Μένης Κουμανταρέας: Προσκλητήριο | Διήγημα

Καληνύχτα, Σεραφείμ. Καληνύχτα Χερουβείμ. Καληνύχτα σας όλοι.

by Times Newsroom 1

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

Προσκλητήριο

ΜΕΣΑ από τα εθνεγερτήρια σαλπίσματα της 25ης Μαρτίου που βγάζει από το λήθαργο τις προτομές των ηρώων στο Πεδίο του Άρεως, του Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων που αφυπνίζει την εθνικοφροσύνη στην ψυχή των νοικοκυραίων, της φωνής της μάνας μου που επιτάσσει “ώρα φαγητού”, “ώρα ύπνου” ή “ώρα να πάρεις τα φάρμακά σου”, μέσα σε τόσα πένθιμα σαλπίσματα έχω κι εγώ τη δική μου τρουμπέτα με την οποία επικαλούμαι ανάστασιν νεκρών, μικρών τε και μεγάλων, πραγματικών ή φανταστικών, όσων χάθηκαν και δεν βρίσκονται μήτε στα όνειρά μου.

Τελικά, νομίζω πως όσα πρόσωπα πέρασαν από κείνη την περίοδο της ζωής μου, απ’ τα πιο συμπαθητικά ώς τα πιο αντιπαθητικά, όλα ή σχεδόν όλα εξελίχτηκαν σε καλά στοιχειά. Τις νύχτες όταν δεν έχω τίποτα να κάνω και με κανένα να μιλήσω, έρχονται και κάθονται δίπλα μου σαν άγγελοι και μου κρατάνε βάρδια. Κι εγώ έχω ένα μαγικό τρόπο να τα επικαλούμαι. Πιάνω την πένα ή απλά χτυπώ τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Και τότε εκείνα υπάκουα εμφανίζονται.

Όχι, δεν είναι τα νεοκλασικά σπίτια με τ’ ακροκέραμα και τους δράκοντες στα μπαλκόνια, εξάλλου αυτά τα γάζωσαν οι σφαίρες του Δεκέμβρη· ούτε οι θυρωροί, είδος αναχρονιστικό· ούτε οι υπηρέτριες, “εχθρούς πληρωμένους” που τις έλεγε η γιαγιά μου και που τείνουν να εκλείψουν· μα ούτε και οι συγγενείς που ωχρίασαν μέσα στην οικογενειακή σαρκοφάγο· όχι, δεν είναι αυτά που νοσταλγώ.

Μια συντροφιά είναι που αποζητώ, την αθωότητα μιας εποχής καλής ή κακής που εξέλιπε και είναι τώρα το μνημόσυνό της. Γιατί πολλές σκοτούρες μας έζωσαν στο μεταξύ, και πολλά όνειρα έπεσαν στάχτες.

Ο Σάββας άραξε πια· έφυγε από τα καράβια, βρήκε γυναίκα, έκανε παιδιά, έγινε νοικοκύρης. Ο Κουκουβάγιας πήρε σύνταξη, από κόκκινη παντιέρα στο στόμα της κοινωνίας, κάθε πρώτη του μηνός κάνει ουρά κι αυτός με τους άλλους υπερήλικες σε κάποιο ταμείο. Η Τσίχλα αδυνάτισε κι άλλο, μα εξακολουθεί να πλέκει το πλεκτό της που τώρα μάκρυνε – ανεβαίνει, πιάνει όλη την πρόσοψη και σαν ιστός αράχνης σφραγίζει την είσοδο της πολυκατοικίας.

Μια είσοδος μυθολογική κατάντησε η πολυκατοικία.

Τις νύχτες στην ταράτσα, μέσα σε κεραίες από τηλεοράσεις που φύτρωσαν στο μεταξύ, προσγειώνεται με την άσπρη πουκαμίσα της η Πηνελόπη, στήνοντας κουβέντα με τις άλλες υπηρέτριες από τα γειτονικά σπίτια που με άσπρες νυχτικιές τριγυρνούν κι αυτές και στοιχειώνουν τον ουρανό τις νύχτες. Λένε για τις αδικίες που τράβηξαν, τις κλεψιές που έκαναν, κι όλα, άδικα και καλά, τα μετράνε και τα βάζουν στο ίδιο τσουβάλι. Διακρίνω ώς και κείνη τη Ματίνα της κυρίας Διευθυντού, στρουμπουλή πάντα και βοϊδομάτα, που τις νύχτες νοσταλγεί τους ομηρικούς καβγάδες που σήκωναν στο πόδι τη γειτονιά. Κι ας έχει χορταριάσει ο τάφος της, αν μπορούσε, με μια θυμωμένη κίνηση θα πεταγόταν κάτω. Ίσως γι’ αυτό, κάπου-κάπου, στα διαλείμματα του έγγαμου βίου της, κοπανά το πιάνο της και η Ισμήνη. Πολύ θα το ’θελε να προστεθεί στην κουστωδία, να γίνει –επιτέλους– ένα “με όλες αυτές”!

Τις νύχτες που ξυπνώ, τις ακούω. Οι άλλοι νομίζουν πως είναι ο αέρας ή ο θόρυβος από τη βοή της πόλης που τώρα γιγαντώθηκε, έγινε εφιάλτης. Όμως εγώ ξέρω, κι αγρυπνώ.

Κάποτε-κάποτε, με πιάνει και ρίχνω μια κλεφτή ματιά στα σπίτια απέναντι. Κανείς πια δεν βγαίνει στα μπαλκόνια να λιαστεί, πολύ περισσότερο να ζωγραφίσει. Ωστόσο, εγώ μέσα μου διατηρώ μια βεβαιότητα· πως όσο ακόμα υπάρχουν παιδιά που αγαπούν τις ζωγραφιές και τα γραψίματα, όλο και κάποια γυναίκα θα έχει έτοιμη την τσαγιέρα της να σιγοβράζει, καθισμένη με τα πινέλα της εμπρός στο καβαλέτο.

Ένα άγαλμα έγινε πια η Στρατηγίνα, εις μνήμην ευαίσθητων εφήβων, όσων έπεσαν θύματα της φαντασίας τους.

Τις νύχτες που σηκώνομαι να πιω ένα ποτήρι νερό, όλο νομίζω πως κάποιος βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Ψάχνοντας περιφέρομαι στα πατρικά δώματα, ωσότου κάποτε φτάνω στο δωματιάκι της υπηρεσίας. Άδειο και παγωμένο. Ο Χρήστος, σκέφτομαι, συχνά τις νύχτες γυρίζει στις Ομόνοιες, δανείζοντας τη μορφή του σε παιδιά που ξεπαγιασμένα κάθονται στο “Μεγαλέξανδρο”, χουχουλιάζοντας τα χέρια τους και περιμένοντας τον Μορφέα ή κάποιον άλλο κύριο σπλαχνικό για να τα πάρει.

Στη στάση του τραμ, που έγινε στάση του τρόλεϋ, ανάμεσα στον κόσμο που στοιβάζεται, διακρίνω κάποιον μ’ ένα αδιάβροχο μπέρμπερυ αφόρητα παλιωμένο. Ο κύριος Αποσπερίτης είναι συνταξιούχος πια, το εργαστήριό του έκλεισε, κι ο χειρουργός με τις δυο κόρες, τη Δόμνα και τη Μαρία, πέθανε, κι αυτές παντρεύτηκαν γιατρούς. Μόνο η Ευδοκία δεν άλλαξε. Απτόητη στις εξωτερικές συνθήκες, χωρίς ποτέ να φανερώνει τα αισθήματά της, τριγυρνά πάντα με τις ενέσεις της, που τώρα έγιναν της μιας χρήσεως, πρόθυμη να προσαρμοστεί σε όλα. Κι ενώ σε όλους ο χρόνος, ύπουλος και δολερός, κάτι πάντα καταφέρνει, εκείνη, κι ας πέρασε μπόρες, κι ας σκοτώθηκε πέρυσι σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα η ανιψιά της, αυτήν που σπούδαζε και υπεραγαπούσε, μένει ακλόνητη και αναλλοίωτη.

Ο νους μου διαρκώς τρέχει και φαντάζεται.

Η Πίτσα σκέφτομαι, καθισμένη στο σαλόνι της χωρίς καλοριφέρ, πάγωσε, το πιάνο της μουγκάθηκε –κρίμα γιατί έπαιζε καλύτερα απ’ την Ισμήνη– και ο καλοκαίρι στα Τρίκαλα θάμπωσε, κιτρίνισε σαν τις δαντέλες.

Κι ο Γυμναστής μου συλλογίζομαι, με θύελλες ή με λιακάδες, γυροφέρνει πάντα στα σινεμά. Ελπίζει πως όλο και κάποιο παιδί. Απ’ αυτά που ανέκαθεν βολοδέρνουν, θα καταδεχτεί να πάει στα ραντεβού που εκείνος επιμένει να τους κλείνει. Πάντα στο ίδιο μέρος, στην πλατεία Αγάμων – που τώρα έγινε Αμερικής.

Οι ταινίες που βλέπαμε τότε, φαντάσματα έγιναν κι αυτές. Προβάλλονται στην τηλεόραση, στενές, μικρόψυχες, πετσοκομμένες από διαφημίσεις. Κι εγώ δεν έχω πια δίπλα μου άγνωστους να κάθονται, παρά μόνον τα έπιπλα του σπιτιού –που πάλιωσαν αφόρητα– και τις μορφές των δικών μου ανθρώπων που μες στην αγάπη πάγωσαν κι έμειναν χωρίς μυστήριο. Κανένα όνειρο μ’ αυτές τις παλιές ταινίες.

Κάποιες μορφές, το σούρουπο, με πιάνει μια ασφυξία και τότε επιχειρώ μια βόλτα ώς το Πεδίο του Άρεως. Δεν άλλαξε πολύ το Πάρκο, μόνο που τώρα το ηλεκτροφώτισαν κι έστησαν υπαίθρια παλκοσένικα που με τα κλαπατσίμπανά τους καλύπτουν τους βόγκους και τα ψιθυρίσματα. Όμως τις κρύες νύχτες του χειμώνα, όταν μαζί με την ησυχία πέφτει κι ένα ευεργετικό πούσι, εγώ ακούω κάτι που κρώζει. Κρώζει μελαγχολικά. Οι άλλοι νομίζουν πως είναι πουλί. Είναι ο Πολύβιος. Η ψυχή του στοίχειωσε πάνω στους πάγκους, νωπούς ακόμα από φιλιά, και τις συστάδες των θάμνων που αργοσαλεύουν είναι σαν να πέρασε και να τις άγγιξε με τη φτερούγα του, αυτός.

Τα βήματά μου, άθελά μου, με οδηγούν στο τραίνο. Κι ας πήζει εκεί το ανθρωπομάνι –άλλοι που βιάζονται, κι άλλοι που εύχονται να μη φτάσουν ποτέ– εγώ ακόμα και μέσα στον Ηλεκτρικό βρίσκω τα φαντάσματά μου.

Όπως τα τραίνα έρχονται διαρκώς και φεύγουν, πίσω από τα θαμπά τζάμια διακρίνω μια γυναίκα με σηκωμένους τους γιακάδες, τυλιγμένη στο παλτό της. Κρατά ένα πρόγραμμα στο χέρι κι εμένα αυτό μου φτάνει.

Να το πάλι το ωραίο θέατρο με τα ξύλινα καθίσματα να τρίζουν, ο Νέος Κόσμος και τ’ αγγελάκια της οροφής. Καθισμένη στο παρακατιανό θεωρείο της, περιμένει να φτάσει το διάλειμμα για να πιει το κονιάκ της. Κι ας λένε πως κλείστηκε σε άσυλο, κι ας μη βρήκε ποτέ τη μνήμη της, εγώ είμαι σίγουρος πως εκείνη βρίσκεται διαρκώς στη μνήμη άλλων. Ιδίως κάτι παιδιών που κυριακάτικα ξεκινάν για συναυλίες, χωρίς να ξέρουν πού θα τους βγάλει η μέρα. Κατηφορίζω μαζί της προς Ομόνοια, την ακολουθώ και πάντα ψάχνω τα βήματά της. Ποιος ξέρει ποιο τραίνο να την πήρε πάλι. Όμως στο γυρισμό είμαι βέβαιος πως όλο και κάποιος θα με σταματήσει.

Είναι τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, κύκλω εστώτα και περιπτάμενα μες στα κουβούκλιά τους αντικριστά. Βρέξει χιονίσει, εκείνα μένουν και υπομένουν. Μετρώ τις ρυτίδες τους, όπως τότε μετρούσα τα κλαδιά της αροκάριας. Κάθε πάτωμα και χρόνος, κάθε ρυτίδα και χρονιά. Κι όλο περιμένω μήπως κάτι μου πουν και κάτι μαρτυρήσουν. Γιατί είμαι βέβαιος πια – εκείνοι τα ξέρουν, τα είδαν όλα. Κλικ, κάνει το μηχανηματάκι στο χέρι τους. Κλικ, κάνω κι εγώ πατώντας ένα πλήκτρο στη γραφομηχανή. Κι είναι σαν να τα φωτογραφίζω.

Όπως τραβώ στην έξοδο του Ηλεκτρικού, ένα κύμα κόσμου με κατακλύζει.

Αυτή τη φορά, είναι ολόκληρο συλλαλητήριο. Διακρίνω μέσα τη μάνα μου, τον πατέρα μου, τον αδελφό μου, ώς και τη γιαγιά μου στηριγμένη στο μπαστούνι της να κάνει νοήματα στο υπερπέραν. Φίλοι, εχθροί, χαζοί, γνωστικοί, γνωστοί και άγνωστοι περνούν από μπροστά μου. Βλέπω σε μια στιγμή τη Βίνα, μολονότι ξέρω πως βρίσκεται στη Νότιο Αμερική, πάω να τη φωνάξω, χάνεται. Σε κάποια στιγμή βλέπω τον Νώλη, τον Μιχάλη, τον Ζακ, γραβατωμένους, κοστουμαρισμένους, με ανθοδέσμες στο χέρι. Χάνονται κι αυτοί. Βλέπω και κείνη την αλητοπαρέα που κάποτε παίζαμε στο Πάρκο. Σοβάρεψαν, φόρεσαν τα καλά τους. Άλλος έχει γραφείο προ-πό, άλλος μεσιτείες, κι άλλος γραφείο κηδειών – σαν μια κηδεία γινήκαμε όλοι. Τους παρακολουθώ μέσα από κρέπια που ανεμίζουν, στεφάνια που τα κρατούν έφηβοι γερασμένοι. Διαβάζω: “Εις μνήμην”, “Εσαεί φίλος”, “Έπεσε υπέρ”. Ο κόσμος με παίρνει μπάλα, βγαίνω κακήν κακώς, να ’μαι πάλι στους δρόμους.

Όπως τραβώ την 3ης Σεπτεμβρίου, βραδιάζει.

Ένας ήλιος πέφτει πίσω από το Αιγάλεω σαν σιωπητήριο. Η άσφαλτος καθρεφτίζει χυμένα λάδια, βενζίνες, αποπλύματα, βρωμόνερα που κύλησαν από τα λούκια, μια κόκκινη μαρμαρυγή που όσο πάει μαυρίζει.

Βρίσκομαι πίσω στην πλατεία μου –πώς έφτασα πάλι εκεί;– πλατεία Κυριακού, Βικτωρίας που τη λένε τώρα. Το καφεζαχαροπλαστείο “Βικτώρια” έπεσε, στη θέση του υψώθηκε άλλο, άσχετο, στο μεταξύ ένα γύρω φύτρωσαν καφετέριες, και τα γκαρσόνια –καθόλου ο παλιός Λιάκος με τους τούρκικους καφέδες– τακτοποιούν τα πλαστικά καθίσματα, κι οι πρώτοι πελάτες παίρνουν θέση. Χλωμοί, ξεθωριασμένοι. Σάμπως μια σκιά να ’πεσε πάνω τους. Μπορεί να είναι ο ίσκιος του ΟΤΕ, σκέφτομαι, με τα δέκα τόσα πατώματά του, αυτός που αντικατέστησε το θεατράκι της Κατερίνας. Κι ολοένα ψάχνω μπας και βρω κανέναν γνωστό ανάμεσά τους.

Μπορεί αυτός εκεί που κάθεται με τα σγουρά του χιονισμένα, να είναι αυτός που έβαζε στοιχήματα στον ιππόδρομο· μπορεί ο άλλος καθισμένος σταυροπόδι με το γιλέκο του ξεκούμπωτο να είναι εκείνος που άραζε κάτω από τις μουριές στους πάγκους, μέχρι να βρεθεί κάποια ή κάποιος να τον σπιτώσει – κρίμα που πάχυνε και ξεχείλωσε, ήταν ωραίο παιδί. Και ίσως εκείνος ο άλλος που με έκφραση αηδίας πίνει τον καφέ του…

Και λέω μέσα μου, κρυφά, τα ονόματά τους.

Όλα παιδιά, έφηβοι της πλατείας, όσοι δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν τον τελευταίο κύκλο και μένουν τώρα εκεί τουρτουρίζοντας στην κάψα. Τα πρόσωπά τους φρυγμένα, χαλκοπράσινα, πασαλειμμένα στην μπογιά του ήλιου που δύει, μοιάζουν ν’ αντανακλούν λεφτά που χάθηκαν στα χαρτιά, έρωτες που έμειναν σε κρεβάτια ξενοδοχείων, και μίση –οπωσδήποτε μίση– που ρίζωσαν και κακοφόρμισαν. Οι βέσπες που καβαλούσαν, χάθηκαν· κι οι φιλενάδες τούς κοιτούν πια μόνο στην κωλότσεπη, εκεί όπου κατά παράδοση βάζουν το πορτοφόλι, κατά παράδοση άδειο κι αυτό. Καθώς, ολοένα, το βράδυ πέφτει, τα μάτια τους φεγγίζουν σαν τη χόβολη που ξεψυχά μέσα σε μαγκάλι. Στάχτες έμειναν, και στάχτη το τσιγάρο στο χέρι.

Όταν κάποτε βρίσκομαι στο σπίτι μου, έχει για καλά νυχτώσει. Κλείνω τα ρολά, τραβώ και τις κουρτίνες. Σκεπάζω και τη γραφομηχανή μου. Είμαι μόνος κι ακουμπώ σ’ ένα βιβλίο. Δεν είναι οι “Μεγάλες Προσδοκίες”, ούτε είμαι πια “Υπό την βασιλικήν δρυ” να με σκιάζει. Σάμπως αλλιώτικο μοιάζει τούτο το βιβλίο. Και, πάνω απ’ όλα, παράξενο που το έχω γράψει εγώ. Κλείνω το βιβλίο. Κλείνω τα μάτια.

Καληνύχτα, Σεραφείμ. Καληνύχτα Χερουβείμ. Καληνύχτα σας όλοι.

Μένης Κουμανταρέας: Προσκλητήριο (Σεραφείμ και Χερουβείμ, εκδ. Κέδρος)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Μένης Κουμανταρέας: “ένας καλός φίλος”!!!

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή