριά του, ο Λουδοβίκος ΙΕ’ της ζήτησε να βρει κάποια ακόλουθο. Ο Ρισελιέ ανέλαβε αυτήν υποχρέωση. Όταν κάποιες γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής τον προσέγγισαν, ζητώντας του πολύ υψηλό τίμημα για να αναλάβουν αυτό το ρόλο, η επίσημη ακόλουθος της, έγινε τελικά η Μαντάμ ντε Μπερν, αφού όμως πρώτα εξόφλησε τα τεράστια χρέη της από τα τυχερά παιχνίδια.

Στην πρώτη περίπτωση που η συνάντηση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, η ντε Μπερν καταλήφθηκε από φόβο και ισχυρίστηκε ψευδός ότι είχε στραμπουλίξει τον αστράγαλο της. Στην επόμενη προγραμματισμένη συνάντηση, ο βασιλιάς τραυματίστηκε άσχημα όταν έπεσε από το άλογο του κατά τη διάρκεια του κυνηγιού και έσπασε το χέρι του. Τελικά, η Ζαν μετά από μεγάλη αναμονή, παρουσιάστηκε στο παλάτι στις 22 Απριλίου 1769. Εν τω μεταξύ ένα πλήθος είχε μαζευτεί έξω από τις πύλες του ανακτόρου, και διάφοροι άλλοι αυλικοί κουτσομπόλευαν μέσα στην αίθουσα των καθρεφτών. Η Ζαν αναφέρθηκε ότι φορούσε ένα ανοιχτό ασημί επίσημο φόρεμα, με ένα τεράστιο φουρό και ήταν στολισμένη με χρυσά κοσμήματα, τα οποία της έστειλε ο βασιλιάς το προηγούμενο βράδυ. Το φόρεμα είχε παραγγελθεί από τον Ρισελιέ ειδικά για την Ζαν. Πολλοί ευγενείς ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο ποτέ ξανά. Το χτένισμα της ήταν επίσης πολύ προσεγμένο και εντυπωσιακό, και ήταν η αιτία της καθυστερημένης άφιξης της.

Η Κόμισσα ντι Μπαρί, πίνακας της Ελιζαμπέτ Βιζέ Λε Μπρεν.

Η Ζαν έγινε πρώτα φίλη με την Κλερ Φρανσουάζ, γνωστή ως «Σον», η οποία την δίδαξε πώς να αφήσει πίσω την παλιά της ζωή και να αποκτήσει μια πιο αρχοντική συμπεριφορά. Αργότερα, έγινε επίσης φίλη με την Μαρισέλ ντε Μιρπουά. Στην πορεία και άλλες γυναίκες ευγενών δωροδοκήθηκαν για να σχηματίσουν το περιβάλλον της.

Η Ζαν συνήθισε γρήγορα στην πολυτέλη ζωη (στην οποία είχε ήδη εισαχθεί όσο ζούσε με τον Ντιμονσό). Ο Λουδοβίκος ΙΕ’ της είχε δώσει στις υπηρεσίες της ένα νεαρό σκλάβο από την Βεγγάλη, τον Ζαμόρ, τον οποίο εκείνη έντυσε με κομψά ρούχα για να κάνει την φιγούρα της.

Σύμφωνα με τη βιογραφία του Στάνλεϊ Λούμις, η καθημερινή ρουτίνα της Ζαν ξεκινούσε στις 9 το πρωί, όταν ο Ζαμόρ της έφερνε το πρωινό της ρόφημα σοκολάτας. Έπειτα, φορούσε όμορφα φόρεμα της επιλογή της και τα κοσμήματά της. Αντίστοιχα, είτε ο κομμωτής Νοκέλ για ειδικές περιστάσεις, είτε ο Μπερλίν για καθημερινά στυλ, θα ερχόταν να πουδράρει τα μαλλιά της και να κάνει μπούκλες. Στη συνέχεια δεχόταν φίλους, μόδιστρους, κοσμηματοπώλες και άλλους καλλιτέχνες που της έδειχναν τα νέα τους απόθεμα ελπίζοντας ότι θα ενδιαφερόταν να αγοράσει κάτι από τις προσφορές τους. Ήταν πράγματι σπάταλη, αλλά η καλή της φύση δεν είχε χαθεί. Όταν οι ηλικιωμένοι, κόμης και κόμισσας ντε Λουσέν εκδιώχθηκαν βίαια από το κάστρο τους λόγω μεγάλων χρεών, καταδικάστηκαν σε αποκεφαλισμό επειδή η Κόμισσα πυροβόλησε και σκότωσε έναν δικαστικό επιμελητή και έναν αστυνομικό, καθώς αντιστέκονταν. Για μεγάλη τους τύχη όμως, ήταν καλοί φίλοι με την Μαντάμ ντε Μπερν, η οποία μετέφερε στη Ζαν την κατάσταση τους. Αν και προειδοποιήθηκε από τον Ρισελιέ για την πιθανή αποτυχία της, εκείνη ζήτησε γονατιστή από τον βασιλιά να τους συγχωρήσει, αρνούμενη να σηκωθεί όρθια αν δεν γινόταν αποδεκτό το αίτημά της. Ο Λουδοβίκος ΙΕ’ έμεινε έκπληκτος και η καρδιά του μαλάκωσε, λέγοντας: «Κυρία μου, είμαι πανευτυχής που η πρώτη χάρη που πρέπει να μου ζητήσετε είναι μια πράξη ελέους!» Μια δεύτερη παρόμοια κατάσταση συνέβη όταν κάποιος κύριος Μαντεβίλ, επισκέφτηκε την Ζαν και της ζήτησε συγχώρεση στο όνομα μιας νεαρής κοπέλας, η οποία καταδικάστηκε στην αγχόνη για παιδοκτονία, καθώς το μωρό της πέθανε στην γέννα και εκείνη δεν πήγε να ενημερώσει τις αρχές. Τελικά, η Ζαν έγραψε επιστολή στον Καγκελάριο της Γαλλίας και εκείνος παραχώρησε τη χάρη.

Γιορτή στο Λουβεσιέν στις 2 Σεπτεμβρίου 1771, ένας πίνακας του Ζαν Μισέλ Μορό του νεότερου, ο οποίος βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι.

Η Ζαν είχε θριαμβεύσει. Φορούσε τώρα ακριβά φορέματα τόσο στη δημιουργία όσο και στο κόστος, εξαντλώντας τα δημόσια ταμεία ακόμη περισσότερο. Με διαμάντια που κάλυπταν τον ντελικάτο λαιμό και τα αυτιά της, ήταν πλέον η επίσημη ερωμένη του Βασιλιά. Λόγω της νέας θέσης της στο βασίλειο, έκανε φίλους και εχθρούς. Η πιο σκληρή αντίπαλός της ήταν η Μπεατρίξ ντε Σουαζέλ-Στενβίλ, Δούκισσα ντε Γκραμόν, η αδελφή του Σουαζέλ, η οποία μάταια προσπαθούσε να κατακτήσει τη θέση της αείμνηστης Μαρκησίας ντε Πομπαντούρ, και σύμφωνα με την Ντιαν Αδελαΐδα ντε Μαγί, η Μπεατρίξ ντε Γκραμόν απαξιωνε συνεχώς την την Κόμισσα ντι Μπαρί. Μάλιστα, είχε συνωμοτήσει με τον αδερφό της για να απομακρύνουν την Ζαν από το παλάτι, λασπολογώντας το όνομα της, καθώς και εκείνο του βασιλιά μέσα από σκανδαλοθηρικά φυλλάδια.

Την ίδια περίοδο, η Ζαν γνωρίστηκε με τον Δούκα ντ΄ Εγκριγιόν, τον ανιψιό του Ρισελιέ, ο οποίος συμπαρατάχθηκε μαζί της ενάντια στον αντίπαλο της, Δούκα του Σουαζέλ. Έτσι, καθώς η εξουσία της στο παλάτι μεγάλωνε, ο Ετιέν-Φρανσουά ντε Σουαζέλ άρχισε να αισθάνεται ότι το «είναι του» χανόταν όλο και περισσότερο. Μετά το τρομερό επεισόδιο του επταετούς πολέμου, εκείνος αποφάσισε ότι η Γαλλία (έχοντας στο πλευρό τους Ισπανούς) ήταν ικανή να πολεμήσει ξανά τους Βρετανούς, για την κατάκτηση των Νήσων Φόκλαντ. Βέβαια, όλα αυτά τα υπολόγιζε χωρίς να έχει την έγκριση του βασιλιά, κάτι που δεν του βγήκε σε καλό. Συγκεκριμένα, όταν αυτή η συνωμοσία ήρθε στο φως της αυλής της ντι Μπαρί, εκείνη τα μετέφερε όλα στον Λουδοβίκο ΙΕ’. Σαν αποτέλεσμα, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1771, ο Ετιέν Φρανσουά ντε Σουαζέλ απολύθηκε από τον υπουργικό του ρόλο στο Βασίλειο, και εξορίστηκε στην ιδιοκτησία του στο Σάντελου μαζί με την γυναίκα και την αδερφή του.

Πράγματι, η χρυσή εποχή της Ζαν είχε τελικά φτάσει. Είχε απαλλαγεί από τους μπελάδες της που άκουγαν στα ονόματα Ετιέν Φρανσουά ντε Σουαζέλ και Μπεατρίξ ντε Σουαζέλ-Στενβίλ, και μαζί με την οικογένεια της, απολάμβανε όλα τα οφέλη που απέρρεαν από την θέση της. Συγκεκριμένα, η μητέρα της, η Ανν, ήταν πλέον η Μαρκησία της Μοντραμπέ, και κατοικούσε σε ένα πολυτελές διαμέρισμα στο μοναστήρι της Αγίας Ελισάβετ. Ενώ όμως η Ζαν ήταν μέρος της παράταξης που καθαίρεσε τον Δούκα ντε Σουεζέλ, στην πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη προκάτοχό της, την Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, εφόσον είχε λιγότερο ενδιαφέρον για την πολιτική, και προτιμούσε να σπαταλάει το χρόνο της παραγγέλνοντας νέα φορέματα, καθώς και κάθε είδους συμπληρωματικά κοσμήματα. Μολαταύτα, ο βασιλιάς έφτασε στο σημείο να της επιτρέψει να συμμετάσχει σε κρατικά συμβούλια. Μια σύγχρονη έκδοση ενός σημειώματος, που περιλαμβάνετε μέσα στα σουβενίρ της κοινότητας Καμπάν της Γαλλίας, αναφέρει ένα ανέκδοτο: «Ο βασιλιάς είπε στον Δούκα ντε Νοέιγ, ότι με τη Μαντάμ ντι Μπάρι είχε ανακαλύψει νέες απολαύσεις. “Υψηλότατε”, απάντησε ο δούκας, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Αυτού Μεγαλειότητα δεν ήταν ποτέ σε οίκο ανοχής.» Παρόλο όμως που η Ζαν ήταν γνωστή για την καλή της φύση και την υποστήριξη που πρόσφερε στους καλλιτέχνες, η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο της ολοένα και μεγάλωνε συνεχώς, εξαιτίας της τεράστιας οικονομικής σπατάλης που έκανε ο βασιλιάς για χάρη της. Εκείνη ήταν πάντα χρεωμένη, παρότι ο βασιλιάς της πρόσφερε ένα τεράστιο μηνιαίο εισόδημά, και κάποια στιγμή έφτασε στο σημείο να χρωστάει τριακόσιες χιλιάδες λίρες.

Παρέμεινε στη θέση της μέχρι το θάνατο του βασιλιά, αν και έγινε προσπάθεια να την εκτοπίσουν από αυτήν νωρίτερα, όταν οι Δούκες ντε Σουεζέλ και ντ’ Εγκριγιόν κανόνισαν ανεπιτυχώς έναν μυστικό γάμο μεταξύ του βασιλιά και της Αλμπερτίν-Ελιζαμπέτ Πατέρ.

Σχέση με την Μαρία Αντουανέτα

Μαρμάρινη προτομή του έτους 1773 της Ζαν Μπεκού, Κόμισσας ντι Μπαρί, δημιουργημένη απο τον Γάλλο γλύπτη Ογκίστ Παζού.

Η σχέση της με την Μαρία Αντουανέτα, ήταν αμφιλεγόμενη. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε κατά τη διάρκεια ενός οικογενειακού δείπνου στο κάστρο «La Muette» στις 15 Μαΐου 1770, μια ημέρα πριν από τον μεγάλο γάμο. ( Η Αντουανέτα ήταν παντρεμένη με τον Δελφίνο της Γαλλίας, τον μελλοντικός Λουδοβίκος ΙΣΤ’, από τις 19 Απριλίου 1770 στη Βιέννη. Εντούτοις στις 16 Μαΐου έγινε ο επίσημος γάμος τους στις Βερσαλλίες.) Η Ζαν ήταν επίσημη ερωμένη του Βασιλιά, μόνο λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, και πολλοί πίστευαν ότι δεν θα συμπεριλαμβανόταν στη λίστα των προσκεκλημένων για αυτή την περίσταση. Παρόλα αυτά τα πράγματα δεν κύλησαν όπως τα περίμεναν, και όταν η Μαντάμ ντι Μπάρι εμφανίστηκε τελικά μπροστά τους, η αηδία των περισσότερων από τους παρόντες ήταν σχηματισμένη στο πρόσωπο τους. Η Μαρία Αντουανέτα παρατήρησε την Ζαν, η οποία ξεχώριζε από το υπόλοιπο πλήθος με την κομψή της εμφάνιση και την εκλεπτυσμένη ομιλία της. Η κόμισσα ντε Νοέιγ πληροφόρησε την Αντουανέτα ότι ο ρόλος αυτής της γυναίκας ήταν να δίνει “ευχαρίστηση” στον βασιλιά. Η μικρή αθώα 14χρονη αρχιδούκισσα όμως, αν και δεν κατάλαβε πλήρως το νόημα αυτής της δήλωσης, πρόσθεσε ότι αυτό το γεγονός θα έκανε την Ζαν να είναι αντίπαλός της από εδώ και πέρα. Ωστόσο , όταν ο Κόμης της Προβηγκίας της αποκάλυψε αργότερα, την αληθινή φύση μιας τέτοιας “ευχαρίστησης”, αυτό προκάλεσε το μίσος της Αντουανέτας , για την Κόμισσα ντι Μπαρί και την ανήθικη ζωή της. Αυτή η αντιπαλότητα ενισχύθηκε περισσότερο, ειδικά όταν ο Δελφίνος υποστήριξε τον Σουαζέλ στην συμμαχία με την Αυστρία. Όπως ήταν αναμενόμενο μετά από όλα αυτά, η Αντουανέτα έγινε πολύ σκληρότερη μαζί της. Μάλιστα αψηφώντας το πρωτόκολλο του παλατιού, αρνούνταν να μιλήσει με την Ζαν, όχι μόνο λόγω της αποδοκιμασίας της για το παρελθόν της, αλλά κυρίως για κάτι που έμαθε έπειτα από τον Κόμη της Προβηγκίας. Συγκεκριμένα της μετέφερε ότι κατά την διάρκεια ενώ δείπνου, η Μαντάμ ντι Μπαρί αποδοκίμασε μια ιστορία που είπε ο Καρδινάλιος ντε Ροάν, με την οποία μετέφερε μια συκοφαντία για την μητέρα της Μαρίας Αντουανέτας, την Μαρία Θηρεσία. Έχοντας όλα αυτά υπόψη της, η Αντουανέτα ήρθε σε οριστική ρήξη μαζί της, προσθέτοντας έτσι έναν ακόμη εχθρό στη λίστα της. Αυτό είχε σαν επακόλουθο να παραπονεθεί η Ζαν έντονα στον βασιλιά. Βέβαια, και εκείνος με την σειρά του παραπονέθηκε στον σύμβουλο της Αντουανέτας, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταβάλει προσπάθειες για να την πείσει να μαλακώσει την στάση της. Πράγματι οι τόνοι κατέβηκαν κάπως, και τελικά, κατά τη διάρκεια ενός χορού την περίοδο της Πρωτοχρονιά του 1772, η Μαρία Αντουανέτα έκανε την πρώτη κίνηση για να μιλήσει στην Μαντάμ ντι Μπαρί, αναφέροντας τα εξής: “Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στις Βερσαλλίες σήμερα”. Με αυτό τον τρόπο, έδωσε το έναυσμα στην Ζαν να απαντήσει αν το επιθυμούσε και να συνεχίσει την συζήτηση. Παρόλα αυτά όμως, οι σχέσεις των δύο γυναικών δεν βελτιώθηκαν ποτέ.

Διαμαντένιο Περιδέραιο

Το διαμαντένιο Περιδέραιο που παράγγειλε ο Λουδοβίκος ΙΕ’ για την Μαντάμ ντι Μπαρί.

Το 1772, ο βαθιά ερωτευμένος Λουδοβίκος ΙΕ΄, ζήτησε από τους παρισινούς κοσμηματοπώλες Σαρλ Μπομέρ και Πολ Μπασάνζ να δημιουργήσουν ένα περίτεχνο και εντυπωσιακό κολιέ για τη Μαντάμ ντι Μπαρί, το οποίο θα ξεπερνούσε όλα τα αλλά σε μεγαλοπρέπεια, με εκτιμώμενο κόστος δύο εκατομμύρια λίρες. Το περιδέραιο, που δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, ούτε πληρωθεί όταν πέθανε ο Λουδοβίκος ΙΕ’, προκάλεσε τελικά το σκάνδαλο της υπόθεσης του περιδέραιου με «πρωταγωνίστρια» την Ζαν ντε λα Μοτ Βαλουά, στο οποίο η βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα κατηγορήθηκε εσφαλμένα ότι δωροδόκησε τον Καρδινάλιο του Ροάν, Αρχιεπίσκοπο του Στρασβούργου, για να μεσολαβήσει και να της το αγοράσει. Αυτός άλλωστε ήταν και ένας από τους λόγους που πυροδότησε την Γαλλική Επανάσταση. 

Θάνατος του Λουδοβίκου ΙΕ’ και εξορίας

Με τον καιρό, ο βασιλιάς άρχισε να νιώθει ότι γερνάει, και έχοντας στην διάνοια του τη συνεχή σκέψη του θανάτου και της μετάνοιας, άρχισε να αραιώνει τις επισκέψεις του στην κρεβατοκάμαρα της Ζαν. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Μικρό Τριανόν μαζί της, ο Λουδοβίκος ΙΕ’ ένιωσε τα πρώτα συμπτώματα της ευλογιάς. Το ίδιο βράδυ εκείνος επέστρεψε και κοιμήθηκε στο παλάτι, όπου οι τρεις κόρες του και η Μαντάμ ντυ Μπαρί δεν έφυγαν καθόλου από το πλευρό του. Στις 4 Μαΐου 1774, ο βασιλιάς πρότεινε στη Μαντάμ ντι Μπαρί να φύγει από τις Βερσαλλίες, τόσο για να την προστατεύσει από την μόλυνση, αλλά επίσης για να προετοιμαστεί για την εξομολόγηση και την τελευταία μετάληψη. Σύμφωνα με το θέλημα του βασιλιά, εκείνη απαλλάχτηκε από τα καθήκοντά της από τον γιατρό Λεμονιέ και αμέσως αποσύρθηκε στο κτήμα του Κόμη ντ’ Εγκριγιόν κοντά στο Ρυέιγ-Μαλμεζόν. Μετά το θάνατο του Λουδοβίκου ΙΕ’ και την ανάρρηση του εγγονού του στο θρόνο, η Μαρία Αντουανέτα και ο σύζυγός της, εξόρισαν την Ζαν σε μοναστήρι κοντά στην κοινότητα Μω. Η Μαντάμ ντι Μπαρί ήταν τότε τριάντα-ενός ετών. Αρχικά οι μοναχές δεν ήταν πολύ εγκάρδιες μαζί της, εφόσον ήξεραν ότι ανάμεσα τους ζούσε μια πρώην βασιλική ερωμένη. Εντούτοις πολύ σύντομα εξοικειώθηκαν μαζί της και της ανοίχτηκαν, κυρίως όμως η ηγουμένη ονόματι Μαντάμ ντε λα Ρος-Φοντενέλ.

Η ζωή μετά τον Λουδοβίκο ΙΕ’

Μετά από ένα χρόνο στο μοναστήρι, η Ζαν έλαβε άδεια να επισκεφτεί τη γύρω εξοχή, υπό τον όρο ότι θα επέστρεφε με το ηλιοβασίλεμα. Ένα μήνα αργότερα, της επιτράπηκε να αφήσει την μονή, με τον όρο να εγκατασταθεί σε μέρος που θα ήταν μέχρι δέκα μίλια μακριά από τις Βερσαλλίες. Αυτό όμως ακύρωνε αυτόματα την επιθυμία της να ζήσει στο αγαπημένο της κάστρο στο Λουβεσιέν. Παρόλα αυτά, κατάφερε να αγοράσει ακίνητα που άνηκαν στον νεότερο γιο της Μαντάμ ντε λα Γκαρντ, τον οποίο γνώριζε από τα εφηβικά της χρόνια. Τελικά, δύο χρόνια αργότερα, μετακόμισε στο Λουβεσιέν. Τα επόμενα χρόνια, είχε ένα ειδύλλιο με τον Λουί Ερκύλ Τιμολεόν ντε Κοσέ-Μπρισάκ. Αργότερα όμως, ερωτεύτηκε τον Χένρι Σεϊμούρ (από το Ρενλάντ), τον οποίο συνάντησε όταν μετακόμισε με την οικογένειά του στη γειτονιά. Με τον καιρό, ο Σεϊμούρ κουράστηκε με τη μυστική ερωτική τους σχέση και έστειλε ένα πίνακα ζωγραφικής στην Μαντάμ ντι Μπαρί με τις λέξεις «Άφησε με μόνο μου» γραμμένες στα αγγλικά στο κάτω μέρος του πίνακα. Ο Δούκας του Μπρισάκ αποδείχθηκε περισσότερο πιστός σε αυτό το ερωτικό τρίγωνο, έχοντας κρατήσει την Μαντάμ ντυ Μαρί στην καρδιά του, παρόλο που γνώριζε τη σχέση της με τον Σεϊμούρ. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, ο Μπρισάκ συνελήφθη ενώ επισκέφθηκε το Παρίσι και σφαγιάστηκε από έναν όχλο. Όταν βράδιασε, η Ζαν άκουσε τον ήχο ενός μικρού μανιασμένου πλήθους να πλησιάζει την οικία της. Ενώ κοίταζε έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο, κάποιος της πέταξε ένα ματωμένο υφασμάτινο πουγκί. Αυτό περιείχε μέσα το κεφάλι του Μπρισάκ, και με το που το είδε η Ζαν λιποθύμησε.

Φυλάκιση, δίκη και εκτέλεση

Η Μαντά ντι Μπαρί λίγο πριν την εκτέλεση της. Πίνακας του 1897 του ζωγράφου Τάι Χόπκινς.

Ο σκλάβος της ντυ Μπαρί, ο Ζαμόρ, μαζί με ένα άλλο μέλος του οικιακού προσωπικού της, είχε ενταχθεί κρυφά στην Λέσχη των Ιακωβίνων. Επίσης, έγινε οπαδός του επαναστατικού Ζορζ Γκριβ και στη συνέχεια αξιωματούχος στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Η ντυ Μπαρί το ανακάλυψε και ρώτησε τον Ζαμόρ για τις σχέσεις του με τον Γκριβ. Αφού συνειδητοποίησε το βάθος της εμπλοκής του, του έδωσε περιθώριο τριών ημερών για να παραιτηθεί από τις υπηρεσίες της. Ο Ζαμόρ το έκανε χωρίς δισταγμό, και προχώρησε αμέσως στην καταγγελία της αφέντρας του στην Επιτροπή.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Ζαμόρ, η Μαντάμ ντι Μπαρί θεωρήθηκε ύποπτη στο ότι βοήθησε οικονομικά τους μετανάστες που είχαν εγκαταλείψει τη Γαλλική Επανάσταση. Η καταγγελία από τον Ζαμόρ συνέβη κατά την διάρκεια του έτους 1792. Αλλά η Μαντάμ ντι Μπαρί συνελήφθη τελικά το 1793. Ενώ όμως, το Επαναστατικό Δικαστήριο του Παρισιού την κατηγόρησε για προδοσία και την καταδίκασε σε θάνατο, εκείνη προσπάθησε μάταια να σώσει τον εαυτό της αποκαλύπτοντας τη θέση των πολύτιμων λίθων που είχε κρύψει Κατά τη διάρκεια της επόμενης δίκης, ο Ζαμόρ έδωσε την Τσιταγκόνγκ ως τη γενέτειρά του, αλλά πιθανότατα είχε τελικά καταγωγή από τους Σίντι. Η μαρτυρία του, μαζί με εκείνη πολλών άλλων, έστειλε την Κόμισσα στη γκιλοτίνα.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1793, η Μαντάμ ντι Μπαρί αποκεφαλίστηκε στην Πλατεία της Επανάστασης (σήμερα ονομάζεται Πλατεία Κονκόρντ). Στο δρόμο προς τη γκιλοτίνα, κατέρρευσε στο κάρο των μελλοθάνατων και φώναξε: «Θα με βλάψετε! Γιατί;» Τρομοκρατημένη, φώναξε για έλεος και ζητούσε βοήθεια από το πλήθος που παρακολουθούσε. Τα τελευταία της λόγια προς τον εκτελεστή λέγεται ότι ήταν τα εξής: «Δώσε μου ακόμη μια στιγμή, κύριε Εκτελεστή, σε ικετεύω!» Θάφτηκε στο νεκροταφείο Μαντλέν, όπως πολλοί άλλοι που εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του τρόμου – συμπεριλαμβανομένων του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και της Μαρίας Αντουανέτας.

Αν και η περιουσία της στην Γαλλία πήγε στο Δικαστήριο του Παρισιού, τα κοσμήματα που είχε εισάγει λαθραία από τη Γαλλία στην Αγγλία πουλήθηκαν με δημοπρασία στο κέντρο πλειστηριασμού «Christie’s» του Λονδίνου το 1795. Ο συνταγματάρχης Τζόχαν Κέγκλεβιτς, αδελφός του Στρατηγού Στέφαν Μπερνάρντ Κέγκλεβιτς, συμμετείχε στη μάχη του Μάιντς το 1795 με Έσσιους στρατιώτες που χρηματοδοτήθηκαν από τη Βρετανική Αυτοκρατορία με τα χρήματα από αυτήν την πώληση.

Επίδραση στη κουλτούρα

Πορτραίτο της Μαντάμ ντυ Μπαρί της Ελιζαμπέτ Βιζέ Λε Μπρεν, το 1781

Φαγητό

  • Πολλά πιάτα πήραν το όνομά τους από της Μαντάμ ντι Μπαρί. Όλα έχουν κρεμώδη λευκή σάλτσα, και σε κάποιες παραλλαγές τους περιλαμβάνουν κουνουπίδι. Το κουνουπίδι μπορεί να είναι ένας υπαινιγμός για τις πουδραρισμένες περούκες της, οι οποίες είχαν πολλές στοιβαγμένες μπούκλες ψηλά στην κορυφή.

Ταινίες

Η Μαντάμ ντυ Μπαρί ενσαρκώθηκε από :

  • Την Αμερικανίδα ηθοποιό του βουβού κινηματογράφου, «Λέσλι Κάρτέρ», στην ταινία «DuBarry» του 1915.
  • Την Αμερικανίδα ηθοποιό του βουβού κινηματογράφου, «Θέντα Μπάρα» στην ταινία του 1917 «Madame Du Barry».
  • Την πολωνή ηθοποιό του βουβού κινηματογράφου, «Πόλα Νέγκρι» στην ταινία του 1919 «Madame DuBarry».
  • Την Αμερικανίδα ηθοποιό του βουβού κινηματογράφου, «Νόρμα Τάλματζ» στην ταινία «Du Barry,Woman of passion» του 1930.
  • Την Μεξικάνικα ηθοποιό, «Ντολόρες ντελ Ρίο» στην ταινία «Madame Du Barry» του 1934.
  • Την Αμερικανίδα ηθοποιό, «Γκλάντις Τζόρτζ» στην ταινία του 1938, «Marie Antoinette».
  • Την Αμερικανίδα ηθοποιό, «Λουσίλ Μπολ» στην ταινία του 1943 «DuBarry».
  • Την Αγγλίδα ηθοποιό, «Μάργκο Γράμ» στην ταινία «Black Magic» του 1949.
  • Την Γαλλίδα ηθοποιό, «Μαρτίν Καρόλ» στην ταινία «Madame du Barry» του 1954.
  • Την Ιταλίδα ηθοποιό, Άζια Αρτζέντο στην ταινία του 2006 «Marie Antoinette».
  • Επίσης στα Ιαπωνικά κινούμενα σχέδια «The Rose of Versaillies» η Μαντάμ ντυ Μπαρί εμφανιζόταν ως ένας βασικός χαρακτήρας.

Βιβλιογραφία

  • Στο βιβλίο «Ο ηλίθιος», του συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσικ, ο χαρακτήρας Λεμπεντέφ αφηγείται την ιστορία της ζωής και της εκτέλεσης της Ζαν ντυ Μπαρί, και προσεύχεται για την ψυχή της, μεταξύ άλλων ψυχών.
  • Η Ντυ Μπαρί είναι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίο « Οι εχθροί στις Βερσαλλίες» της συγγραφέα Σάλι Κρίστι.
  • Antoine, Michel, Louis XV, Librairie Arthème Fayard. Paris. 1989 (French).
  • Bernier, Oliver, Louis The Beloved, The Life of Louis XV, Doubleday & Company, Inc.: Garden City, New York. 1984. (ISBN 0-385-18402-6)
  • Castelot, André, Madame du Barry, Perrin, Paris, 1989.
  • Haslip, Joan, Madame du Barry: the Wages of Beauty, Grove Weidenfeld, New York, 1992, (ISBN 978-0-8021-1256-9)(ISBN 0-8021-1256-0).
  • Herman, Eleanor. (2005). Sex with Kings: 500 Years of Adultery, Power, Rivalry, and Revenge. William Morrow Paperbacks. (ISBN 0-06-058544-7)
  • La Croix de Castries, René de, Madame du Barry, Hachette, Paris, 1967.
  • Loomis, Stanley, Du Barry: A Biography, Lippincott, Philadelphia, 1959.
  • Saint-André, Claude, A King’s favourite, Madame du Barry, and her times from hitherto unpublished documents, with an introduction by Pierre de Nolhac, New York, Mc Bride, Nast & Company, 1915; translated from the French Madame du Barry, published by Tallandier, Paris, 1909.
  • Saint Victor, Jacques de, Madame du Barry, un nom de scandale, Perrin, Paris, 2002.
  • Stoeckl, Agnes, (Baroness de), Mistress of Versailles: the Life of Madame du Barry, John Murray, London, 1966.
  • Vatel, Charles, Histoire de madame du Barry, L. Bernard, Paris, 1883.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή