- Γράφει ο Βαγγέλης Βουτσινάκης
…Μια ανάσα απ’ την πλατεία Ομονοίας, στεγάζονται οι Υπηρεσίες τής Διεύθυνσης Δόμησης του Δήμου Αθηναίων. Βρέθηκα εκεί για μια υπόθεση του γιού μου και δεν έβλεπα την ώρα να το βάλω στα πόδια τρέχοντας.
Δεν έφταιγαν οι Υπηρεσίες γι’ αυτό -που ενδεχομένως θα μπορούσε, λαμβάνοντας υπόψη συνθήκες και διαδικασίες-, αλλά ο χώρος ολόγυρα, ο δρόμος μεταξύ Αγίου Κωνσταντίνου και Πειραιώς, τα κλειστά μαγαζιά με τα γκράφιτι στα κλειστά ρολά τους, η ασχήμια όπου κι αν έπεφτε η ματιά μου.
«Οέ ο», θα μπορούσε να μου φωνάξει κάποιος από ‘κει γύρω, «…Καλωσόρισες στην Αθήνα», αλλά σίγουρα αυτό θα τό ’κανε ακόμα χειρότερο, πιο απόκοσμο και τραγικό· θα ‘ταν σαν να γύριζε ένα αόρατο μαχαίρι στα σωθηκά μου, στα βάθη της ψυχής μου.
Ούτε οι λουκουμάδες Χανίων «Θ. Κτιστάκης», που με την ευκαιρία από την παραμονή σχεδίαζα και λαχταρούσα πώς και πώς ν’ απολαύσω τη μοναδική γεύση τους, μπόρεσαν να γλυκάνουν το βλέμμα μου, όσο κι αν φιλότιμα και παραδοσιακά πλημμύριζαν με μέλι το στόμα μου.
Χώροι οικείοι μιας ζωής στο κέντρο λόγω της δουλειάς μου, δεν μπορώ να πιστέψω πώς είναι δυνατόν να έχουν καταντήσει έτσι. Δρόμοι πάνω στους οποίους κυλούσε κι έτρεχε η καθημερινότητα της Αθήνα του ’60 και του ’70, αλλά και του ’80 ή του ’90 ακόμα, να βρομίζουν ξεδιάντροπα την Ιστορία τής πόλης, τη ζωή μας κι εμείς να εξακολουθούμε να κυκλοφορούμε δίπλα τους να προσπερνάμε και να κάνουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα. Είναι πιο «πρωτεύουσα» η Ερμού απ’ τη Σωκράτους; Πιο «πλατεία» το Σύνταγμα απ’ την Ομόνοια;
Πού είναι η έννοια μας και το ενδιαφέρον μας όταν αναφερόμαστε στην «ανάπτυξη» και στο «αύριο»; Πού είναι το φιλότιμο κι ο εγωισμός μας όταν διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας για «το καλό της πατρίδας» και σκιζόμαστε μεταξύ μας για «το καλό του τόπου»;
Μπούρδες, λόγια του αέρα και πυροτεχνήματα για τους αφελείς και τους ανόητους. Τσακωνόμαστε για μεγάλους περιπάτους και λεωφόρους ‘Ολγας, περιφρονώντας προκλητικά τις Σωκράτους και τις Πλατείες Βάθη· αφήνοντάς τες -γιατί άραγε;- ν’ αργοσβήνουν πίσω από απλωμένες μπουγάδες σ’ ετοιμόρροπα μπαλκόνια και κάτω από ξεσκισμένες αφίσες και κακόγουστα γκράφιτι.
Αδιαφορία, μόνο αυτή η λέξη έρχεται τούτη την ώρα στο μυαλό μου, αφήνω στην άκρη συμφέροντα, ανικανότητα και σκοπιμότητες, μόνο αδιαφορία. Αδιαφορία από ‘μας τους πολλούς για την τύχη της Αθήνας, της πόλης που την παρατήσαμε μόλις ζεστάθηκε η τσέπη μας, σκορπίσαμε στα βόρεια και τα νότια κι ούτε γυρίσαμε να κοιτάξουμε. Αχαρνών, Σεπόλια, Εξάρχεια, Κυψέλη, ‘Αγιος Λουκάς εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους και μαζί τους κι οι πολυκατοικίες και τα σπίτια που «τάισαν» τις μεταπολεμικές γενιές, αλλά και τη δική μας.
Η αδιαφορία μας αυτή στεγάζεται στη «Σωκράτους 57», δίπλα σχεδόν στον «Μπακάκο», ίσως στο καταλληλότερο σημείο αυτής της πόλης που ονομάζουμε «πρωτεύουσα». Εκεί στο ισόγειο, στοιβαγμένη πάνω σε «γονατισμένα» απ’ τους άπειρους φακέλους ντέξιον τής Υπηρεσίας Δόμησης, κείται η ιστορία όλων αυτών των περιοχών, η «τυπική» ιστορία των κτιρίων.
Αδιάψευστος μάρτυρας, αλλά και θεματοφύλακας της «Ωραίας Κοιμωμένης», που ενδεχομένως κάποιοι κάποτε θα την ανακαλύψουν πίσω απ’ την ασχήμια και την εγκατάλειψη και με το ενδιαφέρον και την αγάπη τους θα της χαρίσουν πάλι τη λάμψη και την αίγλη που ταιριάζει στο όνομα και την Ιστορία της.
