Οι 4 προκλήσεις για την ελληνική οικονομία την επόμενη τετραετία

Οι 4 προκλήσεις για την ελληνική οικονομία την επόμενη τετραετία

by Times Newsroom

Μετά την πολιτική χαλάρωσης των προηγούμενων τριών ετών, το υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να εφαρμόσει δημοσιονομική πολιτική εξυγίανσης, με πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% του ΑΕΠ τουλάχιστον.

  • Ειρήνη Χρυσολωρά

Τώρα που, σχεδόν, εξοφλήθηκαν τα μνημονιακά «γραμμάτια» όπως οι φοροελαφρύνσεις και αφού εφαρμόσθηκαν από τα πιο γενναιόδωρα στην Ευρώπη μέτρα στήριξης και παροχές για την αντιμετώπιση της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, οι προτεραιότητες στην οικονομική πολιτική για την επόμενη τετραετία μετατοπίζονται σε νέες κατευθύνσεις.

Η κυβέρνηση καλείται, βασικά, να αντεπεξέλθει στις εξής τέσσερις προκλήσεις:

1. Να αξιοποιήσει τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Μέχρι στιγμής οι εκταμιεύσεις έχουν φτάσει τα 11,1 δισ. ευρώ, σε σύνολο 30,4 δισ. ευρώ που αναλογούν στη χώρα. Στο ποσό αυτό θα προστεθούν πιθανότατα άλλα 5 δισ. δάνεια για επενδύσεις στο πλαίσιο του Repower EU. H χώρα πηγαίνει μέχρι στιγμής καλά, είναι ανάμεσα στις τρεις πρώτες που υπέβαλαν αίτημα για γ΄ δόση, αλλά ο χρόνος λήγει τον Αύγουστο του 2026 και δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει ούτε ένα ευρώ από αυτά που δικαιούται. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χτύπησε «καμπανάκι» στην τελευταία έκθεσή της, σημειώνοντας ότι το σχέδιο φθάνει σε ένα σημείο όπου θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις περιφερειακές και τις τοπικές αρχές, οι οποίες έχουν διοικητικές και εφαρμοστικές αδυναμίες. Καλεί ευθέως την κυβέρνηση να συντονίσει και να βοηθήσει αυτές τις Αρχές, προκειμένου να υλοποιήσουν το σχέδιο, που περιλαμβάνει μια σειρά από δημόσιους διαγωνισμούς. Είναι ασφαλώς μία από τις σοβαρές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση και στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι αναδιατάξεις και η σχεδιαζόμενη συγκέντρωση των αναπτυξιακών και κοινοτικών προγραμμάτων σε ένα υπουργείο.

Η χώρα χρειάζεται ανάπτυξη κατά μέσον όρο 3% για μία 10ετία, για να προσεγγίσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ε.Ε.

2. Να στηρίξει το αναπτυξιακό άλμα που χρειάζεται η χώρα, συνεχίζοντας και εμπλουτίζοντας τις μεταρρυθμίσεις. Η Ελλάδα, εκτιμούν οι οικονομολόγοι, χρειάζεται ρυθμό ανάπτυξης κατά μέσον όρο 3% για μια δεκαετία για να προσεγγίσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ε.Ε. Αυτό πρέπει να το πετύχει, σε πρώτη φάση, σε διεθνές περιβάλλον υποχώρησης των ρυθμών ανάπτυξης, πληθωρισμού και αυξανόμενων επιτοκίων. Μοναδική της ελπίδα είναι να εμφανίσει μεταρρυθμιστική ορμή, προκειμένου να διαλύσει τα αρνητικά στερεότυπα (με ισχυρή δόση αλήθειας) για την Ελλάδα. Ολοι οι διεθνείς οργανισμοί αναφέρουν την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης ως άμεση προτεραιότητα, αλλά και την ολοκλήρωση του κτηματολογίου, τον εκσυγχρονισμό του Δημοσίου και την άρση γραφειοκρατικών εμποδίων, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, ώστε να διαλυθούν οι ολιγοπωλιακές συνθήκες σε συγκεκριμένους τομείς, αλλά και την αύξηση της συμμετοχής νέων και γυναικών στην αγορά εργασίας, όπου οι ελλείψεις γίνονται όλο και πιο αισθητές. Η Ελλάδα μπορεί να πέτυχε ρεκόρ 20ετίας άμεσων ξένων επενδύσεων το 2022 και να αύξησε τις επενδύσεις της συνολικά στο 14% του ΑΕΠ της από 10% του ΑΕΠ το 2019, αλλά ακόμη υπολείπεται από τον μέσο κοινοτικό όρο του 23% και το μείγμα των επενδύσεών της δεν είναι σπουδαίο: κυριαρχείται από εξαγορές, ακίνητα και άλλες κατασκευές. Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι μία ακόμη βασική προτεραιότητα, με τα άμεσα σχέδια της κυβέρνησης να περιλαμβάνουν περαιτέρω επέκταση των ηλεκτρονικών ελέγχων, που ήδη, όμως, έχουν καθυστερήσει.

3. Να εφαρμόσει δημοσιονομική πολιτική εξυγίανσης, με πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% του ΑΕΠ τουλάχιστον, που είναι συνεπή με την εξασφάλιση βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Θα είναι μια μεγάλη μεταστροφή, μετά την πολιτική χαλάρωσης των προηγούμενων τριών χρόνων, αλλά η Ελλάδα είχε την τύχη, με τη βοήθεια και του πληθωρισμού που «ενίσχυσε» τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα, να περάσει ήδη από το 2022 σε περιοχή πλεονασμάτων, έστω και μόνο 0,1% του ΑΕΠ. Για το 2024, η Κομισιόν στις «κατευθύνσεις» που έδωσε, κάλεσε την Ελλάδα να περιορίσει την αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών της στο 2,6%, κάτι που οδηγεί σε περαιτέρω σύσφιγξη, όχι όμως πέρα από τις προβλέψεις του Προγράμματος Σταθερότητας, που είχε καταθέσει στην προηγούμενη θητεία της, τον Απρίλιο, η κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων κατά 500 εκατ. ευρώ είναι υπολογισμένη, όπως και η αύξηση συντάξεων. Η νέα κυβέρνηση θα ανοίξει τα χαρτιά της στο κρίσιμο αυτό θέμα τον Οκτώβριο, με την κατάθεση του προσχεδίου προϋπολογισμού, έχοντας δώσει πρόγευση από τη ΔΕΘ, τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα, θα κορυφώνονται οι διαπραγματεύσεις για το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας που θα ισχύσει από το 2025, εφόσον υπάρξει συμφωνία.

4. Να εξασφαλίσει την επενδυτική βαθμίδα, αλλά και την προοπτική περαιτέρω αναβάθμισης της χώρας. Ουσιαστικά, η πολιτική σταθερότητα, σε συνδυασμό με την επίδειξη αποφασιστικότητας για την αντιμετώπιση των παραπάνω τριών προκλήσεων, δημοσιονομικής εξυγίανσης, αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και αξιοποίησης των κοινοτικών κονδυλίων, είναι οι βασικές προϋποθέσεις για την κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, που αναμένεται εντός του έτους. Κάτι που με τη σειρά του θα ενισχύσει τις επενδύσεις και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, εγκαινιάζοντας έναν ενάρετο κύκλο.

Πηγή: www.kathimerini.gr

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή