“Κουρασμένη” η γερμανική κυβέρνηση

Δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις εκλογές και η εικόνα της κυβέρνησης έχει φθαρεί. Η πανδημία, το ουκρανικό, η οικονομική ύφεση δοκίμασαν τη συνοχή. Και η AfD καιροφυλακτεί.

by Times Newsroom

Μπορεί να ισχυριστεί κανείς και να της καταλογίσει ό,τι θέλει. Αλλά ένα είναι πέρα πάσης αμφισβήτησης: Καμιά άλλη γερμανική κυβέρνηση δεν είχε τόσο ταραχώδη έναρξη της θητείας της όσο αυτή υπό τον Όλαφ Σολτς. Σήμερα συμπληρώνονται δύο χρόνια από τις εκλογές που οδήγησαν στην πρώτη στη γερμανική ιστορία κυβερνητική συμμαχία ανάμεσα σε τρεις τόσο αταίριαστους εταίρους: τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους. Μετά από ένα “ημίχρονο” νομοθετικής περιόδου μπορεί κανείς να συνοψίσει και να πει ότι αυτό το διάστημα σηματοδοτήθηκε από την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους συνεχείς διαξιφισμούς για τον νόμο περί θέρμανσης και το βασικό επίδομα παιδιών. Αλλά και το δεύτερο “ημίχρονο” δεν αναμένεται λιγότερο εύκολο.

Ενθουσιώδης αρχή, αλλά…

Όλαφ Σολτς και Βολοντίμιρ Ζελένσκι
Μια δύσκολη σχέση, τουλάχιστον στην αρχή Εικόνα: Michael Kappeler/dpa/picture alliance

Στο ξεκίνημα ο στόχος ήταν μια νέα επιτυχημένη εκκίνηση. Όταν ο καγκελάριος Σολτς έκανε τις πρώτες κυβερνητικές δηλώσεις στην ολομέλεια της Βουλής κατά τα μέσα Δεκεμβρίου 2021 η λέξη εκκίνηση εμφανίστηκε 10 φορές. Η λέξη πρόοδος μάλιστα 31 φορές. Τότε η νέα κυβέρνηση του λεγόμενου φωτεινού σηματοδότη ήθελε να εμφανιστεί ως μια μεταρρυθμιστική συμμαχία που θα αντιμετώπιζε τα μεγάλα ζητήματα του μέλλοντος, όπως την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τη φιλική προς το κλίμα αναδιάρθρωση της οικονομίας. Επιπλέον ο αγώνας κατά της πανδημίας βρισκόταν ακόμη στο προσκήνιο εκείνη την εποχή. Και κανείς δεν σκεφτόταν ακόμα πραγματικά τον πόλεμο. Η Ουκρανία δεν έγινε ούτε μία φορά αναφορά στις κυβερνητικές δηλώσεις του Σολτς διάρκειας 86 λεπτών. Ένα ρεκόρ!

Αυτή η φάση ενθουσιασμού διήρκεσε 82 ημέρες. Η ρωσική επίθεση στην Ουκρανία προσγείωσε την νέα κυβέρνηση σε μια νέα πραγματικότητα. Με την ομιλία του στη γερμανική Βουλή στις 27 Φεβρουαρίου 2022 τρεις ημέρες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ο καγκελάριος Σολτς άλλαξε άρδην ρότα στην εξωτερική πολιτική, εσπασε ένα ταμπού με την προμήθεια όπλων σε έναν εν εξελίξει πόλεμο και ανακοίνωσε τον εκ βάθρων επανεξοπλισμό των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων.Η κρίση λειτούργησε “συγκολλητικά” στον συνασπισμό ακόμη και αν υπήρχαν προστριβές,όπως για παράδειγμα σχετικά με τον ρυθμό των παραδόσεων όπλων. Πάνω από όλα όμως η κυβέρνηση κατάφερε να αποτρέψει τις φοβερές ελλείψεις στον ενεργειακό εφοδιασμό και παρά τα ζοφερά σενάρια η χώρα πέρασε τον περασμένο χειμώνα αρκετά καλά.

Γκρίνιες και τριγμοί

Τίνο Χρουπάλα, πρόεδρος του AfD
Τίνο Χρουπάλα, πρόεδρος του AfD Εικόνα: Carsten Koall/dpa

Μέχρι την πρώτη επέτειο από την έναρξη του πολέμου η εικόνα της κυβέρνησης συνασπισμού φαινόταν αρκετά καλή. Μετά την προμήθεια των αρμάτων μάχης Leopard 2 μάλιστα ακόμη και η ουκρανική κυβέρνηση δεν παραπονιόταν πλέον για τους διστακτικούς Γερμανούς. Η γερμανική κυβέρνηση έστρεψε το βλέμμα της προς το εσωτερικό. Ο καγκελάριος έκανε λόγο για μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Ότι τα μεγάλα ζητήματα του μέλλοντος θα έπρεπε επιτέλους να αντιμετωπιστούν με τόλμη. Ωστόσο, ο συνασπισμός δεν κατάφερε να περάσει από την κρίση στη διαχείριση και τον σχεδιασμό για την αντίμετώπισή της. Προκλήθηκαν τριγμοί και στη συνέχεια ρήγματα. Ο νόμος για τη θέρμανση έγινε σύμβολο διαφωνίας, αδιακρισίας και μαζικής απώλειας εμπιστοσύνης στους κατοίκους.

Πώς καταγράφεται ο ενδιάμεσος απολογισμός στις δημοσκοπήσεις; Στο ημίχρονο της θητείας της η κυβέρνηση βρίσκεται κυριολεκτικά στο “υπόγειο”. Το 2021 SPD,  Πράσινοι και FDP συγκέντρωναν μαζί το 52%. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις οκτώ ινστιτούτων συγκεντρώνουν το 37,7% και έχουν απωλέσει την πλειοψηφία. Σύμφωνα με έρευνα της YouGov που έγινε τον Αύγουστο, το 72% των Γερμανών είναι δυσαρεστημένο με το έργο της κυβέρνησης στο πρώτο μισό της θητείας της. Το 68% δεν την εμπιστεύεται για την επίλυση των επειγόντων προβλημάτων.Και μόνο το 18% πιστεύει στην επανεκλογή του συνασπισμού στις κεντρικές εκλογές του 2025, στις οποίες στοχεύει ο Σολτς να επανεκλεγεί.

Κυβέρνηση με “σιγαστήρα”;

Ο υπ. Οικονομίας και Προστασίας του Κλίματος Ρόμπερτ Χάμπεκ
Στην πλάτη του η ενεργειακή κάλυψη της Γερμανίας Εικόνα: Jens Krick/Flashpic/picture alliance

Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν συμβαδίζει με το αποτέλεσμα μιας μεγάλης κλίμακας μελέτης του Ιδρύματος Μπέρτελσμαν σχετικά με την εφαρμογή της κυβερνητικής συμφωνίας. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση του λεγόμενου φωτεινού σηματοδότη έχει κάνει “συνολικά πολύ καλή αρχή”. Από τις 453 δεσμεύσεις που περιγράφονται στη συμφωνία, σχεδόν τα δύο τρίτα (64%) είτε έχουν υλοποιηθεί (38%) είτε βρίσκονται σε φάση υλοποίησης (26%). Σε σύγκριση με την προηγούμενη κυβέρνηση ο συνασπισμός έχει επιτύχει κάπως λιγότερα, αλλά ο απόλυτος αριθμός των κυβερνητικών έργων που έχουν ήδη ξεκινήσει είναι υψηλότερος. Τι συμβαίνει λοιπόν; Είναι καλύτερη η κυβέρνηση από τη φήμη της;

Σε κάθε περίπτωση ο δημόσιος τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των υπουργών φαίνεται να είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της κυβέρνησης. Ο αντικαγκελάριος Ρόμπερτ Χάμπεκ το έθεσε κάποτε με τον εξής τρόπο: “Είμαστε αυτοκαταστροφικοί κι αυτό βέβαια μακροπρόθεσμα δεν αποτελεί μυστικό επιτυχίας”. Εν όψει του δεύτερου ημίχρονου στην κυβέρνηση οι εταίροι στην θερινή τους συνάντηση στον Μέζεμπεργκ κοντά στο Βερολίνο έχουν πλέον θέσει στον εαυτό τους το καθήκον να κυβερνήσουν με „σιγαστήρα”, όπως το αποκάλεσε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Σολτς. Εάν τηρηθεί θα φανεί σε λίγες ημέρες, όταν θα διεξαχθούν τοπικές εκλογές σε δύο από τα πολυπληθέστερα γερμανικά κρατίδια. Στη Βαυαρία και την Έσση, το FDP αγγίζει το όριο του 5%. Τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν επίσης δυσάρεστα για το SPD. Συντριπτική ήττα στη Βαυαρία με πιθανό μονοψήφιο αποτέλεσμα είναι ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα. Αλλά αν και η υπουργός Εσωτερικών Νάνσι Φέζερ από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που κατεβαίνει ως υποψήφια για την τοπική πρωθυπουργία αποτύχει επίσης με μεγάλη διαφορά στην Έσση, το SPD θα μπορούσε να αντιδράσει με νευρικότητα.

Υπερ-εκλογική χρονιά το 2024

Η υπ. Εσωτερικών Νάνσι Φέζερ
Τί θα κάνει η Φέζερ στην Έσση; Εικόνα: dts Nachrichtenagentur/IMAGO

Η Βαυαρία και η Έσση αποτελούν μόνο το προοίμιο μιας σειράς εκλογικών μαχών που θα διαμορφώσουν το δεύτερο μισό μιας έντονης προεκλογικής περιόδου. Γιατί στις 9 Ιουνίου 2024 είναι η ημέρα των λεγόμενων “σούπερ” εκλογών με τις ευρωεκλογές και τις δηματικές εκλογές σε εννέα ομόσπονδα κρατίδια. Ακολουθούν τον Σεπτέμβριο οι τοπικές εκλογές στη Σαξονία, τη Θουριγγία και το Βραδεμβούργο. Και στα τρία κρατίδια το ακροδεξιό εθνολαϊκό AfD προηγείται πλέον κατά πολύ στις δημοσκοπήσεις με ποσοστό άνω του 30%. Η κατακόρυφη αύξηση της δημοτικότητας του κόμματος αυτού κυριαρχεί ήδη σε μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης στο Βερολίνο. Ο καγκελάριος Σολτς δεν κουράζεται να προβλέπει ότι το AfD δεν θα είναι ισχυρότερο στις επόμενες κεντρικές εκλογές από ό,τι ήταν στις προηγούμενες με 10,3%, κάτι που ισοδυναμεί με μείωση των σημερινών δημοσκοπικών ευρημάτων στο ήμισυ. Αλλά ακόμη και οι πλέον αισιόδοξοι στο ίδιο του το κόμμα δύσκολα τολμούν να το πιστέψουν.

Σε κάθε περίπτωση τα ζητήματα που θα καθορίσουν την ατζέντα του δεύτερου μισού της νομοθετικής περιόδου είναι πιθανότατα η υπέρβαση της οικονομικής ύφεσης, η απαλλαγή της χώρας από την υπερβολική γραφειοκρατία αλλά και η αντιμετώπιση του αυξανόμενου αριθμού των μεταναστών. Το τι θα επιτευχθεί σε αυτούς τους τομείς θα καθορίσει πιθανότατα και την τύχη της τρικομματικής κυβέρνησης συνασπισμού. Σε κάθε περίπτωση η προεκλογική εκστρατεία για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 έχει ξεκινήσει προ πολλού.

Μίχαελ Φίσερ, dpa

Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου

ΠΗΓΗ: Deutsche Welle

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή