«Το θέμα είναι πάντα να λυτρωθεί ο θεατής, όχι εσύ. Για εμάς τους καλλιτέχνες, η τέχνη είναι βάσανο κι απαντοχή, το “καταφύγιό που φθονούμε” όπως λέει ο Καρυωτάκης…»
- Συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου
Στο Θέατρο Μικρός Κεραμεικός παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά, λόγω επιτυχίας, η παράσταση «Η γέννηση ενός φασίστα η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου».
Αναφέρεται σε μία αποτρόπαια Γυναικοκτονία, που συγκλόνισε την κοινή γνώμη στα χρόνια της χούντας.
Ο Νίκος Κούνδουρος πολιτικός μετανάστης στο Λονδίνο τότε, παρακολουθεί τη μεγάλη κοινωνική διάσταση που πήρε η πολύκροτη δίκη και με αφορμή αυτό το γεγονός, γράφει το ομότιτλο συγκλονιστικό μονόδραμα.
Την σκηνοθεσία υπογράφει η Γιώτα Κουνδουράκη και την ερμηνεία ο Νίκος Πανόπουλος, την οποία είχε αποθεώσει ο Νίκος Κούνδουρος.
Ο Νίκος Πανόπουλος προσπαθεί σε κάποιες αράδες να φυλακίσει σπάνιες χειρονομίες και φωνές μεγάλων προσωπικοτήτων που τον στήριξαν και τον γέμισαν με ευφροσύνη στις μαγικές στιγμές, που η σκηνή μας αφήνει στην διάθεση του οίστρου της υποκριτικής τέχνης.
Από την άλλη ο πρωταγωνιστής, που τον φιλοξενούμε σήμερα στο timesnews.gr εξεγείρεται με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας και αγανακτεί, που βλέπει τους συνανθρώπους του να χάνουν την ισορροπία τους και να βυθίζονται στην απελπισία και στο σκοτάδι.
- Όπως κι εσείς κ. Πανόπουλε, που γνωρίσατε τον Νίκο Κούνδουρο, συνεργαστήκατε μαζί του και τον συγκλονίσατε με την ερμηνεία σας στο επίκαιρο στις ημέρες μας έργο του «Η γέννηση ενός φασίστα η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου», που επαναλαμβάνεται και πάλι με επιτυχία, έτσι κι εγώ αισθάνομαι πολύ τυχερή που τον γνώρισα και μίλησα πολλές φορές μαζί του. Τι έμεινε εντός σας από το μοίρασμα υψηλής τέχνης που είχατε;
Είναι πραγματικά μεγάλη τύχη, κυρία Μιχαλιτσιάνου και συγκινούμαι πραγματικά με αυτή την ερώτησή σας. Θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά προνομιούχο, που γνώρισα από κοντά, συνομίλησα, κοιτάχτηκα στα μάτια, αγκάλιασα αυτό τον μοναδικό άνθρωπο, μια τέτοια επιβλητική, καθοριστική για την Ελλάδα και πολύπλευρη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Επιπλέον, παρά το δέος που ένιωθα γι’ αυτόν, μιας και θαύμαζα τον ίδιο και το έργο του από μικρός, τον αγάπησα προσωπικά, ήταν πολύ ευαίσθητος, ένοιωσα την αγκαλιά την αποδοχή και τολμώ να πω τον θαυμασμό του. Μου έδωσε μεγάλη δύναμη και κουράγιο να αναλάβω τότε για πρώτη φορά αυτό το βουνό που είναι αυτός ο ρόλος και που έπρεπε κάθε φορά να το ανεβαίνω, ισορροπώντας στις άκρες του γκρεμού. Την πρώτη φορά που πήγα σπίτι του και με είδε, πρόσεξε θυμάμαι τα μάτια μου και κάτι σχολίασε, δεν θυμάμαι τι ακριβώς, μετά, στην γενική δοκιμή, τα δικά του μάτια έβλεπαν πια μέσα στην ψυχή μου και στην ψυχή του ήρωα. Ναι, το πιστεύω, με την αφορμή ενός ρόλου, ενός έργου τέχνης, μιας παράστασης, μπορεί δύο άνθρωποι να γνωριστούν πραγματικά, να εκτιμήσουν ο ένας τον άλλον και να συνομιλήσουν. Τελικά να αγαπηθούν. Η αγκαλιά του και το κλάμα και των δύο μας στο φινάλε της παράστασης το αποδεικνύουν. Ο συγγραφέας κι ο ρόλος, ο Κούνδουρος κι ο Θεόφιλος Τσάφος, ο Νίκος ο “άλλος Νίκος” όπως μου έγραψε και μου αφιέρωσε την πρώτη έκδοση του βιβλίου του της “Απολογίας του Θεόφιλου Τσάφου”, όπως ήταν ο πρωτότυπος τίτλος τους έργου, πράγματι συναντήθηκαν. Κι έχω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Γιώτα Κουνδουράκη, που εκτός από τον σπουδαίο αυτό ρόλο που μου χάρισε, με πήρε κι απ’ το χέρι μια μέρα και με πήγε στον Κούνδουρο, που ήθελε να με γνωρίσει αμέσως μόλις πήρα το ρόλο. Της οφείλω πολλά. Από την γνωριμία με τον Κούνδουρο μου έχουν μείνει, η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, η ειλικρίνειά του, το θάρρος και η μαχητικότητά του. Επιπλέον ήταν ένας πολύ τρυφερός άνθρωπος και φοβερά τολμηρός, δεν φοβόταν να εκφράζει την αντίθεσή του, την οργή του, τον θαυμασμό του, ακόμα και τον ενθουσιασμό του για οτιδήποτε. Παλιάς κοπής άνθρωποι, ξέρετε, δεν μάσαγαν τα λόγια τους, τολμώ να πω γίνομαι κι εγώ κάπως έτσι σιγά-σιγά. Ο πατέρας μου, λίγο πριν φύγει από την ζωή, διαβάζοντας περήφανος τις θριαμβευτικές κριτικές που γράφτηκαν τότε, από το πρώτο ήδη ανέβασμα του έργου στις εφημερίδες, μου είχε πει συγκινημένος, γνωρίζοντας το μέγεθος, την εμβέλεια και την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Κούνδουρου: “Να σε αποδέχονται σπουδαίοι άνθρωποι σ’αυτή την ζωή, αυτό είναι πολύ σημαντικό πράγμα”. Και μόνο τον Κούνδουρο αν είχα γνωρίσει και εισπράξει την καλλιτεχνική αγκαλιά του, νομίζω ότι το πέτυχα αυτό που έλεγε ο πατέρας μου. Ήταν για μένα κι αυτός μαζί και με άλλους σπουδαίους ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος που είχα την τύχη να γνωρίσω και κάποιοι μάλιστα να με τιμήσουν με την φιλία τους (όπως ο ποιητής Γιώργος Χρονάς), ένα είδος πνευματικού οδηγητή και καλλιτεχνικού πατέρα. Έτσι τον αισθάνομαι. Και τώρα, 15 χρόνια μετά, περισσότερο από ποτέ.
«Ο άνθρωπος ο ικανός να προοδεύσει και να βελτιωθεί δεν αλλάζει παρά μόνο με ένα ερέθισμα, ένα “τσίγκλισμα” στις ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού του. Είναι μοιραίο πιστεύω, παρά το τωρινό πισωγύρισμα που ζούμε πάλι σε βασικές ανθρώπινες αξίες, ο άνθρωπος, αυτό το θηρίο το ικανό για τα καλύτερα και τα χειρότερα, να γίνει βασικά αυτό που πραγματικά προορίζεται: Άνθρωπος με Α Κεφαλαίο.»

- Ο Νίκος Κούνδουρος κατάφερε να συμπυκνώσει στον κινηματογράφο την παράνοια του κόσμου σε ποίηση. Το έχουμε εισπράξει άραγε αυτό;
Νομίζω ναι. Τίποτα απ’ όσα προσφέρει η μεγάλη τέχνη δεν πάει τελικά χαμένο. Άλλο αν η κοινωνία βαδίζει αναγκαστικά τον δρόμο που η ίδια χαράζει για τον εαυτό της και της προτάσσει η Ιστορία. Η καλλιτεχνική δημιουργία, που είναι ένα μέρος σημαντικό και της παιδείας πιστεύω, είναι το κλειδί για το προχώρημα, την εξέλιξη του ανθρώπου, ασυζητητί. Ο άνθρωπος ο ικανός να προοδεύσει και να βελτιωθεί δεν αλλάζει παρά μόνο με ένα ερέθισμα, ένα “τσίγκλισμα” στις ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού του. Είναι μοιραίο πιστεύω, παρά το τωρινό πισωγύρισμα που ζούμε πάλι σε βασικές ανθρώπινες αξίες, ο άνθρωπος, αυτό το θηρίο το ικανό για τα καλύτερα και τα χειρότερα, να γίνει βασικά αυτό που πραγματικά προορίζεται: Άνθρωπος με Α Κεφαλαίο. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες, στην διάρκεια της ιστορίας του πολιτισμού, δεν συνέβαλλαν απλά σ’αυτό. Ήταν οι κύριοι εκφραστές της εποχής τους. Άρα ο καθρέφτης της κοινωνίας, το “λοξό” μάτι της ποίησης, που όλα τα βλέπει κι όλα τα φανερώνει. Κάτι σαν τον ήλιο, που ενώ ξέρεις ότι υπάρχει, συχνά το θεωρείς δεδομένο και τον ξεχνάς, εκείνος όμως τα φωτίζει όλα με τις ακτίνες του μονίμως και αποκαλύπτει πάντα όλη την αλήθεια που κρύβεται στο σκοτάδι της νύχτας. Και το φως πάντα έχει τη δύναμη και στο τέλος νικάει το σκοτάδι. Κάτι τέτοιο ήταν κι ο Κούνδουρος. Αγνός κι ολόφωτος. Και θα είναι πάντα παρών και θα μας φωτίζει μέσα από το έργο του.
- Μιλήστε μου για τον ήρωα που ερμηνεύετε. Σας επηρέασε σε βάθος η αλήθεια του έργου;
Είναι περίεργο, αλλά κάθε φορά που καλούμαι να μιλήσω για έναν ρόλο, τι διαδικασίες πέρασα πριν κι αφού ολοκληρώθηκε – αν ποτέ ολοκληρώνεται – η δημιουργία του κλπ, σκέφτομαι πολύ και συχνά δεν ξέρω ποια από τις σκέψεις μου είναι η σωστή απάντηση. Ξέρετε, αυτό που καλούμαστε να κάνουμε κυρίως οι ηθοποιοί, είναι να συμπυκνώσουμε στοιχεία, προκειμένου να συνθέσουμε έναν ρόλο κι όχι να αναλύσουμε. Είμαστε καλλιτέχνες κι όχι επιστήμονες ή διανοούμενοι. Ωστόσο σας ευχαριστώ που με ρωτάτε γιατί πρόκειται για ένα πολύ ειδικό δραματικό πρόσωπο εδώ. Σίγουρα ο Θεόφιλος Τσάφος που ερμηνεύω με επηρέασε, με την έννοια ότι προσπάθησα να τον καταλάβω, οριακά να τον δικαιολογήσω κιόλας, προκειμένου να του επιτρέψω να μπει “μέσα” στην ψυχή μου, να εκφραστεί με το σώμα μου και τη φωνή μου. Έπρεπε να τον αγαπήσω. Ήταν μονόδρομος, δε μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Κι αυτό συμβαίνει σε όλους τους ρόλους βέβαια. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε βασικά. Να συμπονέσουμε τον εαυτό μας σε όλες του τις δυνατές εκδοχές (ρόλους), άρα να κατανοήσουμε τον Άνθρωπο. Κι αυτό είναι που αν συμβεί, εισπράττει ο θεατής και συμπάσχοντας, ίσως φτάσει συμπονέσει τον εαυτό του και κάποια στιγμή και τους άλλους. Όταν χτυπήσει το καμπανάκι στην ψυχή όλα γίνονται, ακόμα και θαύματα. Πιστεύω στον άνθρωπο και στο θαύμα της τέχνης.
- Το έργο αναφέρεται σε μια αποτρόπαια γυναικοκτονία , που συγκλόνισε την κοινή γνώμη στα χρόνια της χούντας. Στη χώρα μας μέσα σε μια 5ετία οι γυναικοκτονίες έχουν φτάσει τις 100 χωρίς βεβαίως να έχουν καταγραφεί όλες. Θα έρθει νομίζετε κ. Πανόπουλε η ημέρα, που οι γυναίκες θα σταματήσουν να είναι τα θύματα μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας;
Είναι αδιανόητο όσο και τραγικό να συνεχίζεται αυτό το πράγμα ακόμα μέχρι και σήμερα. Εγκλήματα κατά των γυναικών, κατά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, επίσης κακοποιήσεις ζώων, έτσι για την ψυχική ανακούφιση του κάθε διαταραγμένου ανθρώπου που πατάει είτε σε θέσεις επαγγελματικής ή άλλης εξουσίας, ή επειδή απλά μπορεί, λόγω κοινωνικής τάξης ή οικονομικής κατάστασης, σωματικής υπεροχής κλπ. Είμαι πολύ θυμωμένος με όσα συμβαίνουν και με προβληματίζουν αφάνταστα. Φυσικά ήμουν κι είμαι υπέρμαχος το metoo από την στιγμή που άρχισε η μεγάλη ευαισθητοποίηση και η εγρήγορση για το θέμα. Όπως και κατά οποιασδήποτε μορφής βίας, χειρισμού, αδικίας. Ναι, οι άνθρωποι ζούμε με τις αδυναμίες μας, όμως γι’ αυτούς που είναι επιρρεπείς στη βία υπάρχουν και οι ψυχολόγοι, οι ψυχαναλυτές και οι ψυχίατροι, η συμβουλευτική και οι κοινωνικές υπηρεσίες κι αν προσπερνιόνται όλοι αυτοί από αμέλεια ή αδιαφορία, τότε κυρίως γι’ αυτό υπάρχουν οι θεσμοί και οι νόμοι. Και τα εγκλήματα να καταγγέλλονται, οι υπεύθυνοι να τιμωρούνται. Οι νόμοι δηλαδή πρέπει να εφαρμόζονται. Τόσο αυτονόητα. Απαρεγκλίτως και για όλους το ίδιο. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Μένω άφωνος. Και ελπίζω. Χρειάζεται διαρκής αγώνας κι επαγρύπνηση απ’ όλες κι όλους μας.
- Συνεχίζουμε να συναντιόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο. Και αυτό δείχνει ότι το θέατρο, ακόμα και μετά την covid εποχή και ό, τι περάσαμε, είναι ζωντανό και ανθεκτικό. Επιβιώνει. Βρίσκετε να έχει αλλάξει κάτι από παλιότερα;
Το θέμα της επικοινωνίας που θέτετε, είναι μεγάλο και δύσκολο. Το περίπλοκο με την κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις σήμερα, είναι ότι αντί τα μέσα επικοινωνίας, η κοινωνική δικτύωση και η τεχνολογία να τις κάνει πιο εύκολες και στενότερες, τείνει να μας απομακρύνει τον ένα από τον άλλο να μας “αποπροσωποποιεί”. Η μαγική οθόνη του κινητού που τα κάνει όλα και συμφέρει, έχει σχεδόν ρομποτοποιήσει μεγάλο μέρος γενιών ολόκληρων ανθρώπων που γαλουχήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σε αυτή την εξέλιξη. Δεν ξέρουν κάτι άλλο. Ξέρουν τα sms, τα emoticons, το TikTok, τις πειραγμένες selfie, και τα βιντεάκια στο Instagram. Δεν τους κατηγορώ. Έτσι λειτουργούν γιατί η εποχή το επιτάσσει κι έχει και τα προνόμια της αυτή η γλώσσα. Εξ’ άλλου κι εγώ είμαι ενεργός απόλυτα στα social από τότε που υπάρχουν. Όμως με ανησυχεί ιδιαίτερα όταν βλέπω ένα ζευγάρι σε ολιγοήμερες πχ διακοπές στην Βενετία ή στη Νέα Υόρκη ξέρω εγώ και είναι με το κινητό να τραβάνε βίντεο την πραγματικότητα που ζούνε εκείνη τη στιγμή με μοναδικό σκοπό να την απαθανατίσουν, να την καταγράφουν, όχι να την βιώσουν, όχι να ζήσουν το τώρα μαζί. Ή ενώ περπατούν σε έναν δρόμο μιας άγνωστης πόλης, κοιτάνε άσχετα βίντεο ή μηνύματα που τους στέλνουν στο κινητό. Θέλω να πω δηλαδή πως δεν είμαστε σχεδόν ποτέ εκεί που βρισκόμαστε, είμαστε πάντα κάπου αλλού. Ωσεί παρόντες. Δεν κοιταζόμαστε αρκετά συχνά στα μάτια. Αυτό με ανησυχεί πολύ. Και που μιλάμε με λέξεις βιαστικές κι ανολοκλήρωτες. Σαν ο λόγος να μην είναι πια το κύριο μέσον επικοινωνίας, σα να σνομπάρεται το βλέμμα, το άγγιγμα, το χαμόγελο, η έκφραση, η ζωντανή παρουσία. Με ανησυχούν όλα αυτά. Η εξυπνάδα της νέας γενιάς όμως με κάνει περιέργως αισιόδοξο. Σύντομα θα δούμε αλλαγές πιστεύω. Είχε κάτι πολύ όμορφο πει η Ρίκα Βαγιάνη η αγαπημένη συνάδελφός σας και πανέξυπνος άνθρωπος, λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή νομίζω, που κάθε φορά που το αναφέρω συγκινούμαι: “Τουλάχιστον σ’αυτή τη ζωή κάποια στιγμή συναντηθήκαμε και δεν προσπεράσαμε ο ένας τον άλλο όπως τα πλοία μέσα στη νύχτα”… Την βρίσκω συγκλονιστική αυτή τη φράση! Η φύση μας, ο προορισμός μας είναι η συνύπαρξη. Και η μοίρα μας, κάποια στιγμή, η επικοινωνία και η εξέλιξη. Τα πράγματα αλλάζουν κι εμείς θα τα καταφέρουμε. Δεν φοβάμαι τόσο λοιπόν για το μέλλον είμαι από θέση, αισιόδοξος.
«Είναι αδιανόητο όσο και τραγικό να συνεχίζεται αυτό το πράγμα ακόμα μέχρι και σήμερα. Εγκλήματα κατά των γυναικών, κατά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, επίσης κακοποιήσεις ζώων, έτσι για την ψυχική ανακούφιση του κάθε διαταραγμένου ανθρώπου που πατάει είτε σε θέσεις επαγγελματικής ή άλλης εξουσίας, ή επειδή απλά μπορεί, λόγω κοινωνικής τάξης ή οικονομικής κατάστασης, σωματικής υπεροχής κλπ.»

- Η εμπειρία σας στο Λονδίνο. Η ζωή εκεί, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα. Δεν σκεφτήκατε ποτέ να μείνετε;
. Η αλήθεια είναι ότι πάντα ήθελα να πάω στην Αγγλία, κάτι με τραβούσε, δεν ξέρω γιατί… Αφού πια αποφοίτησα από την Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, 21 χρονών ακόμα, αντί να έχω το νου μου να τρέχω συνέχεια σε δουλειές εδώ, θέατρο, τηλεόραση εγώ έπαιξα σε ένα- δύο έργα, ενώ σκεφτόμουνα συνέχεια πώς θα βρω τρόπο να το σκάσω. Κι έτσι με την πρόφαση κάποιων μαθημάτων Θεάτρου που είχα κλείσει όντως για ένα χρόνο στο Λονδίνο, πήρα μια βαλίτσα μπήκα στο αεροπλάνο κι έφυγα. Και προς μεγάλη έκπληξη των γονιών μου, έμεινα εκεί αρκετά χρόνια. Δεν ήταν όλα εύκολα, ούτε το συστήνω. Πρέπει ή να το θέλει πολύ ή να μην έχει άλλη λύση για να απομακρυνθεί κανείς για τόσο μεγάλο διάστημα από δρόμους γνωστούς στη ζωή του, φίλους, συγγενείς, γλώσσα και κουλτούρα. Εγώ όμως ήθελα να ζήσω αυτή την περιπέτεια. Από ένα σημείο και μετά το είδα σαν άσκηση επιβίωσης για μένα. Πανάκριβα όλα, αν δεν κάνεις άμεσα γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις ή πόλη μπορεί απλά να σε αποδυναμώσει αλύπητα και να σε απορροφήσει. Μια πόλη όμως πραγματικά κοσμοπολίτικη και πολυπολιτισμική γεμάτη από ζωή, τέχνη, κίνηση, αντιφάσεις. Γέμισε εικόνες το μυαλό μου, θέατρα, μουσεία, συναυλίες, εκθέσεις, φιλίες, εμπειρίες. Ναι, θα μπορούσα να ζω ακόμα εκεί, θα έβρισκα σίγουρα τον τρόπο να κάνω τέχνη και να ζω, όσο κι αν ακούγεται κάπως αυτό. Γύρισα πίσω στην Ελλάδα αναγκαστικά κάποια στιγμή για καθαρά οικογενειακούς λόγους και παγιδεύτηκα εδώ με την κρίση. Γύρισα όμως άλλος άνθρωπος. Δεν ξέρω αν η παραμονή μου στο εξωτερικό με ωρίμασε ή με έκανε σοφότερο, πάντως σίγουρα μου έδωσε περισσότερη αυτοπεποίθηση, με μόρφωσε πολύ κοινωνικά, με ανάπτυξε κι άλλο αισθητικά και με “έψησε” στις δοκιμασίες στην ζωή. Άρα, μου έκανε καλό. Και δεν μετανιώνω : μόνος σου, όταν παλεύεις κατάλαβα ότι δυναμώνεις θέλοντας και μη για να μπορέσεις να συνεχίσεις. Και θεωρώ προνόμιο που είχα την στήριξη από το σπίτι μου να πάω και να μείνω εκεί τον πρώτο καιρό, τύχη που κατάφερα να συνεχίσω με τις δυνάμεις μου για ένα μεγάλο διάστημα και να το ζήσω.
Μπορεί να έχασα εδώ τα καλά χρόνια της τηλεόρασης, τις πολύ καλές αμοιβές κτλ, όμως πλούτισα αλλιώς, έφερα μέσα μου κι έναν άλλο κόσμο πια. Όλες οι επιλογές που κάνουμε έχουν ένα τίμημα, όμως κουβαλάμε τις εμπειρίες μας και είναι ευλογία που όλα διυλίζονται δημιουργικά στην τέχνη.
- Είστε από αυτές τις περιπτώσεις που από παιδί ήξερε, ότι θέλει να γίνει ηθοποιός. Οι γονείς σας ήταν υποστηρικτικοί σε αυτό και πόσο σας βοήθησε η δασκάλα σας η σπουδαία Μαίρη Αρώνη;
Ναι, δεν ήθελα να γίνω απλώς, ήμουν – έτσι πίστευα – ηθοποιός από παιδί. Είναι τρελό, αλλά ανεξήγητα και με πλήρη άγνοια κινδύνου, πίστευα πως κι ο ουρανός να έρθει ανάποδα, εγώ θα τα καταφέρω να παίζω στην σκηνή διάφορους ρόλους. Δεν θα έλεγα ακριβώς αυτό που λέμε “ήταν το όνειρό μου” και ήθελα κάποια στιγμή να το πραγματοποιήσω. Ήταν η πραγματικότητα, ήμουν βέβαιος γι’ αυτό κι απλώς δεν είχα ιδέα τι σήμαινε και πως θα το κάνω πράξη γιατί πολύ απλά ήμουν νήπιο. Νόμιζα πως όλα είναι θέατρο. Τα έβλεπα με λοξή ματιά. Έπαιζα με τις κουρτίνες του δωματίου μου κι έλεγα στη μαμά μου: “Μαμά κοίτα, είμαι άλλος!” Ε, τρόμαζαν λίγο, γονείς ήταν, με το δίκιο τους, δεν έδιναν όμως και πολλή σημασία, σου λέει παιδί είναι, παίζει. Εγώ όμως, το πίστευα στα σοβαρά, ταυτιζόμουνα στα θεατρικά σκετς στο σχολείο, στους προσκόπους κι αλλού με τους ήρωες. Ήμουν το παιδί που έλεγε καλά το ποίημα στο σχολείο… Ζωγράφιζα κιόλας. Τι? Τον Τσάρλι Τσάπλιν βέβαια, ή 9 μόλις χρόνων, σε ένα διαγωνισμό ζωγραφικής με θέμα “Η μητέρα μου” ένα τριαντάφυλλο και δύο μικρά τριανταφυλλάκια με πρόσωπα ανθρώπινα κι εκφραστικά: Η μαμά με τα δύο της παιδιά. Κέρδισα το πρώτο βραβείο, το έργο χάθηκε κάπου στην ΕΡΤ και όταν ξαναβρέθηκε, μου πήρανε συνέντευξη στα ΝΕΑ της εποχής, είχαμε και τέτοια από τότε!… Πάντως ζωγράφος δεν ήθελα να γίνω. Κάτι καλλιτεχνικό σίγουρα, αλλά πια δεν ήθελα να το μαρτυρήσω. Είχα καταλάβει ότι υπήρχαν αντιδράσεις ακόμα και στην λέξη “ηθοποιός” και δεν τολμούσα, φοβόμουν. Μέχρι που δέκα χρονών είδα την πρώτη παράσταση. Σε ένα κηποθέατρο ήταν νομίζω. Ένοιωσα μία δόνηση σε όλη την σπονδυλική μου στήλη, που κράτησε σχεδόν σε όλη την διάρκεια της παράστασης την οποία παρακολουθούσα ακίνητος και με κομμένη την ανάσα, απ’ ότι έλεγαν αργότερα οι γονείς μου. Ε, από τότε ήξερα τι ήθελα να κάνω πια, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. 18 χρονών υποτίθεται θα έδινα για Νομική, δίνω εισαγωγικές στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μπαίνω πρώτος παμψηφεί, με άριστα δέκα απ’ όλη την επιτροπή. Ανάμεσα στην επιτροπή, ο Γιώργος Ρούσσος, ο Τάσος Λιγνάδης, η Μαίρη Αρώνη, ο Νίκος Τζόγιας, ο Ιάκωβος Ψαράς, η Μαρία Χορς, ο Νίκος Παπακωνσταντίνου, η Έλεν Τσουκαλά, ο Βασίλης Βασιλειάδης, η Ολυμπία Κυριακάκη, η Αντιγόνη Βαλάκου, ο Γιώργος Μιχαηλίδης κα, οι περισσότεροι και υπήρξαν οι σπουδαίοι δάσκαλοι που είχα μετέπειτα τα τρία χρόνια των σπουδών μου στη Σχολή. “Ε τώρα πια δεν μπορείτε να τον εμποδίσετε”, είπε κάποια στιγμή στην μητέρα μου η γειτόνισσα και σπουδαία ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου Μαργαρίτα Λαμπρινή, σύντροφος του επίσης εξαιρετικού Σταύρου Ξενίδη. Και δεν με εμπόδισαν, παρ’ όλες τις ανησυχίες τους για την ανασφάλεια του επαγγέλματος – που άδικο δεν είχαν. Η σχολή ήταν η βάπτιση μου στο θέατρο, η βουτιά στα βαθιά, το καταφύγιό μου. Τα δύσκολα γίνανε εύκολα ξαφνικά και τα εύκολα δύσκολα. Έρχεσαι αντιμέτωπος με την σοβαρότητα του παιχνιδιού αυτού που λέγεται θέατρο, την ευθύνη κι τον κίνδυνο. Και, ή έχεις κουράγιο και συνεχίζεις παλεύοντας να αποκτήσεις σιγά-σιγά έλεγχο στα εκφραστικά σου μέσα και να περάσεις αλώβητος και ξαναγεννημένος μέσα από την έκθεση της ψυχής σου ή τρομάζεις και τα παρατάς. Όλοι οι δάσκαλοι που είχαμε η γενιά μου ήταν σπουδαίοι. Ήμασταν πολύ τυχεροί. Τα τεχνικά εφόδια, οι οι αξίες και η μόρφωση που πήραμε από αυτούς στην σχολή είναι νομίζω οι γερές βάσεις μας. Προλάβαμε να παραλάβουμε την σκυτάλη από αυτούς τους παλιούς λίγο πριν φύγουν από την ζωή και χαθεί κι ίδια η σκυτάλη. Για την Αρώνη, την αγαπημένη μου δασκάλα, ό,τι κι αν πω θα είναι λίγο. Ήταν ένας θρύλος. Το απαράμιλλο ταλέντο της, η θηριώδης τεχνική κι η καθηλωτική της παρουσία και επιβλητική προσωπικότητα θα έκαναν κι έναν άνθρωπο χωρίς φωνή να μιλήσει. “Εγώ δεν είμαι δασκάλα, είμαι θεατρίνα” ήταν το πρώτο πράγμα που μας είπε στην τάξη. Αυτό ήταν, μεγάλη θεατρίνα πράγματι αλλά για μάς κι η σπουδαιότερη δασκάλα. Μας δίδαξε το έλεος και τον φόβο της σκηνής. Και μέσα από το κουράγιο που αντλούσαμε από μέσα μας για να τα βγάλουμε πέρα με το δέος που μας προκαλούσε κι η ίδια, πήραμε αργότερα θάρρος. Αυστηρή αλλά δίκαιη. Απαιτητική αλλά και τρυφερή. Μας μετέδωσε μια γεύση από το μεγάλο θέατρο, να έχουμε να πορευόμαστε. Η άλφα βήτα του θεάτρου, η αρχή και το τέλος ήταν η Αρώνη. Τα μάτια της συχνά αισθάνομαι να τα συναντώ ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, σε ανύποπτο χρόνο ανάμεσα στους θεατές την ώρα που παίζω, να με κοιτάζουν στιγμιαία, άλλοτε με χαρά κι αποδοχή, άλλοτε με αυστηρότητα κι αμφιβολία κι άλλοτε με ενθάρρυνση κι ενθουσιασμό. Σίγουρα πάντως με αγάπη. Όπως τότε. Έτσι τη νιώθω. Όχι απλά σαν μνήμη αλλά σαν συνεχή παρουσία.
- Μέσα στη δουλειά σας υπάρχει ένα λυτρωτικό κομμάτι, με την έννοια της εκτόνωσης;
Η τέχνη μας, η δουλειά του ηθοποιού, είναι σκληρή εργασία. Απαιτεί επιμονή κι υπομονή, τεράστια αποθέματα αντοχής, ψυχική και σωματική δύναμη και κουράγιο. Λέγανε οι παλιοί θέλει ατσαλένια νεύρα και γερό στομάχι. Θα έλεγα και σιδερένια θέληση. Να αντέχεις κάθε βράδυ το αναπόφευκτο: την αναμέτρησή σου με κάτι άλλο από εσένα, που αυτό το άλλο είσαι τελικά εσύ. Και την εσωτερική σύγκρουση με την βαθιά γνώση ότι στο τέλος θα ηττηθείς. Η ερμηνεία κάθε ρόλου μοιάζει κάπως με μια γέννα. Κι αν κάποια βράδια γεννήσεις εύκολα, τότε ναι, νοιώθεις λύτρωση. Μια σωματική αγαλλίαση. Και νοιώθεις έντονα να σε αγκαλιάζει σαν κουκούλι η αγάπη του κοινού. Είναι όμως κάποια βράδια που η γέννα είναι δύσκολη, μπορεί να κινδυνεύεις να μην βγει υγιές το μωρό, ή και να μη βγει ζωντανό. Και τότε μπορεί να χρειαστείς εμβρυουλκό ή ακόμη και καισαρική τομή, γι’ αυτό χρειάζεσαι κουράγιο κι αντοχή στον πόνο. Το θέμα είναι πάντα να λυτρωθεί ο θεατής, όχι εσύ. Για εμάς τους καλλιτέχνες, η τέχνη είναι βάσανο κι απαντοχή, το “καταφύγιό που φθονούμε” όπως λέει ο Καρυωτάκης.
- Είναι το θέατρο η ζωή σας;
Το θέατρο είναι ένα είδος βαθιάς εξομολόγησης, όπως έχω πει και παλιότερα, πολλές φορές μου φαίνεται πολύ πιο αληθινό από την ίδια την ζωή. Κι η ζωή έχει πολύ θέατρο μέσα, πολλές φορές κακό θέατρο κιόλας. Δεν ξέρω τι από τα δύο είναι πιο αληθινό, αλλά πάνω στην σκηνή νοιώθω πιο πολύ στα νερά μου ό,τι κι αν συμβαίνει, αν κι υπερεκτεθειμένος, χαίρομαι γιατί είμαι έτοιμος να αγαπηθώ για την αλήθεια μου, πάντως πιο οικεία και ζεστά, πιο προστατευμένος μέσα στην σύμβαση του θεάτρου. Έχω την αίσθηση – την ψευδαίσθηση ίσως; – ότι την ώρα που παίζω ελέγχω περισσότερο τα πράγματα. Στην ζωή δεν ξέρεις από που θα σού ’ρθει. Με την έννοια αυτή ναι, η ζωή με απασχολεί μοιραία πολύ αφού ζωή είναι ο χρόνος που ζω, αλλά επειδή η ζωή μου έχει και πολύ συχνά θέατρο και το ένα περιέχει το άλλο, άρα ζω μέσα από την τέχνη. Όχι αλλιώς. Χωρίς θέατρο μάλλον δεν θα ήμουνα καθόλου καλά.
- Ειδικά σήμερα, η παγκοσμιοποίηση – με την πολύ δυστοπική και διεστραμμένη μορφή που έχει τώρα – έχει καταργήσει τα όρια μεταξύ των πολιτισμών. Σας ανησυχεί αυτή η εξέλιξη;
Δεν ξέρω, τι να σας πω, εγώ είμαι υπέρ της μίξης των πολιτισμών. Πάντα μου άρεσε αυτή η πολυχρωμία, η πολυπολιτισμικότητα. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δύο άνθρωποι από τελείως άλλες κουλτούρες, παραδόσεις, ήθη, έθιμα, νοοτροπίες, με άλλη γλώσσα, άλλη θρησκεία, άλλα χαρακτηριστικά, άλλη παιδεία, γνώση, ιστορία, να κοιτάζοντας στα μάτια και να μην έχουν έστω μια ανθρωπιά, μια συμπόνια και μία κατανόηση μεταξύ τους. Ένα χαμόγελο ή κι ένα δάκρυ γιατί τουλάχιστον μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό σ’ αυτή τη γη, την ίδια μοίρα να είναι ά ν θ ρ ω π ο ι. Ολόκληρη η Ευρώπη κι η Αμερική βασίστηκαν σαν πολιτισμοί ακριβώς σε αυτή την συνύπαρξη των πολιτισμών. Εγώ λέω χρειάζεται προσπάθεια μεγάλη από τα κράτη πλέον να μετατρέψουν αυτό το μείγμα σε ένα κράμα ευγενές. Κι αυτό είναι μία πολλή μεγάλη κουβέντα. Αυτή η αδυναμία του σύγχρονου πολιτισμού να, απορροφήσει και να αξιοποιήσει τα ετερόκλητα στοιχεία είναι που με ανησυχεί. Ο φόβος για την ετερότητα είναι το πρόβλημα. Η εσωστρέφεια κι ο συντηρητισμός ακόμα και ως άμυνα από ανασφάλεια με τρομάζει πολύ περισσότερο κι όχι το ίδιο άλλο, το “ξένο” ή το διαφορετικό.
- Το κύμα ακρίβειας στα πάντα, επηρεάζει το θέατρο;
Η ακρίβεια επηρεάζει τα πάντα. Το θέατρο δεν μπορεί παρά να είναι στα χέρια των θεατών για να υπάρξει. Οως μπορεί να μείνει απ’ έξω; Εκεί διαλέγει ο θεατής και παίρνει. Αυτό που μπορεί σε σχέση με αυτό που θέλει. Νομίζω όμως ότι τα εισιτήρια στο θέατρο έχουν πολύ λογικές τιμές στην Ελλάδα γενικά. Αντιθέτως, ο περισσότερος κόσμος που λογικά έχει δυσκολίες οικονομικές, εκεί που πραγματικά θέλει να πάει δεν θα σκεφτεί το έξοδο. Θα προσπαθήσει με δυσκολία να κάνει οικονομία από κάπου αλλού, θα βρει τρόπο να το κάνει αυτό που θέλει. Υπάρχει βέβαια και κόσμος που σκέφτεται και το 20 ευρώ για μια έξοδο. Κι είναι λογικό. Τα έξοδα είναι πια πολλά, οι τιμές τεράστιες ακόμα και,στα βασικά αγαθά, οι λογαριασμοί, τα χρέη έρχονται από παντού. Κι οι μισθοί αμετακίνητοι. Τα πάντα είναι οικονομία. Κι αυτό αν δεν απασχολεί εκλεγμένους ειδικούς ανθρώπους στα σοβαρά, χρόνια, δεκαετίες τώρα κι έχουμε φτάσει εδώ, εγώ τι να πω;… Μόνη αντίδραση σκέφτομαι, η πίστη στην δύναμή μας, στις αποφάσεις μας σαν πολίτες, στην φωνή μας σαν κοινωνία, στην αντίστασή μας σαν ψηφοφόροι κάθε φορά. Ο μόνος τρόπος να αλλάξουν τα πράγματα είναι κατά μεγάλο ποσοστό στο χέρι μας, αλλά κάνουμε πως δεν το ξέρουμε, σα να μην το πιστεύουμε.. Εμείς έχουμε την δύναμη, αρκεί να το καταλάβουμε.
