Πηνελόπη Μαξίμου: “Το φάντασμα” | Διήγημα

Και να που την άλλη βδομάδα, πάλι ξημερώνοντας Κυριακή, νάτο πάλι το φάντασμα, και το είχε δει αυτή τη φορά η δεσποινίς Ελένη. Δεσποινίς, δηλαδή μεγαλοκοπέλα ήταν, ασπρορουχού, κι έκανε νυχτέρι στο αντικρινό σπίτι, όπου ετοίμαζαν γάμο.

by Times Newsroom

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΞΙΜΟΥ

 

Το φάντασμα

 

– Άκουσα πως γράφεις ιστορίες, κόρη μου. Ε! γι’ αυτό θα σου πω και γω μια ιστορία, νέα ήμουν τότε, τα παιδιά μου άλλα μικρά, άλλα μεγάλα, κι άλλα μεγαλύτερα, είχε εννέα παιδιά, κι ένας ο άντρας μου δέκα, κι εγώ έντεκα, έντεκα νοματαίοι σε δυο κάμαρες, ε! η αλήθεια και σε μια κουζίνα, μεγάλη κουζίνα, και πόσοι νοματαίοι σ’ ολόκληρο το σπίτι;

Ήταν, τι να σου πω, ένα σπίτι! Σεράι! Δηλαδή με το “σεράι” μην φανταστείς τίποτα… θέλω με το “σεράι” να πω, να! Δηλαδή μεγάλο. Πολύ μεγάλο! Το κάτω, η αυλή, όπου καθόμουνα εγώ και οι δικοί μου και κάτι άλλοι – σε κάθε δωμάτιο κι ένας, εργένης τις περισσότερες φορές. Στο πρώτο πάτωμα, κάθε δυο δωμάτια και μια φαμίλια, το ίδιο και στο δεύτερο πάτωμα, κόσμος και κόσμος ήμασταν.

Και είχαμε δυο απ’ αυτά… τώρα τα λένε “τουαλέτες”. Είχαμε λοιπόν μονάχα δυο, απ’ αυτά λέω, από τις τουαλέτες. Μα ποτέ δε βγήκε καμιά ιστορία, ούτε και γι’ αυτό ακόμα το ζήτημα, ήμασταν όλοι αγαπημένοι, όλοι νοικοκυραίοι, παντρεμένοι κι ανύπαντροι, καλημεριζόμασταν το πρωί με αγάπη, το σταυρό μας κάναμε φεύγοντας για τη δουλειά, καληνυχτιζόμασταν με αγάπη.

Αυτά που σου λέω τώρα, κόρη μου, στην οδό Κωλέττη έγιναν, πολυκατοικία έχει γίνει τώρα αυτό το χάνι. Ούτε θέλω να περάσω από κει, ούτε θέλω να φανταστώ ότι γκρέμισαν αυτή τη σπιταρόνα, ότι χτύπησαν με τσάπες τα ντουβάρια της, μα θαρρώ σαν να χτύπησαν εμάς, σαν ν’ ανακάτεψε εμάς η μπουλντόζα, μικρούς-μεγάλους, και τα σπιτάκια μας και το βιός μας, και τις έγνοιες και τις χαρές μας.

Και λοιπόν όλα καλά πήγαιναν, και με ομόνοια και με την αγάπη του Θεού περνούσαν οι μέρες, και παρουσιάστηκε ένα φάντασμα!

Κόρη μου, καταλαβαίνεις τι θα πει να έχεις στο σπίτι σου ένα φάντασμα και να περνοδιαβαίνει στην αυλή και στο χαγιάτι, και ν’ ανεβαίνει μέχρι την ταράτσα; Δυο είχαμε. Όχι δηλαδή φαντάσματα, χαγιάτια θέλω να πω. Θέλω να πω ένα μπαλκόνι πέρα ώς πέρα, στην αυλή έβλεπε, χαγιάτι το λέγαμε τότε. Είχε και κάγκελο από ξύλο, κι έπρεπε το πρωί να τρέξεις γρήγορα ς’ όλο το μάκρος του, για να φτάσεις σ’ αυτό που το λένε τουαλέτα, κι εμείς που καθόμασταν στην αυλή, έπρεπε και ν’ ανεβούμε τη σκάλα και να τρέξουμε στο χαγιάτι. Όμως όλα μέλι-γάλα, και ποτέ λόγος κακός, ούτε και γι’ αυτό το ζήτημα, ούτε και για το νερό. Και το πιστεύεις για το φάντασμα χωριστήκαμε, μισοί και μισοί, αυτοί που το πίστευαν, κι αυτοί που δεν το πίστευαν, σαν να ήμασταν αλλόθρησκοι;

Που λες, κόρη μου, μεγάλο ζήτημα για τα χρόνια εκείνα το νερό. Δεν ήταν σαν τώρα που κάθεσαι – θέλω να πω, μπορείς να κάθεσαι – στο έκτο πάτωμα, και όποια ώρα και στιγμή σου καπνίσει, ανοίγεις τη βρύση και τρέχει νερό. Τότε, όχι μονάχα εμείς, στο σεράι, μας, αλλά όλη η Αθήνα δεν είχε νερό. Εμείς, στο σεράι, μια βρύση όλη κι όλη στην αυλή, κι όλοι έπρεπε από την αυλή να το κουβαλήσουν το νερό στο σπίτι τους, δηλαδή στην κάμαρά τους, και να γεμίσουν πιθάρια, ντεπόζιτα, κανάτες, ό,τι πρόφταινε ο καθένας, γιατί δεν έτρεχε το νερό όλες τις ώρες, ούτε και κάθε μέρα.

– Ήρθε το νερό! Ήρθε! φώναζε όποιος έβλεπε τη βρύση να στάζει.

Κι αραδιάζονταν στάμνες και σταμνάκια, δεν ξέραμε πόση ώρα ο νεροκράτης θα μας αφήσει το νερό, κι όταν είχαμε τύχη, όλοι μαζί, χέρι-χέρι γεμίζαμε και το πιθάρι της αυλής.

Εντάξει, αγαπημένοι, και όμως για το φάντασμα πήγαμε ν’ αλληλοφαγωθούμε.

Στο σεράι μας νύχτα βγαίναμε, πηγαίναμε στην τουαλέτα, κανένας φόβος, όλοι ήμασταν άνθρωποι ένας κι ένας, όλοι όπως πρέπει, άφηνες την ξώθυρά σου ανοιχτή για να πεταχτείς στη γειτόνισσα να πεις δυο λόγια – ε! έλεγες και παραπάνω – δε φοβόσουν από τίποτα κι από κανέναν.

Και μας παρουσιάστηκε ξαφνικά ένα φάντασμα! Άλλο που σου το λέω, κόρη μου, κι άλλο να δεις και να το νιώσεις, τι μας έκανε αυτό το φάντασμα. Μεγάλο κακό. Δεν τολμούσαμε τη νύχτα να ξεπορτίσουμε. Και στις τουαλέτες πώς να πάμε; Τα παιδιά, το πρωί, το στρώμα τους βρεμένο. Και είχαμε τόσα παιδιά; Εγώ εννιά, όπως σου είπα, κι ένα η διπλανή μου νοικάρισσα, δέκα. Και πέντε η πάνω από μένα, του τραμβαγιέρη, δεκαπέντε. Και δυο η κυρά Γαρουφαλιά του μανάβη; Και πόσα στο απάνω πάτωμα; Να πούμε είκοσι παιδιά; Και να θέλουν να πάνε στις τουαλέτες και να φοβούνται και να κλαίνε; Θα μου πεις, όλα έκλαιγαν; Όλα ήταν μικρά; Δε σου λέω, μικρά δεν ήταν όλα, μα κι εμείς οι μεγάλοι είχαμε τρομοκρατηθεί, ακόμα και τα παλικάρια και οι άντρες.

Πρώτος το είδε το φάντασμα ο κλητήρας, ο κυρ Στέλιος. Νοικοκύρης άνθρωπος και σοβαρός, κι όχι κανένας αλαφροΐσκιωτος να πούμε. Είχε έρθει αργά και το είδε, κάτασπρο, σου λέει, με το σεντόνι του το άσπρο, με τα χέρια του τ’ απλωμένα, με το κεφάλι του… να σε χαρώ, δε θυμάμαι, τι μας είχε πει για το κεφάλι του. Τα χέρια του τ’ απλωμένα, τα θυμάμαι πολύ-πολύ καλά. Έτρεχε λοιπόν στη σκάλα, σαν να πετούσε, το φάντασμα, λέγω, κόρη μου, και βρέθηκε στο χαγιάτι το απάνω, και ξαφνικά χάθηκε. Και είπε μοναχός του ο καημένος ο κυρ Στέλιος, όταν του πέρασε η πρώτη τρομάρα, “μπα! είπε. Θα με γέλασαν τα μάτια μου”. Ε! ήταν και σκοτεινιά, και σύννεφα ο ουρανός, και κάτι ρούχα απλωμένα στα σκοινιά της αυλής, εμ τότε, κόρη μου, δεν υπήρχαν ηλεκτρικά, να γυρίσεις το κουμπί, να φεγγοβολήσει ο κόσμος. Δηλαδή υπήρχαν, όμως εμείς λάμπες του πετρελαίου είχαμε. Αλλά ξέραμε όλα τα κατατόπια, βγαίναμε στην αυλή, πηγαίναμε απάνω, πηγαίναμε στη γειτονιά, και ποτέ, κανένας δεν σκόνταψε.

Όμως το φάντασμα ήταν φάντασμα. Το είδε σε λίγες μέρες και ο τραμβαγιέρης, σαν γύρισε αργά, κι αυτός δεν κρατήθηκε, το διαλάλησε, βλέπεις ο άνθρωπος λίγο και θα έμενε στον τόπο από τρομάρα. Και τότε πια τ’ ομολόγησε κι ο κυρ Στέλιος ότι το είχε δει κι αυτός, μα θυμήθηκε τη γιαγιά του που έλεγε “άμα δε μιλήσεις για το φάντασμα που είδες, θα φύγει. Μίλησες; Ε! δε φεύγει. Καλοκάθισε.” Κι έτσι είναι που κράτησε το στόμα του κλειστό.

Που λες, κόρη μου, όταν το είδε το φάντασμα ο τραμβαγιέρης, ήταν μέρα Σάββατο. Και ξημερώνοντας Κυριακή, ήρθε πρωί-πρωί στον άντρα μου και του είπε “κυρ Θωμά, το και το”, πήγε και στους άλλους νοικοκυραίους και το ξεστόμισε, όλο το σεράι το ήξερε πια, μέρα Κυριακή, χαρά Θεού μια μέρα κι ας ήταν χειμώνας, κι εμείς κατατρομαγμένοι, κι έπρεπε να δούμε τι θα κάνουμε, κάτι έπρεπε να γίνει πριν προφτάσει και μας κάνει κανένα κακό, παιδιά είχαμε, μην και μας στραγγαλίσει κανένα παιδί, όλα να τα περιμένεις από φάντασμα. Άλλοι έλεγαν να κάνουμε λειτουργία στο σπίτι, άλλοι να κάνουμε αγιασμό, κι άλλοι να το ξορκίσουμε, κι άλλοι να πάμε σε μια χαρτορίχτρα που μιλά με τα πνεύματα, μην τα ρωτάς, μύλος, κόρη μου. Κι ήρθε κοντά στον άντρα μου ο γανωματής, που καθόταν στο δωματιάκι της ταράτσας, πάνω δηλαδή από το δεύτερο πάτωμα, και τον έπιασε με τρόπο από το μανίκι.

– Ο τραμβαγιέρης, του είπε, τον είδα εγώ χτες με τα μάτια μου, τα κουτσόπινε στην ταβέρνα του Μπανίκα, όχι που λέει πως είχε υπηρεσία.

Κι ο άντρας μου που ήταν αφεντικό και ήξερε να διατάζει, τα διόρθωσε τα πράματα, και πήγε ο καθένας στη δουλειά του.

Όμως μεσοβδόμαδα, Πέμπτη βράδυ, νύχτα θέλω να πω, ο γιος της πάνω από μένα, στο πρώτο πάτωμα θυμήθηκε μες στον ύπνο του πως είχε ξεχάσει την καρδερίνα έξω, στο χαγιάτι. Και φυσούσε. Μια και δυο, σηκώθηκε, πήρε το κλουβί, αχ, πήρε το κλουβί… αχ… αμ πρόφτασε να πάρει το κλουβί; Αμ το παιδί έπεσε ξερό, το φάντασμα είχε παρουσιαστεί, μπουμ! και κάτω ο μικρός, κι ήταν ένας φωνακλάς, κι έγινε, άλλο να σου το λέω, της κακομοίρας έγινε, και το πουλί τσιριτσιτσίου κι αυτό, στο πόδι το σεράι! Ξεπετάχτηκαν όλοι στα χαγιάτια, κι εμείς της αυλής στην αυλή, άλλος με λάμπα στο χέρι, άλλος με κερί, λες και ήταν Ανάσταση!

Αμ η Ανάσταση είναι χαρά, κόρη μου. Εδώ εμείς είχαμε καυγάδες. Τότε είναι που χωριστήκαμε σε στρατόπεδα, φώναζαν εδώ να πάμε στην Αστυνομία, εκεί να καλέσουμε τον παπά για τρισάγιο, κι άλλοι προτιμούσαν τα ξόρκια της χαρτούς, και λίγο και θα ερχόμασταν στα χέρια, μόνο τον φώτισε ο Θεός τον γανωματή, και πρόβαλε ψηλά, στην ταράτσα, έσκυψε στο πεζουλάκι έμπηξε μια φωνάρα! Γυρίσαμε, τον κοιτάξαμε, τι να σου πω; Έτσι ξεμανίκωτος, και με το πουκάμισο ανοιχτό, σαν αρχάγγελος μου φάνηκε. Μίλησε γνωστικά. Και καθαρά το είπε για το κρασί, κι ο τραμβαγιέρης το παραδέχτηκε ότι είχε πιει το Σάββατο. Όσο για το παιδί, ε! νόμισε πως είδε φάντασμα. Παιδί ήταν. Και ηρεμήσαμε πια όλοι, ε! να πάμε και στα κρεβάτια μας.

Όμως δεν έγινε έτσι. Έβαλε κάτι φωνές ο κυρ Νίκος, το γκαρσόνι! Έξω από τα δόντια τα είπε ς’ αυτούς που δεν ήθελαν να έρθει ο γέροντας να κάνει αγιασμό, δεν ήθελαν, δηλαδή για τα χρήματα… έξοδα… Καταλαβαίνεις, κόρη μου;

– Αν πάθει τίποτα ο γιος μου, θα βάλω φωτιά να σας κάψω!

Έτσι είπε ο κυρ Νίκος και κανένας, τσιμουδιά! Λέξη! Αμ είχε δίκιο ο άνθρωπος, ένα και μοναχοπαίδι ο γιος του, ένας Θεός το ξέρει πώς έγινε αυτό το παιδί, ήταν πια περασμένος στα χρόνια ο κυρ Νίκος, κι η γυναίκα του άλλο τόσο, η άμοιρη, έβαφε και τα μαλλιά της, όλοι το είχαν πάρει είδηση, ε! τότε δεν ήταν της μόδας τα κάτι τέτοια.

Και να που την άλλη βδομάδα, πάλι ξημερώνοντας Κυριακή, νάτο πάλι το φάντασμα, και το είχε δει αυτή τη φορά η δεσποινίς Ελένη. Δεσποινίς, δηλαδή μεγαλοκοπέλα ήταν, ασπρορουχού, κι έκανε νυχτέρι στο αντικρινό σπίτι, όπου ετοίμαζαν γάμο. Ραψίματα πολλά, και γύρισε αργά η δεσποινίς Ελένη, και τι τσιρίδα μόλις αντίκρισε το φάντασμα! Πώς και δεν της ήρθε κόλπος! Της ρίξαμε νερό και ξίδι, τρίψαμε τα μηνίγγια της, τέλος κάπως τη συνεφέραμε, τη γυναίκα, και οι δυο άντρες που είχαν δει το φάντασμα, ρώτησαν το γανωματή – γιατί η Ελένη δεν είχε βρει ακόμα καλά-καλά τη λαλιά της – ρώτησαν, λοιπόν, αν και η δεσποινίς Ελένη ήταν μεθυσμένη. Και οι δυο τους, τι να σου πω; Είχαν αγριέψει για τα καλά μαζί του. Με τον γανωματή, θέλω να πω.

Κι αυτός, μάτια μου, χαχάνισε μες στα μούτρα των ανθρώπων. Και είπε στα μουρμουριστά, έτσι για να μην τον ακούσει η κοπέλα, είπε λοιπόν ότι η δεσποινίς Ελένη ήταν μια γεροντοκόρη και τις περιμένεις;

Και στον άντρα μου είπε ο γανωματής “ώς τα τώρα δεν το είδαν το φάντασμα, παρά δυο μπεκρήδες, ένα παιδί και μια αλαφροΐσκιωτη”. Μα το είπε, βέβαια, χωριστά, τον πήρε κατά μέρος.

Καλά που δεν ήταν εκείνη τη φορά ο κυρ Νίκος στο σπίτι.

Αμ το είδε κι ο άντρας μου το φάντασμα. Αμ βέβαια! Και ούτε φώναξε, ούτε τσίριξε, μόνο ίσια στο νεροχύτη, κι έριξε πάνω στο κεφάλι του όλη την κανάτα το νερό, “πλιατς!…” άκουσα εγώ και πετάχτηκα από το στρώμα, και μου είπε αυτός “το είδα! το είδα!”, και η φωνή του κομμένη, και δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά, καταλαβαίνεις, κόρη μου, χειμώνας καιρός, δεν είναι παίξε-γέλασε κάτι τέτοια. Και όταν ησύχασε ο άνθρωπος, “λέγε!” του λέγω. Και μου είπε, “είχε τόσο μπόι”,–ό,τι είχαν πει κι οι άλλοι– “τα χέρια του ανοιχτά, το σεντόνι του…” – ό,τι είχαν πει κι οι άλλοι– “και χάθηκε στο απάνω χαγιάτι, δεξιά”, – ό,τι είχαν πει κι οι άλλοι.

Εγώ, την άλλη μέρα, λέξη, σε κανέναν. Κούρντισα όμως το μυαλό μου. Στο μεταξύ, βέβαια, φόβος και τρόμος στα σεράι μας, κανένας δεν έβγαινε έξω τη νύχτα να πάει στις τουαλέτες, μεγάλη δυσκολία, το βάζεις κάτι τέτοιο με το νου σου, να μην μπορούμε να ξεμυτίσουμε, μόλις βράδιαζε, και να έχουμε τόσα παιδιά; Είχαμε και τον κυρ Νίκο, δεν καλημέριζε πια κανέναν! Και φοβέριζε πως θα μας βάλει φωτιά! Πάλι καλά που δεν το είχε πάρει είδηση η γειτονιά. Αμ δεν το λέγαμε! Αμ η γειτονιά θα μας την έβαζε τότε τη φωτιά!

Λοιπόν, εγώ το σχέδιό μου. Σβησμένο το καντήλι στην κάμαρα, κι εγώ από μέσα, άγρυπνη, και πίσω από το κουρτινάκι. Ξημερώνοντας Κυριακή, το είδα, το καταραμένο, το είδα. Κι ένιωθα να με πιάνει από το λαιμό, το ήξερα όμως, δεν ήταν το φάντασμα, ο φόβος ήταν. Και κρατούσα τα σαγόνια μου με τα χέρια μου, κι έβλεπα το φάντασμα, βγήκε από το δωμάτιο της χήρας, της κυρά Φανής, άπλωσε τα χέρια του, καταπώς το είχε σύστημα, και πήρε φόρα, έτρεξε στην αυλή, σαν αγέρας, στο πρώτο χαγιάτι, στο δεύτερο χαγιάτι, έστριψε δεξιά, χάθηκε, εμ βέβαια, τρύπωσε στο δωμάτιό του ο γανωματής, δηλαδή το φάντασμα.

Εμ βέβαια! Η χήρα ζούσε από τη σύνταξη του άντρα της, και ήταν μια γυναίκα λουλουδάτη και αφράτη. Αμ ο γανωματής; Ώς εκεί πάνω ένα παλικάρι, και την είχε άδικα τάχα τη λεβεντιά του, και τα μάτια του τα μαργιόλικα, τα σμιχτά φρύδια, τη φωνάρα του εκείνη που διαλαλούσε στην οδό Σόλωνος, ψηλά, στο Κολωνάκι πες, και τον ακούγαμε εμείς στην οδό Κωλέττη;

Σε κανέναν δεν είπα λέξη για φάντασμα και για τέτοια, ούτε καν στον άντρα μου. Μόνο φώναξα τον γανωματή δυνατά την άλλη μέρα, “κάνε μου τη χάρη να κοπιάσεις, έχω το και το…” και το άκουσαν όλοι στο σεράι.

Ήρθε, ήμασταν μονάχοι μας.

– Άκου, του λέω, της νιότης είναι να παίρνει δροσιά και να δίνει δροσιά. Όμως εσύ κάνεις παλαβομάρες. Να τα τακτοποιήσεις αλλιώς. Να βρεις άλλη γειτονιά ή να βρει η κυρά Φανή άλλη γειτονιά, και να πείτε ότι είσαστε ξαδέρφια, εκεί που θα πάτε, και να βλεπόσαστε ελεύθερα. Αμ πώς αλλιώς; Το ξέρεις ότι κάθε πρωί τα παιδιά μας έχουν βρεμένο στρώμα; Ας αφήσουμε δα ότι αργά ή γρήγορα θα φανερωθείς και θα σε κάνουν οι άντρες μας τόπι στο ξύλο και θα χάσεις και την υπόληψή σου.

Κι όλα πήραν τον καλό τους δρόμο, και χάθηκε το φάντασμα από το σπίτι μας.

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό “Νέα Εστία”, τεύχος 1085, 15 Σεπτεμβρίου 1972

_______________________________________________
Πηνελόπη Μαξίμου

Σε ηλικία 97 ετών πέθανε (25/1/2001) η συγγραφέας Πηνελόπη Μαξίμου, η οποία γεννήθηκε το 1904 στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας και ήρθε στην Ελλάδα το 1911. Η Πηνελόπη Μαξίμου παρουσιάστηκε στα γράμματα από τη «Νέα Εστία» με το ψευδώνυμο «ΙΡΣΙΜ», το οποίο χρησιμοποιούσε και όταν χρονογραφούσε στην εφημερίδα «Φως της Θεσσαλονίκης». Από το 1947 έως το 1973, έζησε στην Πράγα και στη Βιέννη, όπου συνεργάστηκε με περιοδικά και το ραδιόφωνο, ενώ δούλεψε σαν ανταποκρίτρια ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ασχολήθηκε με τη μετάφραση (Βερν, Ανατόλ Φρανς κ.ά.) και τη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων, ιδιαίτερα για το Βυζάντιο. Τιμήθηκε με το βραβείο της «Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς» και το βραβείο «Πηνελόπη Δέλτα» του «Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου». Τα 34 λογοτεχνικά της έργα απευθύνονται κυρίως στους νέους.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή