Σοφράς, το τραπέζι της φτωχολογιάς!!!

Οι παλιοί σοφράδες, αν είχαν φωνή, θα είχαν να μας διηγηθούν πολλά, πόσα τραπέζια με πλούσια και φτωχά φαγητά, με γλέντια, με ατελείωτες νυχτερινές συζητήσεις, με κουτσομπολιά, με κλάματα, με μοιρολόγια, με κλείσιμο συμπεθεριών, με αρραβώνες και ένα σωρό άλλες εκδηλώσεις, φιλοξένησαν στην «πλάτη» τους.

by Times Newsroom

Ο σοφράς ή όπως αλλιώς λέγεται ανά περιοχή, ήταν ένα στρογγυλό τραπέζι φαγητού με πολύ χαμηλά πόδια, μέχρι ένα χειροπήχη δηλαδή 40 εκ. περίπου ύψος. Ήταν ένα επίσημο οικιακό έπιπλο, καθημερινής χρήσης τοποθετημένο στην κουζίνα του σπιτιού. Οι σοφράδες ήσαν ξύλινοι, φτιαγμένοι από σανίδες και καρφιά και στρογγυλοί, αργότερα εντοπίζουμε και τετράγωνους και παραλληλόγραμμους. Παλιά οι νοικοκυρές όταν τα παιδιά τους δεν τις άκουγαν τους έλεγαν: Θα σε τσακώσω το γιόμα ή το βράδυ στην ρόδα (σοφρά) ή στον ντορβά.Ήταν ένα σκεύος που δεν έλειπε από κανένα σπίτι του χωριού. Ο σοφράς όσο παράξενο κι αν μας φαίνεται ήταν ένα πολυεργαλείο της φτωχολογιάς. Δεν τον χρησιμοποιούσαν μόνο για τραπέζι φαγητού, αλλά έκαναν κι άλλες δουλειές, όπως έπλαθαν τα φύλλα για τις πίτες, ζύμωναν τα πρόσφορα (λειτουργιές τις λέγαμε τότε) για την εκκλησιά, έφτιαχναν τα κουλούρια, άπλωναν τα σύκα για να αποξηρανθούν. Ακόμη τον χρησιμοποιούσαν οι καπνιστές να κόβουν τα φύλλα του καπνού. Επίσης ο σοφράς ήταν ένα εργαλείο για παιδικά παιχνίδια.

Σε κάποιο σπίτι είδα με τον σοφρά γυρισμένο ανάποδα μια νοικοκυρά να έχει σκεπάσει ένα καζάνι. Σε κάποια λαογραφική καταγραφή μια γιαγιά μου ανέφερε ότι η πεθερά της τον σοφρά σαν φτωχή νοικοκυρά μετά το φαγητό τον γυρνούσε ανάποδα και έστρωνε ρούχα για να κοιμάται το μωρό της. Τον σοφρά τον χρησιμοποίησαν ακόμη και για ντριβάλα, να τρίβουν το αλάτι, το πιπέρι, να σπάζουν το σιτάρι κ.ά. Αν δε χωρούσε, ή εμπόδιζε την νοικοκυρά, τότε το κρεμούσαν συνήθως σε κάποιο σημείο στον τοίχο του σπιτιού.

Οι Τούρκοι έτρωγαν κάτω χωρίς κανένα τραπέζι οποιουδήποτε μεγέθους. Οι νοικοκυρές τους, έστρωναν καταγής επάνω στα χαλιά ένα ειδικό ρούχο σαν τραπεζομάντηλο και επάνω σ’ αυτό τοποθετούσαν τ’ αγγεία με τα φαγητά, και οτιδήποτε άλλο χρειάζονταν και μετά κάθονταν κυκλικά ανακούρκουδα (σταυροπόδι) επάνω σε μαξιλάρια και έτρωγαν.

Οι φτωχοί Έλληνες, λίγο πιο εξελιγμένοι, χρησιμοποιούσαν τον σοφρά, ως ένα τραπέζι με πολύ μικρά πόδια. Επίσης και αυτοί αρχικά κάθονταν κυκλικά γύρω από τον σοφρά σε μαξιλάρια. Σταδιακά αντικατάστησαν τα μαξιλάρια με μικρά σκαμνάκια ή αν δεν υπήρχαν αυτά τα παιδιά τρώγαμε καθήμενα στα γόνατα. Γονατιστός σαν παιδί νομίζω ότι έχω απολαύσει το καλύτερο φαγητό.

Στην νεολαία σήμερα αυτό θα φαίνεται σαν αστείο, εμείς πάρα πολλές φάγαμε γονατιστοί. Αν και οι πολυτέλειες (όπως έχουν σήμερα) δεν υπήρχαν, το σημαντικότερο όμως πράγμα ήταν ότι υπήρχε και λειτουργούσε άψογα η «οικογένεια» με όλη τη σημασία της λέξης, κάτι που σήμερα μας λείπει και όπου υπάρχει ακόμη κινδυνεύει να αφανιστεί.

Παλιά η οικογένεια είχε τις δικές της αρχές. Την ώρα του φαγητού έπρεπε γύρω από τον «σοφρά» για φαγητό, να παρευρίσκεται ολόκληρη η οικογένεια (παππούς, γιαγιά, οι γονείς και τέλος τα παιδιά).

Το κάθισμα ανακούρκουδα, σε μαξιλάρια ή σε σκαμνάκι ή και γονατιστά τα παιδιά, γύρω από το σοφρά ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε κάποιος να φάει υπερβολικά, διότι πιεζόταν ολόκληρη η κοιλιακή του χώρα. Επομένως ο σοφράς προστάτευε τον άνθρωπο από να είναι υπέρβαρος και δυσκολοκίνητος. Ένας παχύς δεν θα μπορούσε ποτέ να καθίσει στον σοφρά άνετα, αλλά ούτε και να φάει υπερβολικά, επομένως ο σοφράς έλεγχε με τον τρόπο του το βάρος του ανθρώπου.

Στον σοφρά σερβίριζαν ότι είχαν στην φτωχολογιά τους, ο μεγαλύτερος έκανε την προσευχή και τον σταυρό τους και πρώτος άρχιζε να τρώγει ο πρεσβύτερος της οικογενείας. Ακόμη ο αρχηγός της οικογενείας σε ημέρες καθημερινότητας όριζε κάποιο παιδί να κάνει την προσευχή για να μαθαίνει. Στα εδέσματα δεν άπλωνε κανενός το χέρι στα εδέσματα, αν δεν ξεκινούσε πρώτος ο αρχηγός της οικογενείας. Να που ο σοφράς ήταν ένα μεγάλο σχολείο οικογενειακής και αξιοκρατικής συμπεριφοράς ως προς το φαγητό αν δεν ξεκινούσε αυτός.

Από το σοφρά δεν σηκωνόταν κάποιος για οτιδήποτε εκτός από την νοικοκυρά, που θα χρειαζόταν κάποιο συμπλήρωμα κατά το φαγητό ή κάποια κοπέλα που βοηθούσε την νοικοκυρά στο σερβίρισμα. Όταν τέλειωνε το φαγητό ο πρεσβύτερος ή κατά την διάτα του, κάποιος άλλος έπρεπε να κάνει τον σταυρό και να ευχαριστήσει την Παναγία ή τον Χριστό ή και κάποιον Άγιο, για το φαγητό και εύχονταν καλή συνέχεια και υγεία. Τότε όποιος ήθελε μπορούσε να σηκωθεί από τον σοφρά. Όχι όπως σήμερα που τρώει ο καθένας ξεχωριστά και όποτε θέλει.

Απέναντι από την θέση του πρεσβύτερου πάντοτε υπήρχε τοποθετημένη στον τοίχο η εικόνα του Χριστού ή του Μυστικού Δείπνου, για να προσεύχονται εμπρός σ’ αυτήν πάντα πριν το φαγητό. Εάν στο σπίτι είχαν μουσαφίρη (ξένο) και δεν χωρούσε ο σοφράς, τότε για να φάνε τα παιδιά, η νοικοκυρά έστρωνε πιο δίπλα ή σε κάποιο δωμάτιο.

Στο τραπεζομάντηλο του σοφρά μετά το μάζεμα, αν είχαν μείνει ψίχουλα από το ψωμί, τότε τα μάζευαν σε μια χούφτα και τα έτρωγε ο πρεσβύτερος. Το είχαν σε κακό η νοικοκυρά να τινάξει το τραπεζομάντηλο και να πετάξει τα ψίχουλα από τα απομεινάδια του ψωμιού.

Το τραπεζομάντηλο δεν το έπλεναν ποτέ Παρασκευή, Κυριακή ή κάποια άλλη επίσημη ημέρα.

«Μετά σαν ψηλώσαμε απότομα και από χαμηλά ανεβήκαμε ψηλά». Το ανέβασμα από τον σοφρά στο τραπέζι, και τη σύναξη της οικογένειας μας το αποτύπωνε μια φωτογραφία της οικογένειας στο Αναγνωστικό της Α΄ Δημοτικού του 1960, όπου όλη η οικογένεια ήσαν καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι (ο πατέρας στην κορυφή του) αναμένουν τη μητέρα να φέρει και τα υπόλοιπα φαγητά. Κοντά και η γιαγιά, ο παππούς και γύρω – γύρω τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

Η σύναξη ολόκληρης της οικογένειας γύρω από το σοφρά την ώρα του φαγητού, νομίζω ότι μόνη ιερή στιγμή που η οικογένεια βρισκόταν όλη μαζί μετά από την διασκόρπισή της στις διάφορες δουλειές και εκεί ήταν η ευκαιρία να φάνε να συζητήσουν όλοι μαζί και να λάβουν αποφάσεις. Σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή η οικογένεια δεν μπορούσε να συναχθεί, να ηρεμήσει και να συζητήσει.

Στη συνέχεια περάσαμε σε μια ακόμα αλλαγή και σε μια χειρότερη εμπειρία. Η τελετουργία του μεσημεριανού ή του δείπνου γύρω από το οικογενειακό τραπέζι χάθηκε. «Από το τραπέζι περάσαμε στον καναπέ και στο χέρι», στην ταβέρνα στο φαστφουντάδικο και τέλος στο ντελίβερι.

Η βασική αιτία είναι τα παράξενα ωράρια των μελών της σύγχρονης οικογένειας: Η εργασία του πατέρα, της μητέρας, η δεύτερη τυχόν εργασία τους, η παραμονή των παιδιών στο σχολείο ή στο φροντιστήριο (στην παγκόσμια αυτήν πρωτοτυπία που κατακτήσαμε), συνιστούν αιτίες «διάσπασης» του κοινού χρόνου που είχαμε για να απολαύσουμε και να χαρούμε σαν οικογένεια, το φαγητό μας.

Πάντως σήμερα, η «ανασύσταση της σύναξης του τραπεζιού» στον οικιακό χώρο, γύρω από το οποίο λειτουργούσε κάποτε η οικογένεια, είναι θαρρώ το ζητούμενο. Γι’ αυτό νιώθω τόσο τυχερός και όχι μόνο εγώ, αλλά και όλες και όλοι που πρόλαβαν, έζησαν και χάρηκαν όλες αυτές τις φτωχές και λαϊκές ανθρώπινες στιγμές και εμπειρίες, διότι μέσα από αυτές, αποκτήσαμε και έχουμε βάλει στο είναι μας και στο κεφάλαιό μας, όλες αυτές τις ωραίες παιδικές αναμνήσεις.

Παροιμίες για τον σοφρά:

  • Γύρω από τον σοφρά ούτε άχνα ούτε μιλιά!
  • Κατά τον σοφρά και το φαΐ.
  • Όσο μικρός κι αν είναι ο σοφράς τόσο περισσότερους έχει ταΐσει!
  • Στου φτωχού τον σοφρά θα φας μια μπουκιά, ενώ στου πλούσιου το παλάτι, ούτε νερό ούτε αλάτι!
  • Χρυσά τραπέζια φκιάνουνται, χρυσοί σοφράδες δεν γίνονται.
  • Σπίτι δίχωτις σοφρά, γάλαρι δίχωτις καρδάρι!

Οι παλιοί σοφράδες, αν είχαν φωνή, θα είχαν να μας διηγηθούν πολλά, πόσα τραπέζια με πλούσια και φτωχά φαγητά, με γλέντια, με ατελείωτες νυχτερινές συζητήσεις, με κουτσομπολιά, με κλάματα, με μοιρολόγια, με κλείσιμο συμπεθεριών, με αρραβώνες και ένα σωρό άλλες εκδηλώσεις, φιλοξένησαν στην «πλάτη» τους.

Σήμερα οι σοφράδες είναι άγνωστοι στην νεολαία, όσοι έχουν διασωθεί καλύπτουν μια θέση στα λαογραφικά μουσεία, ή στις ιδιωτικές συλλογές λαογραφικών εργαλείων.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή