1 Μαΐου γιορτάζουν…

Μνήμη του αγίου Ιερεμίου, του Προφήτου, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Βατά του Πέρσου, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Φιλοσόφου, εν Αλεξανδρεία ασκήσαντος, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Σάββα, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Ακακίου, Μνήμη της οσίας μητρός Ισιδώρας, της δια Χριστόν σαλής, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Μιχαήλ, του Θαυματουργού...

by Times Newsroom
  • Μεγάλη Τετάρτη – Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω
  • Προφήτης Ιερεμίας
  • Άγιοι Ακάκιος ο Οσιομάρτυρας από το Νεοχώρι Θεσσαλονίκης, Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος και Ιγνάτιος ο νέος Οσιομάρτυρας
  • Άγιος Βατάς ο Πέρσης ο Ιερομάρτυρας
  • Άγιος Φιλόσοφος
  • Οσία Ισιδώρα η δια Χριστόν Σαλή
  • Άγιος Σάββας
  • Αγία Μαρία η Μεθυμοπούλα
  • Ανάμνηση των εγκαινίων της Νέας Εκκλησίας
  • Μνήμη του φοβερού σεισμού στη μονή Σινά
  • Άγιος Αφρικανός Επίσκοπος Λουγδούνου
  • Άγιος Μαύρος ο Ιερομάρτυρας και «οι συν αυτώ»
  • Όσιος Μιχαήλ ο Θαυματουργός
  • Άγιος Πανάρετος Αρχιεπίσκοπος Πάφου
  • Όσιος Νικηφόρος ο Χίος
  • Όσιος Παφνούτιος ο Θαυματουργός
  • Όσιος Γεράσιμος Ηγούμενος Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος εν Μπολτίνσκ
  • Άγιος Ασάφιος Επίσκοπος Ουαλίας
  • Όσιος Συμεών ο Πεντάγλωσσος ο Σιναΐτης
  • Άγιος Αγαπητός Επίσκοπος Ωξέρρης
  • Αγία Ταμάρα η βασίλισσα
  • Άγιος Ακάκιος ο Ιερομάρτυρας
  • Άγιος Άκελος ο Μάρτυρας
  • Όσιος Νικήτας εκ Ρωσίας
  • Άγιος Μακάριος ο Ιερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου
  • Άγιος Ζωσιμάς εκ Γεωργίας
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Τσαρεβοκοκσάισκ Ρωσίας

**********************************************************************************************************************

  • Μεγάλη Τετάρτη – Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω

Κατά την Μεγάλη Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση του γεγονότος της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.

Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι’ αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ’ όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ’ το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.

Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.

Ερμηνευτική απόδοση Ανδρέα Θεοδώρου
Να, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στὸ μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ποὺ θὰ τὸν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νὰ τὸν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τὸν βρεῖ ράθυμο καὶ ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νὰ μὴ βυθιστεῖς στὸν πνευματικὸ ὕπνο, γιὰ νὰ μὴν παραδοθεῖς στὸ θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καὶ νὰ μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσὺ ὁ Θεὸς· σῶσε μας διὰ τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων ἀσωμάτων δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων).

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα, ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθῳ ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχῃς, τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

Ερμηνευτική απόδοση Ανδρέα Θεοδώρου
Ἀγαθὲ Κύριε, ἂν καὶ ἁμάρτησα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχὴ δακρύων μετανοίας· ἀλλὰ πέφτω στὰ πόδια σου, σιωπηλὰ δεόμενος καὶ ἀσπαζόμενος τὰ ὁλοκάθαρα πόδια σου, νὰ μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτῆρα μου: Λύτρωσέ με ἀπὸ τὸν ἠθικὸ βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καὶ σῶσε με.

Ὁ Οἶκος
Ἡ πρῴην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν περ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ’ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σὺν δάκρυσι, κατακενοῦσά σου ποσὶ Φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν, λυτροῦται τῇ κελεύσει σου, πνέων δὲ τὴν χάριν σου, μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε. Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου.

Ερμηνευτική απόδοση Ανδρέα Θεοδώρου
Μιὰ πόρνη γυναίκα σὲ πλησίασε, φιλάνθρωπε Κύριε, καὶ ἄδειασε στὰ πόδια σου ἀρώματα ἀνακατεμένα μὲ δάκρυα. Καὶ τὴ στιγμὴ ἐκείνη λυτρώθηκε μὲ τὸ πρόσταγμά σου ἀπὸ τὴ δυσωδία τῶν ἁμαρτημάτων της. Ἀντίθετα ὁ Ἰούδας, ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἂν καὶ ἀνέπνεε τὴν εὐωδία της χάριτός σου, ἀπέβαλε αὐτὴ καὶ ἀναμίχτηκε μὲ τὴν ἀναθυμίαση τοῦ βορβόρου τῆς ἁμαρτίας, πουλώντας σε ἀπὸ φιλαργυρία. Δόξα, Χριστέ, στὴν εὐσπλαχνία σου!

Έτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἰούδας ὁ δόλιος, φιλαργυρίας ἐρῶν, προδοῦναί σε Κύριε, τὸν θησαυρὸν τῆς ζωῆς, δολίως ἐμελέτησεν. Ὅθεν καὶ παροινήσας, τρέχει πρὸς Ἰουδαίους, λέγει τοῖς παρανόμοις. Τί μοι θέλετε δοῦναι, κᾀγὼ παραδώσω ὑμῖν, εἰς τὸ σταυρῶσαι αὐτόν;

Έτερον Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἡ Πόρνη ἐν κλαυθμῷ, ἀνεβόα οἰκτίρμον, ἐκμάσσουσα θερμῶς, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς, καὶ ἐκ βάθους στενάζουσα. Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ Θεέ μου, ἀλλὰ δέξαι με, μετανοοῦσαν, καὶ σῶσον, ὡς μόνος φιλάνθρωπος.

  • Προφήτης Ιερεμίας. 

Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ. Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 – 25 ετών, περί το 627 – 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.

Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.

Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».

Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.

Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 – 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ. Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι». Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται. Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του. Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.

Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 – 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».

Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 – 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».

Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ. Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.
Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του. Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι’ αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό. Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.

Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται. Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.

Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ. Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».

Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων. Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.

Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού. Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους. Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία. Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ γαστρὸς ἠγιάσθης τὴ προγνώσει τοῦ Κτίσαντος, καὶ προφητικῆς ἐπληρώθης ἐκ σπαργάνων συνέσεως, ἐθρήνησας τὴν πτῶσιν Ἰσραήλ, σοφὲ Ἱερεμία ἐν στοργῇ, διὰ τοῦτο ὡς Προφήτην καὶ Ἀθλητήν, τιμῶμεν σὲ κραυγάζοντες, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ, ἠμὶν τὰ κρείττονα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ προφήτου σου Ἰερεμίου τὴν μνήμην, Κύριε, ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σὲ δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
  • Άγιοι Ακάκιος ο Οσιομάρτυρας από το Νεοχώρι Θεσσαλονίκης, Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος και Ιγνάτιος ο νέος Οσιομάρτυρας. 
Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Ακάκιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, καταγόταν από το Νεοχώρι, σημερινό Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης και γεννήθηκε το 1792 μ.Χ. Οι γονείς του είχαν αναγκασθεί για βιοποριστικούς λόγους να μετακομίσουν το 1805 μ.Χ. στις Σέρρες, όπου παρέδωσαν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό, για να του διδάξει την τέχνη του. Όμως η σκληρή συμπεριφορά του και η κακομεταχείριση, εξώθησαν τον Αθανάσιο σε άρνηση της πίστης του, για να απαλλαγεί από τα βάσανα. Στην πράξη του αυτή τον προέτρεψαν και δύο Οθωμανές, οι οποίες παρακολουθούσαν την απάνθρωπη συμπεριφορά του αφεντικού του και υποσχόμενες μια καλύτερη ζωή στον μικρό Αθανάσιο, τον έπεισαν την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής να αλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ο Αθανάσιος δέχθηκε την πονηρή επίθεση της μητριάς του, η οποία, καθώς έβλεπε τον Αθανάσιο να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, τον ερωτεύθηκε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη ερωτεύθηκε τον Ιωσήφ η γυναίκα του Πετεφρή. Επειδή όμως αυτός δεν υποχώρησε και δεν υπέκυψε στο πάθος της μητριάς του, συκοφαντήθηκε από αυτήν στον θετό πατέρα του, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από αυτόν. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία κατέφυγε στην Θεσσαλονίκη κοντά στους γονείς του, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν την αρνησιθρησκεία του.
Στην συνέχεια, ακολουθώντας τις συμβουλές των γονέων του, μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου, αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, κατέληξε τελικά στην Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στην συνοδεία του Γέροντα Νικηφόρου, ο οποίος τον παρέδωσε ως υποτακτικό στον Γέροντα Ακάκιο, για να τον προετοιμάσει για το μαρτύριο, όπως είχε κάνει και προηγουμένως με τους Οσιομάρτυρες Ευθύμιο και Ιγνάτιο.Μετά από ένα διάστημα συνεχούς ασκήσεως και αδιάλειπτης προσευχής, ο Αθανάσιος, ο οποίος εκάρη μοναχός και μετονομάσθηκε Ακάκιος, έχοντας τις ευλογίες των λοιπών γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος από τον μοναχό Γρηγόριο, ο οποίος είχε συνοδεύσει νωρίτερα και τους δύο παραπάνω Οσιομάρτυρες, για την Κωνσταντινούπολη στις 10 Απριλίου. Ο Άγιος βάδιζε με χαρά προς το μαρτύριο. Λίγο πριν την αναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Αγίου, έγραψε την ακόλουθη επιστολή προς τον γέροντα και τους αδελφούς μοναχούς:«Πανοσιώτατε μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.Τὸ παρόν μου ταπεινὸ γράμμα δὲν εἰν’ εἰς ἄλλο τί εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατεβώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τὴ 24η τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰ ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου Βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴν μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσα καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι’ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾶς ἀντιβραβεύση ἐν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμού. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸν μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον βασιλέα μου.Ἀκόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾶς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα Ὀνούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, Ἀκάκιον, Ἰάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπὰ Ἀγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπὰ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδία του. Ἀσπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ καὶ τὴν συνοδίαν του. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 Ἀπριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀμήν».Ο πλοίαρχος, άνθρωπος ευλαβής, όταν έμαθε τον σκοπό του ταξιδιού του Ακακίου, υποσχέθηκε στον Γρηγόριο να μεριμνήσει για την εξαγορά του λειψάνου του μετά το μαρτυρικό του τέλος και να το επανακομίσει ο ίδιος στο Άγιον Όρος. Ύστερα από δεκατρείς ημέρες έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενήθηκαν από κάποιον παντοπώλη, γνώριμο του Γρηγορίου. Το Σάββατο 29 Απριλίου, ο Άγιος Ακάκιος, αφού προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα Άχραντα Μυστήρια, ενδύθηκε με ρούχα τουρκικά και με την καθοδήγηση του αδελφού του καπετάνιου έφθασε στο κριτήριο, όπου ομολόγησε ενώπιον όλων των παρισταμένων την επάνοδό του στην πατρώα πίστη. Εξαιτίας αυτής του της ομολογίας κλείσθηκε φυλακή. Καθ’ όλη την διάρκεια της φυλακίσεώς του προσπάθησαν επανειλημμένα είτε με κολακείες και υποσχέσεις, είτε με βασανιστήρια και εκφοβισμούς να τον μεταπείσουν. Όλα αυτά όμως δεν κατάφεραν να τον κλονίσουν. Ιδιαίτερα μάλιστα ενισχύθηκε και προετοιμάσθηκε για να αντιμετωπίσει το μαρτύριο, όταν έλαβε τη Θεία Κοινωνία που του μετέφερε κρυφά στην φυλακή ο αδελφός του καπετάνιου με την ευλογία του μοναχού Γρηγορίου από το ναό της Παναγίας της Καταφιανής. Οι Τούρκοι προύχοντες, βλέποντας το σταθερό φρόνημα του Ακακίου, κατάλαβαν πως μάταια κοπιάζουν, γι’ αυτό και αποφάσισαν την θανάτωσή του.

Έτσι,«εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ο Άγιος Νεομάρτυρας Ακάκιος παρέδωσε το πνεύμα του διά του ξίφους το 1816 μ.Χ. Την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια, ο μοναχός Γρηγόριος εξαγόρασε το λείψανο του Μάρτυρος με χρήματα που συγκέντρωσε από τους παντοπώλες του Γαλατά και το μετέφερε στη νήσο Πρίγκηπο, όπου επιβιβάστηκαν στο πλοίο με το οποίο είχαν έλθει στην Κωνσταντινούπολη, με προορισμό το Άγιον Όρος. Στις 9 Μαΐου αποβιβάσθηκαν στο λιμενίσκο της μονής Ιβήρων και από εκεί μετέφεραν το τίμιο λείψανο στην Καλύβη του Αγίου Νικολάου, όπου το ενταφίασαν στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, σύμφωνα με την επιθυμία του Οσιομάρτυρα. Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Καισαρείας Μελέτιος. Ακολουθία κοινή με τους συνασκητές του Αγίου, δηλαδή τον Ευθύμιο από τη Δημητσάνα και τον Ιγνάτιο από την παλαιά Ζαγορά, που μαρτύρησαν στην Κωνσταντινούπολη το 1814 μ.Χ., συνέγραψε ο Ιβηρίτης Ονούφριος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1862 μ.Χ. Η μνήμη των τριών αυτών Νεομαρτύρων τελείται στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου την 1η Μαΐου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Λυχνία τρίφωτος, κόσμω ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες, Χριστοῦ τρισάριθμοι, τὴν Ἐκκλησίαν τοὶς αὐγαὶς πυρσεύοντες τῶν ἀγώνων, ἔνδοξε Εὐθύμιε, ἀφθαρσίας τὸ στέλεχος, ἱερὲ Ἰγνάτιε, ἐγκράτειας τὸ ἔσοπτρον, καὶ ρόδον ἀκακίας Ἀκάκιε, ὅθεν ὑμᾶς ὑμνολογοῦμεν.
  • Άγιος Βατάς ο Πέρσης ο Ιερομάρτυρας. 
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βατάς καταγόταν από την Περσία και γεννήθηκε από γονείς Χριστιανούς κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. Σε ηλικία τριάντα ετών, αφού άφησε τους γονείς, τα τέκνα και την γυναίκα του, απήλθε σε μοναστήρι και έγινε μοναχός ποθώντας τη ζωή των Μαρτύρων. Έτσι, όταν έγινε ο διωγμός κατά των Χριστιανών στην Περσία, οι μεν άλλοι συμμοναστές του έφυγαν εγκαταλείποντας το μοναστήρι, αυτός δε, αφού έμεινε, συνελήφθη από τους Πέρσες και παραδόθηκε στον άρχοντα Νισίβεως Ιασδήχ, αδελφό του Βαρζαβανά, ο οποίος τον διέταξε να προσκυνήσει τον ήλιο. Ο Άγιος αρνήθηκε και ομολόγησε με πνευματική ανδρεία το Όνομα του Κυρίου. Τότε υπέστη φοβερό μαρτύριο. Του έδεσαν τα χέρια και τα τέντωσαν τόσο πολύ, ώστε εξαρθρώθηκαν οι ώμοι του. Στην συνέχεια τον έδεσαν και τον έσυραν, τον κατέκοψαν με μάχαιρα και τέλος απέκοψαν την τίμια κεφαλή του.
  • Άγιος Φιλόσοφος. 

Ο Άγιος Μάρτυς Φιλόσοφος έζησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Τα σχετικά με τον βίο του αφηγήθηκε ο Μέγας Αντώνιος. Ο Άγιος ήταν κήρυκας της αληθείας του Χριστού, την οποία διέδιδε με πολλή ευγλωττία και θερμότητα, υποστηρίζοντας και αναπτύσσοντας αυτήν πειστικά και ακαταμάχητα ενώπιον ειδωλολατρών και Ιουδαίων. Και ακολουθώντας τα διδάγματα του Ευαγγελίου, ζούσε με τρόπο σεμνό και άμεμπτο, εντελώς ξένο προς τα πάθη, με νεκρή τη σάρκα του.

Οι εχθροί του Σταυρού, επειδή δεν μπορούσαν να τον νικήσουν διά λόγου, πολλές φορές αποπειράθηκαν να τον παγιδεύσουν με δολερά δίχτυα. Του πρόσφεραν πολλά χρήματα, αλλά αυτός τα περιφρόνησε. Του υποσχέθηκαν αξιώματα, αλλά αυτός επέδειξε το Ευαγγέλιο. Τον κάλεσαν σε πολυτελή συμπόσια, αλλά ο Φιλόσοφος ή δεν προσήλθε ή περιορίστηκε στο μέτρο της εγκράτειας. Τότε ο άρχοντας της Αλεξάνδρειας και οι εχθροί του, θέλοντας να καταισχύνουν και να σπιλώσουν τον σώφρονα βίο του Μάρτυρα, μηχανεύθηκαν το εξής: τον συνέλαβαν και αντί άλλης τιμωρίας τον έδεσαν πάνω σε ένα κρεβάτι. Στη συνέχεια έστειλαν προς αυτόν γυναίκα ελαφρών ηθών, η οποία με κάθε τρόπο τον δελέαζε και τον παρακινούσε προς μείξη ακόλαστη. Ο Μάρτυρας, μη δυνάμενος να κινηθεί, έκλεισε τα μάτια του και αψηφώντας τη δριμύτητα του πόνου δάγκωσε την γλώσσα του μέχρις αίματος και αποκοπής της. Το αίμα που έτρεξε κατέβρεξε τη μορφή και τα ενδύματα της πόρνης, η οποία παρέλυσε και ταράχθηκε από τον φόβο. Οι εχθροί του Μάρτυρα Φιλοσόφου εξεπλάγησαν, αλλά δεν μετανόησαν. Αφού απέτυχαν να τον παρασύρουν στην ακολασία, αποφάσισαν να τον φονεύσουν. Έτσι τον αποκεφάλισαν και ο Μάρτυρας έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της δόξας.

  • Οσία Ισιδώρα η δια Χριστόν Σαλή. 
Αναφέρεται στα Γεροντικά ότι ο Όσιος Πιτυρούν (τιμάται 29 Νοεμβρίου) πληροφορήθηκε από τον Κύριο για την αρετή της Οσίας Ισιδώρας και αφού επισκέφθηκε τη μονή αυτής ζήτησε να συγκεντρωθούν όλες οι μοναχές. Όταν ήλθαν αυτές, ο Όσιος Πιτυρούν δεν διέκρινε σε καμία φωτοστέφανο, όπως είχε από τον Θεό επιβεβαιωθεί ότι θα έχει η Οσία Ισιδώρα. Τότε ζήτησε να πληροφορηθεί εάν υπήρχε άλλη μοναχή στη μονή. Αναφέρθηκε λοιπόν στον Άγιο ότι υπήρχε μία σαλή. Ο Όσιος Πιτυρούν παρακάλεσε να κληθεί και η σαλή. Κατά την είσοδο της Οσίας Ισιδώρας, ο Όσιος Πιτυρούν διέκρινε το φωτοστέφανο επί της κεφαλής αυτής και έτσι αποκαλύφθηκε ότι η Οσία Ισιδώρα υποκρινόταν την σαλή και τούτο για την αγάπη του Χριστού. Η Οσία Ισιδώρα, αφού ασκήτεψε θεοφιλώς σε μονή της Αιγύπτου, κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 365 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιότητα Χριστοῦ ποθήσασα, Μῆτερ τρισόλβιε, ὁδὸν τὴν σύντομον, τὴν ὁδηγούσαν πρὸς Αὐτόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν, ὅθεν σε ἀνέδειξε, μοναζόντων διδάσκαλον, ἄκρον τε ὑπόδειγμα, τῆς Αὐτοῦ ἐκμιμήσεως, διὸ χαρμονικῶς σοι βοῶμεν, χαῖρε, ὢ Ἰσιδώρα παμμακάριστε.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποθούσα τυχεῖν, τῆς ἄνω Μῆτερ στάσεως, ταχεῖαν ὁδόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν, δι’ ἧς ἤχθης Χριστῷ ὡς καρπὸς εὐκλεὴς καὶ τερπνὸς Ἰσιδώρα παναοίδιμε, βραβεία λαμβάνουσα τὰ ἄφθαρτα.
Ὁ Οἶκος
Φρονίμους πολλοὺς εἰς ἑαυτοὺς κατώκτειρα καὶ πλάνην τὴν αὐτῶν ὁλοψύχως ἐμίσησα, ὅτι εἰ καὶ πόνοις καθυποβάλλονται καὶ σκάμμασι Βασιλείαν Θεοῦ οἴμοι οὐ λαμβάνουσι διὰ τὸ αὐθαίρετον. Σε ὅμως, Ἰσιδώρα ταπεινόνους, προβάλλομαι κάμου καὶ πάντων σωτηρίας ταχείας λαμπρὸν ὑπόδειγμα, ὅτι μωραίνουσα ψευδῶς τὸν πονηρὸν κατεμώρανας, καὶ συμμοναστριῶν τὰ σκώμματα ἐν εὐχαριστία ὑπομενοῦσα, ἐν καιρῷ δεκτῷ εἱσηκούσθης παρὰ τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι ἀγαπῶντος καὶ ἤχθης ἐνώπιον Αὐτοῦ, βραβεία λαμβάνουσα τὰ ἄφθαρτα.
Μεγαλυνάριον
Ταπεινοφροσύνης οἶκος λαμπρός, παρθενίας δόξα, ἄνθος θεῖον ὑπομονῆς, ἀκενοδοξίας τῆς ἄκρας Ἰσιδώρα, ἐργάτις ἀνεδείχθης, διὰ τὸν Κύριον.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Σύνεσιν παράσχου μοι ἐκ Θεοῦ, ὡς σοι συνωνύμω, ἡ σαλὴ διὰ τὸν Χριστόν, ἵνα ἐπιτύχω, τῆς δόξης Ἰσιδώρα, ἧς νῦν ἐπαπολαύεις· δὸς μοι τὴν αἴτησιν.
  • Αγία Μαρία η Μεθυμοπούλα. 
Η καλλιπάρθενος Νεομάρτυς της πίστεως Μαρία, η επονομαζόμενη Μεθυμοπούλα, γεννήθηκε στην Κάτω Φουρνή Μεραμβέλλου Κρήτης από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους. Την Αγία αγάπησε ένας Τουρκαλβανός χωροφύλακας, ο οποίος κατέβαλε κάθε προσπάθεια να την προσελκύσει στο μιαρό έρωτά του. Όσο όμως αυτός προσπαθούσε, τόσο η μακαρία Μαρία τον αποστρεφόταν. Έτσι ο ασεβής αυτός άνδρας αποφάσισε να φονεύσει την Αγία. Αφού την βρήκε μία ημέρα να συλλέγει φύλλα για την διατροφή των μεταξοσκωλήκων, επιτέθηκε εναντίον της και την έπληξε θανάσιμα στην καρδιά. Έτσι έλαβε η πάγκαλος νύμφη του Κυρίου το στέφανο της αθλήσεως. Η Αγία Νεομάρτυς Μαρία φέρεται ότι μαρτύρησε κατά το 1826 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστὸν καθικέτευε, ὑπὲρ ἡμῶν ἐκτενῶς, Φουρνῆς ἐγκαλλώπισμα, καὶ Νεοάθλων τερπνόν, Μαρία λευκάνθεμον· ἔρωτα γὰρ ἀπίστου, ἀρνηθεῖσα ἐδέχθης, βλῆμα θανατηφόρον, ἐξ αὐτοῦ ὡς στρουθίον, καὶ πτέρυγας πρὸς τὸν Κτίστην, ψυχῆς σου ἐπέτασας.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσεβούντων οἱ δῆμοι, ἐγκωμιάσωμεν, Μεθυμοπούλαν Μαρίαν, τὴν ἐκ Φουρνῆς ἐκτενῶς, ὡς ἀμνάδα τοῦ Παντάνακτος πανάσπιλον, κράζοντες· πρέσβευε Χριστῷ, Νεομάρτυς θαυμαστή, ὡς ὄρνις ἐπὶ μωρέας, ὑπὸ στυγνῆς ἡ τρωθεῖσα, χειρὸς σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν πίστιν, καλῶς ἐτήρησας, καὶ δι’ αἱμάτων σου ταύτην, καλλιγραφοῦσα πιστῶς, τάς ἐνέδρας τοῦ ἐχθροῦ, πάσας διέφυγες· ὅθεν ἠγώνισαι στεῤῥῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, ὦ νεομάρτυς Μαρία • διό σε πάντες τιμῶμεν, τὰς σὰς πρεσβείας ἐξαιτούμενοι.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Στεῤῥῶν ἀμνάδων τοῦ Χριστοῦ τὴν καλλιπάρθενον, τὴν ἐκ Κρήτης ὥσπερ ἄνθος εὐωδέστατον, ἑξανθήσασαν Μαρίαν τὴν ἀθληφόρον, μελῳδίαις καταστέψωμεν καὶ ᾂσμασιν, ὡς παρθένων νεανίδων κῆπον ἥδιστον, ἀνακράζοντες· χαίροις Μάρτυς νεόαθλε.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὴν ὀφρὺν ἐπάτησας, τοῦ ἀρχεκάκου, νεομάρτυς δράκοντος, ῥωσθεῖσα χάριτι Θεοῦ, καὶ ἠνδραγάθησας ἄριστα, Μαρία νέον, τῆς πίστεως σέμνωμα.
Οἶκος
Ἄνθος τερπνὸν ἁγνείας, ἀνεδείχθης Μαρία, καὶ πίστεως νεόδρεπτον κρίνον, ἐν Φουρνῇ τὸ βλαστῆσαν καλῶς, καὶ ὀδμαῖς ἡδῦναν εὐσεβεῖς ἅπαντας, ἀνδρείας καὶ συνέσεως, βοῶντάς σοι σεμνῶς τοιαῦτα·Χαῖρε δοχεῖον τῆς παρθενίας·
χαῖρε πυξίον στεῤῥοψυχίας.
Χαῖρε γυναικῶν ἀλκιφρόνων ὑπόδειγμα·
χαῖρε εὐκλεῶν νεανίδων θησαύρσιμα.
Χαῖρε καύχημα τῆς πίστεως καὶ σεμνότητος κανῶν·
χαῖρε ἔρεισμα ἁγνότητος καὶ σοφίας λαμπηδών.
Χαῖρε ὅτι κατεπάτησας τοῦ ἀλάστορος ὀφρύν·
χαῖρε ὅτι πᾶσιν ἔδειξας εὐψυχίαν ἀνδρικήν.
Χαῖρε χαρὰ Φουρνῇς καὶ ὠράϊσμα·
χαῖρε φθορὰ ἀπίστων καὶ σύντριμμα.
Χαῖρε ἀμνὰς ἐκλεκτὴ τοῦ Κυρίου·
χαῖρε ψεκὰς μυστικοῦ θείου μύρου.
Χαίροις Μάρτυς νεοᾶθλε.
Μεγαλυνάριον
Φεύγουσα τὸν ἔρωτα μιαροῦ, ἀλλοπίστου θῦμα, τῷ Νυμφίῳ σου καὶ Θεῷ ἄμωμον προσήχθης Μαρία Νεομάρτυς, αὐτῷ τὴν σὴν ἁγνείαν, προῖκα προσφέρουσα.
  • Ανάμνηση των εγκαινίων της Νέας Εκκλησίας. 
Το ναό αυτόν, αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τον Προφήτη Ηλία, έκτισε στα ανάκτορα της Κωνσταντινουπόλεως ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ κατά το ένατο έτος της βασιλείας αυτού (876 μ.Χ.), αφού περισυνέλεξε μάρμαρα, κίονες και ψηφίδες από ερειπωμένους ναούς. Τα εγκαίνια της Νέας Εκκλησίας έγιναν την 1η Μαΐου του 881 μ.Χ. από τον Πατριάρχη Φώτιο. Στην εορτή του ναού κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. συνηθιζόταν η προσέλευση του αυτοκράτορα, ο δε Πατριάρχης ανέβαινε στο παλάτι και από εκεί κατέβαινε στη Νέα Εκκλησία, για να λειτουργήσει.
  • Μνήμη του φοβερού σεισμού στη μονή Σινά.
Σήμερα είναι η ανάμνηση του φοβερού και μετά φιλανθρωπίας γενομένου σεισμού εν τη ιερά μονή Σινά. Το γεγονός του σεισμού αυτού, απαντά σε Σιναϊτικούς Κώδικες και συνέβη το 1201 μ.Χ. στη μονή Σινά.
  • Άγιος Μαύρος ο Ιερομάρτυρας και «οι συν αυτώ».
Ο Άγιος Μαύρος είναι άγνωστος στους Συναξαριστές και τα Μηναία. Στον Συναξαριστή του Delehaye (σελ. 647) καλείται Ιερομάρτυρας και στον Κώδικα Δ δ, II Κρυπτοφέρης (φ. 59), όπου και η Ακολουθία του, απλώς μάρτυρας.
  • Όσιος Μιχαήλ ο Θαυματουργός.
Ο Όσιος Μιχαήλ είναι άγνωστος στους Συναξαριστές και στα Μηναία. Ακολουθία αφιερωμένη σε αυτόν υπάρχει, κατά την 1η Μαΐου, στον Παρισινό Κώδικα 1574 φ. 153α,, όπου εξυμνούνται οι ασκητικές του αρετές και η θαυματουργική χάρη που ανέβλυζε από τον τάφο του.
  • Άγιος Πανάρετος Αρχιεπίσκοπος Πάφου.

Ο Άγιος Πανάρετος γεννήθηκε στις αρχές 18ου μ.Χ. αιώνα πιθανότατα στην Περιστερωνοπηγή Αµµοχώστου, όπου και εµόνασε στην εκεί Μονή του Αγίου Αναστασίου. Το 1764 μ.Χ. γνωρίζουμε ότι ήταν ηγούμενος στη Μονή Παναγίας Παλλουριωτίσσης. Ανέβηκε στο θρόνο της Πάφου το 1767 μ.Χ. και διετέλεσε ποιμενάρχης της μέχρι το 1790 μ.Χ. που κοιμήθηκε εν Κυρίω.

Έζησε στα δύσκολα εκείνα χρόνια που «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Χωρίς την ύπαρξη σχολείων και δωρεάν μόρφωσης τότε, μπόρεσε κι έγινε κάτοχος ευρείας μόρφωσης, µε τις δικές του προσωπικές προσπάθειες και τη φοίτησή του σε σχολές που διατηρούσαν τα μοναστήρια. Είχε ευρείς ορίζοντες, κάτι που το συνδύαζε µε σκληρή ασκητική ζωή την οποία έκρυβε επιμελώς. Ζούσε λιτοδίαιτα και χωρίς πολυτέλεια, όπως ο πιο φτωχός Κύπριος της εποχής του. Αγρυπνούσε πολλές ώρες προσευχόμενος. Εξομολογείτο µε ταπείνωση και λειτουργούσε µε ιεροπρέπεια. Ξέροντας πολύ καλά ότι η μεγαλύτερη νίκη του ανθρώπου είναι να νικήσει τον ίδιο τον εαυτό του, δηλαδή τα πάθη και τις αδυναμίες του, αλλά και για να θυμάται ότι ο λαός που του εμπιστεύθηκε ο Θεός ήταν βαριά αλυσοδεμένος στην τούρκικη σκλαβιά, έφερε στο σώμα του μια οριχάλκινη και μια σιδερένια αλυσίδα. Αγιάζοντας τον εαυτό του µε τη Χάρη του Θεού έδωκε τη μεγαλύτερη βοήθεια στο ποίμνιο του.

Ως Μητροπολίτης τόσο αγάπησε το λαό του που ασχολήθηκε µε τα προβλήματα όλων µε ξεχωριστή αγάπη. Πνευματικά και υλικά αγαθά τα χρησιμοποιούσε ορθόδοξα, µε ισορροπία, προς δόξα Θεού. Οδηγούσε το λαό στη θέωση, λειτουργούσε, ποίμαινε, δίδασκε,εργαζόταν, δημιουργούσε. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τα θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα, αλλά ακριβώς επειδή ζούσε αυθεντικά την ορθοδοξία και έβλεπε τη ζωή ως ενιαία, επέδειξε θαυμαστό ενδιαφέρον και για τα εθνικά θέματα, την παιδεία του υπόδουλου Παφιακού λαού και ολόκληρου του γένους, τα γράµµατα, τις τέχνες και τον πολιτισμό.

Ευλαβείτο ιδιαίτερα τον Άγιο Φίλιππο (βλέπε 14 Νοεμβρίου) και κατασκεύασε ασημένια θήκη για την κάρα του Αγίου που ευρίσκεται σήμερα στο Όµοδος. Δι’ εξόδων του κατασκευάσθηκε εικόνα του Αποστόλου Φιλίππου, που σώζεται στο μοναστήρι Τιµίου Σταυρού Οµόδους και απεικονίζει και τον ίδιο να προσφέρει στον Απόστολο το ιερό κρανίο μέσα στη θήκη (1773 μ.Χ.). Ανέλαβε τις δαπάνες ανέγερσης του ναού του μοναστηριού του Αγίου Αναστασίου στην Περιστερωνοπηγή και την αγιογράφηση εικόνων του εικονοστασίου του. Ανακαίνισε τους ναούς Νικόκλειας, Δρούσιας, Δρύµους, Αρόδων, Θελέτρας, Φιλούσας Κελοκεδάρων και πολλών χωριών. Ανακαίνισε επίσης τα μοναστήρια της Χρυσορροϊάτισσας (1770 μ.Χ.), του Σταυρού Οµόδους και του Σταυρού Μίνθης. Διασώζονται ακόμα σε όλη την επαρχία πολλές αξιόλογες εικόνες φιλοτεχνημένες στην εποχή του.

Ο Πάφου Πανάρετος ανέλαβε εξ ολοκλήρου τα έξοδα της έκδοσης του έργου του Αθηναίου φιλοσόφου Θεοφίλου Κορυδαλέως «Περί γενέσεως και φθοράς κατ’ Αριστοτέλην» (1780 μ.Χ.). Βοήθησε επίσης οικονομικά στην έκδοση του βιβλίου του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού «Χρονολογική Ιστορία της Κύπρου» (1788 μ.Χ.). Ήταν φίλος µε τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Φιλόθεο, ο οποίος ήταν πολύ µορφωµένος. Συµµετείχε στο γράψιμο και έκδοση συνοδικών εγκυκλίων επί Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Με ενέργειές του το 1774 μ.Χ. καταγγέλθηκαν τοπικοί άρχοντες στο Σουλτάνο για κακοδιοίκηση και το 1783 – 84 μ.Χ. αναχώρησε μαζί µε τους άλλους Μητροπολίτες για την Κωνσταντινούπολη, όπου πέτυχαν να παυθεί από το Σουλτάνο ο τύραννος Χατζηµπακκής.

Θαυματουργούσε ενώ βρισκόταν ακόμα στη ζωή. Το συναξάρι του αναφέρει ότι επετίµησε ένα ιερέα, ο οποίος έλεγε ψέματα και ορκιζόταν ότι δεν καταχράστηκε χρήματα, να σιωπήσει και εκείνος έμεινε βωβός. Άρρωστος, λίγο πριν το θάνατό του, ο ιερέας έστειλε επιστολή και ο επίσκοπός του πήγε προς αυτόν. Αφού μετανόησε και ζήτησε συγγνώμη, λύθηκε η γλώσσα του.

Ο Άγιος Δεσπότης εξεδήµησε προς Κύριον το 1790 μ.Χ. Τόση ήταν η αρετή του αγίου, που προείδε το θάνατό του, και έσκαψε ο ίδιος το µνήµα του, στο χώρο που σήμερα βρίσκεται το ιερό του καθεδρικού ναού Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο. Προείδε ακόμα ότι κατέφθασε στο λιμάνι της Πάφου ο πρώην επίσκοπος Καρπάθου Παρθένιος, έστειλε τον έφεραν και τον φιλοξένησε. Ο Παρθένιος τον κήδεψε κιόλας την εποµένη. Έγινε μάλιστα μάρτυρας θεραπείας φτωχού παράλυτου, ο οποίος είχε προστάτη τον επίσκοπό του, την ώρα που έβγαζαν το λείψανο από τη Μητρόπολη.

Ο άγιος είχε δώσει εντολή να τον ενταφιάσουν µε τα ρούχα που φορούσε. Ο πρωτοσύγκελός του όμως, από αγάπη για τον πνευματικό του πατέρα, τον παράκουσε για πρώτη φορά και τότε βρέθηκαν οι αλυσίδες που σε κάποιο σημείο είχαν εισχωρήσει στη σάρκα του. Ο λαός του Θεού αναγνώρισε την αγιότητά του αμέσως μετά το θάνατό του, και η επίσημη κατάταξή του στο αγιολόγιο της Εκκλησίας της Κύπρου έγινε επί των ημερών του Κυπρίου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερασίμου Γ’ (1794 – 1797 μ.Χ.). Οι αλυσίδες του βρίσκονται σήμερα στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Παλιά τοιχογραφία του αγίου βρίσκεται στο νησί Σαλαμίνα της Ελλάδας, ενώ αργότερα κατασκευάστηκαν εικόνες του σ’ όλη την Κύπρο. Η Πάφος τιμά ιδιαίτερα τον Άγιο Πανάρετο και μάλιστα προς τιμή του ο Μητροπολίτης Πάφου Χρυσόστομος ο Β’ ανήγειρε ναό στο χωριό Κολώνη (1989 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς Πάφου Ποιμένα θεῖον Πανάρετον, ὡς Ἱεράρχην Κυρίου ἀνευφημήσωμεν, ὅτι ἐργάτης συνετὸς ὄντως καὶ ἄριστος, ποσῶν τῶν θείων ἀρετῶν, καὶ Ἁγίοις θαυμαστὸς ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων, καὶ πάντων προστάτης καὶ φύλαξ, τῶν ἀνυμνοῦν τῶν αὐτοῦ τὴν κοίμησιν.
  • Όσιος Νικηφόρος ο Χίος.

Ο Όσιος Νικηφόρος, γεννήθηκε στο Καρδάμυλα της Χίου περί το 1750 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς και το αρχικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Σε νεαρή ηλικία αφού σώθηκε από την αρρώστια του λοιμού αφιερώθηκε από τους γονείς του στην Παναγία τη Νεαμονήτισσα, για να Την υπηρετήσει. Εν συνεχεία εισήλθε στη Νέα Μονή και εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Νικηφόρος. Η Αδελφότητα της Νέας Μονής τον έστειλε στα Σχολεία της Χίου. Δασκάλους του είχε τους Γαβριήλ Αστρακάρη, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και τον λόγιο και ιεροκήρυκα Ιάκωβο Μαύρο. Στη Νέα Μονή μένει διαρκώς κοντά στον σεβάσμιο Γέροντα Άνθιμο τον Αγιοπατερίτη.

Μετά το τέλος των σπουδών του επανέρχεται στη Μονή, χειροτονείται διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Διορίζεται Διδάσκαλος στη Σχολή της Χίου επί σχολαρχίας Αθανασίου του Πάριου (βλέπε 24 Ιουνίου) ως το 1802 μ.Χ., οπότε ανέλαβε την Ηγουμενία της Νέας Μονής. Λόγω της ακαταστασίας στην Ιερά Μονή και των ποικίλλων αντιδράσεων των πατέρων, αποχώρησε από αυτή και κατέφυγε στο Ρεστά, στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου, όπου μόναζε και ο ιεροδιδάσκαλος Ιωσήφ από τα Άγραφα.Υπό την επίδραση του Αγίου Μακαρίου (βλέπε 17 Απριλίου), που βρισκόταν στα τελευταία έτη της ζωής του, και με τον οποίο ήταν πάντοτε σε συχνότατη επικοινωνία, και του μεγάλου διδασκάλου Αθανασίου Παρίου, που από το 1812 μ.Χ. αποσύρθηκε στα Ρεστά, και μαζί με τους μοναχούς Ιωσήφ και Νείλο τον Καλόγνωμο, ο ιερομόναχος Νικηφόρος, εγκαταβιώνει στην Μονή των Ρεστών. Από τα Ρεστά διήλθαν και έλαβαν ενίσχυση στην πίστη τους οι νεομάρτυρες, Δημήτριος ο Πελοποννήσιος (βλέπε 14 Απριλίου), Μάρκος ο νέος (βλέπε 5 Ιουνίου) και Αγγελής ο Αργείος (βλέπε 3 Δεκεμβρίου). Είκοσι χρόνια σκληρών ασκητικών αγώνων στη Μονή των Ρεστών, που συνδυάζεται με ακαταπόνητη εργασία, καθώς ο όσιος φυτεύει πλήθος δέντρων, που και σήμερα ακόμη χαρίζουν τη σκιά και την ομορφιά τους στους προσκυνητές. Διανέμει αφθόνως δενδρύλια ως ευλογία και παρακινεί τους χωρικούς να φυτεύουν δέντρα.

Συνέγραψε πολλά ψυχωφελή βιβλία, όπως την Ακολουθία των Αγίων Πατέρων Νικήτα, Ιωάννου και Ιωσήφ και την Ιστορία της Νέας Μονής. Το 1819 μ.Χ. εξέδωσε στην Βενετία το Νέον Λειμωνάριον με βίους Νεομαρτύρων, έργο συλλογικό αφού την αρχική ύλη συνέλεξαν ο Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Μακάριος και ο Μέγας Διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος. Ο ιερός Νικηφόρος συνέθεσε Χαιρετισμούς και Ύμνους και Ιδιόμελα και Ασματικές Ακολουθίες. Κάποτε όμως αρρώστησε στη Χώρα στο σπίτι της αδελφής του και πέθανε αφού έζησε όσια ζωή, το Καλοκαίρι του 1821 μ.Χ. Το λείψανό του μεταφέρθηκε και ετάφη στα Ρεστά. Τα λείψανά του ανευρέθησαν το 1845 μ.Χ. Ο βίος και η ακολουθία του γράφτηκαν το 1907 μ.Χ., όταν για πρώτη φορά εορτάστηκε επίσημα ο Άγιος.

  • Όσιος Παφνούτιος ο Θαυματουργός.
Ο Όσιος Παφνούτιος του Μπορόβσκ, κατά κόσμον Παρθένιος, έζησε κατά τον 13ο και 14ο αιώνα μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης. Σε ηλικία είκοσι ετών ο Παρθένιος έφυγε κρυφά από την πατρική οικία και κατέφυγε σε μοναστήρι. Το 1414 μ.Χ. κείρεται μοναχός στη μονή Ποκρόβσκι Βισότσκι της πόλεως Μπορόβσκ και ονομάζεται Παφνούτιος. Όταν πέθανε ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος εξελέγη στη θέση του. Το 1426 μ.Χ. χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Κιέβου Φώτιο. Σε ηλικία πενήντα ενός ετών ο Όσιος Παφνούτιος ασθένησε βαριά και αποσύρθηκε από την ηγουμενία, αφού έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα. Μετά την ανάρρωσή του, την ημέρα της εορτής του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, στις 23 Απριλίου του 1444 μ.Χ., εγκαταλείπει το μοναστήρι και καταφεύγει για άσκηση και ησυχία στις όχθες του ποταμού Πρότβα. Σε λίγο τον ακολουθούν και άλλοι μοναχοί και έτσι δημιουργείται μία νέα μονή. Πρώτιστο μέλημα του Οσίου ήταν η ανοικοδόμηση ενός νέου πέτρινου ναού αφιερωμένου στο Γενέσιον της Θεοτόκου. Ο Όσιος αποτελούσε παράδειγμα απλότητας και εγκράτειας. Είχε το πιο φτωχό κελλί και η τροφή του ήταν πολύ απλή και ελάχιστη. Από τα διακονήματα της μονής ο Όσιος διάλεγε τα πιο βαριά: έκοβε και μετέφερε ξύλα, έσκαβε και πότιζε τον κήπο. Αυτό όμως που τον διέκρινε ήταν η αγάπη του προς το λειτουργικό βίο της Εκκλησίας και τις Ακολουθίες. Ο Όσιος Παφνούτιος προέβλεψε το θάνατό του. Προσευχήθηκε για τελευταία φορά, ευλόγησε τους αδελφούς του και κοιμήθηκε με ειρήνη το 1477 μ.Χ.
  • Όσιος Γεράσιμος Ηγούμενος Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος εν Μπολτίνσκ. 

Ο Όσιος Γεράσιμος του Μπολτίνσκ, κατά κόσμο Γρηγόριος, γεννήθηκε το 1490 μ.Χ. στο Πέρεσλαβ – Ζάλεσκ της Ρωσίας. Από μικρή ηλικία διακρινόταν για το φιλακόλουθο του χαρακτήρα του και την ευσέβειά του. Είχε ως πρότυπό του τον Όσιο Δανιήλ του Περεγιασλάβλ (τιμάται 7 Απριλίου) και γι’ αυτό ακολούθησε νωρίς τον μοναχικό βίο. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα δοκιμασίας, εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Γεράσιμος. Ο νέος μοναχός με μεγάλο ζήλο εκπλήρωσε τις αρετές της νηστείας και της προσευχής και σύντομα έγινε γνωστός στη Μόσχα για την πνευματικότητα και το αυστηρό του βίου του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο κλήθηκε στη Μόσχα, όπου γνώρισε τον τσάρο.

Η μεγάλη φήμη του στη χώρα, ήταν ένα βάρος για τον Όσιο, ο οποίος επιθυμούσε την ησυχία και την άσκηση. Έτσι, μετά από είκοσι έξι χρόνια κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Αγίου Δανιήλ, ο Όσιος Γεράσιμος έλαβε την ευλογία του Γέροντός του για τον ησυχαστικό βίο. Εγκαταστάθηκε κοντά στην πόλη Ντορογκομπούζα, στη χώρα των Σμόλενκ, σε ένα άγριο δάσος, στο οποίο κατοικούσαν μόνο φίδια και άγρια ζώα. Συχνά ο Όσιος δεχόταν επιθέσεις ληστών, αλλά τις υπέμενε με ηρεμία και ησυχία προσευχόμενος για εκείνους που βρίσκονταν μακριά από το δρόμο του Θεού. Εξαιτίας ενός συγκεκριμένου οράματος, πήγε στο βουνό Μπολντίνα, όπου σε μια πηγή βρισκόταν μια τεράστια βελανιδιά. Οι γηγενείς τον κτύπησαν με ρόπαλα και ήθελαν να τον πνίξουν, αλλά επειδή φοβήθηκαν, τον παρέδωσαν στον κυβερνήτη της Ντορογκοπούζα, ο οποίος τον έριξε στη φυλακή, επειδή ήταν άστεγος. Ο Όσιος Γεράσιμος με υπομονή άντεξε τον εξευτελισμό, έμεινε σιωπηλός και προσευχόταν.

Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ένας αυτοκρατορικός αντιπρόσωπος ήλθε στη Μόσχα στον κυβερνήτη. Βλέποντας τον Όσιο Γεράσιμο, υποκλίθηκε σε αυτόν και ζήτησε την ευλογία του. Παλαιότερα είχε δει τον Όσιο Γεράσιμο μαζί με τον Άγιο Δανιήλ ενώπιον του τσάρου. Ο κυβερνήτης τρομοκρατήθηκε και αμέσως ικέτευσε για τη συγχώρηση του Οσίου και υποσχέθηκε να κτίσει ένα οίκημα, για να τον προστατεύει από τους ληστές. Από αυτήν την περίοδο, ο Όσιος Γεράσιμος άρχισε να δέχεται αυτούς που διακατέχονταν από τον πόθο για το μοναχικό βίο και ζήτησε άδεια από τη Μόσχα, για να κτίσει ένα μοναστήρι. Το 1530 μ.Χ. έκτισε μία εκκλησία αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα και οικοδόμησε κελλιά για τους μοναχούς.

Εκτός από το μοναστήρι στη Μπολντίνα, ο Όσιος Γεράσιμος ίδρυσε ακόμη ένα μοναστήρι προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην πόλη της Βιάζμα και αργότερα στο δάσος Βράιανκ, στον ποταμό Ζίζντρα, ένα μοναστήρι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου. Ο Πέτρος Κοροστέλεβ, ένας μαθητής του Οσίου Γερασίμου, έγινε ηγούμενος σε αυτό το μοναστήρι. Αρκετοί ασκητές ήταν υπό την πνευματική καθοδήγηση του Οσίου Γερασίμου: ο ηγούμενος Αντώνιος, ο οποίο αργότερα έγινε Επίσκοπος Βολόγκντα (τιμάται 26 Οκτωβρίου) και ο Αρκάδιος, ο οποίος ασκήτεψε ως ερημίτης και ενταφιάσθηκε στο μοναστήρι της Μπολντίνα. Πριν από τον θάνατό του, ο Όσιος Γεράσιμος κάλεσε όλους τους ηγουμένους και τους μοναχούς από τα μοναστήρια που είχε ιδρύσει, τους είπε για τον βίο του και τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές υποθήκες, που καταγράφηκαν στο βιβλίο «Ζωή», το οποίο έγραψε ο Άγιος Αντώνιος κατ’ απαίτηση των γερόντων. Ο Άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1554 μ.Χ.

  • Άγιος Asaph Επίσκοπος Ουαλίας. 
Ο Άγιος Asaph (Ασάφιος) έζησε κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα μ.Χ. και ήταν Επίσκοπος Ουαλίας. Ασκήτεψε σε μονή που βρισκόταν κοντά στις όχθες του ποταμού Έλγουι της βόρειας Ουαλίας, η οποία και είχε ιδρυθεί από τον Άγιο Κεντιγκέρνο, Επίσκοπο Γλασκώβης (τιμάται 13 Ιανουαρίου). Ο Θεός τον αξίωσε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο Άγιος συνέγραψε μοναχικούς κανόνες, τυπικές διατάξεις για την Εκκλησία του και άλλα έργα και κοιμήθηκε με ειρήνη.
  • Όσιος Συμεών ο Πεντάγλωσσος ο Σιναΐτης.
Ο Όσιος Συμεών ο πεντάγλωσσος ήταν Έλληνας από τη Σικελία. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη κατά τις αρχές του 11ου αιώνα μ.Χ. και στην συνέχεια μετέβη στην Παλαιστίνη, όπου μόνασε σε διάφορα μοναστήρια. Κατόπιν ήλθε στη μονή Σινά και ασκήτεψε εκεί. Ήταν εκείνος που μετέφερε περί το 1026 μ.Χ. λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης στις πόλεις Τρεβς και Ρουένη της Γαλλίας, στην οποία ίδρυσε και μονή αφιερωμένη στην Αγία Αικατερίνη. Κοιμήθηκε με ειρήνη το 1035 μ.Χ.
  •  Άγιος Αγαπητός Επίσκοπος Ωξέρρης.
Ο Άγιος Αγαπητός καταγόταν από την Γαλλία και έζησε μεταξύ του 4ου και 5ου αιώνα μ.Χ. Μετά από επιμονή των γονέων του νυμφεύθηκε τη Μάρθα, αλλά μετά τον γάμο τους συμφώνησαν να ζήσουν με αγνότητα και παρθενία. Η Μάρθα έγινε μοναχή και ο Άγιος Αγαπητός μοναχός. Το 388 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος Ωξέρρης και ποίμανε την επισκοπή του θεοφιλώς. Για την αγιότητα του βίου του ο Θεός τον προίκισε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο Άγιος Αγαπητός κοιμήθηκε με ειρήνη το 418 μ.Χ.
  •  Αγία Ταμάρα η βασίλισσα.
Η Αγία Ταμάρα η Μεγάλη, βασίλισσα της Γεωργίας, γεννήθηκε περί το 1165 μ.Χ. και καταγόταν από την αρχαία γεωργιανή δυναστεία των Μπαγκραντίντ. Το 1178 μ.Χ. συνεβασίλευσε με τον πατέρα της Γεώργιο τον Γ’. Η βασιλεία της Ταμάρας έμεινε γνωστή στη Γεωργιανή Ιστορία ως Χρυσή Εποχή. Η Αγία διακρινόταν για την μεγάλη ευλάβειά της και το ιεραποστολικό της έργο. Συνεχίζοντας το έργο του παππού της, Αγίου Δαβίδ (τιμάται 26 Ιανουαρίου), διέδωσε τον Χριστιανισμό σε όλη την Γεωργία και ανήγειρε ναούς και μονές. Το 1204 μ.Χ., ο κυβερνήτης του σουλτανάτου Ρούμα, ο Ρουκν-εν-Ντιν, έστειλε μία διαταγή στη βασίλισσα Ταμάρα, σύμφωνα με την οποία η Γεωργία έπρεπε να αρνηθεί την πίστη στον Χριστό και να ασπασθεί τον Μουσουλμανισμό. Η Αγία Ταμάρα αρνήθηκε και σε μία ιστορική μάχη, κοντά στη Βασιανή, ο γεωργιανός στρατός νίκησε τους Μουσουλμάνους. Η σοφή και δίκαιη βασιλεία της Αγίας Ταμάρας της χάρισε την αγάπη του λαού της. Η Αγία διήλθε τα τελευταία χρόνια του βίου της στο μοναστήρι των Σπηλαίων της Μπάρζια. Το κελί της συνδεόταν με την εκκλησία με ένα παράθυρο, διά μέσου του οποίου μπορούσε να προσεύχεται στον Θεό κατά την διάρκεια των ιερών Ακολουθιών. Κοιμήθηκε με ειρήνη το 1213 μ.Χ. και συγκαταριθμήθηκε στη χορεία των Αγίων. Η μνήμη της Αγίας Ταμάρας τιμάται, επίσης, και την Κυριακή των Μυροφόρων.
  •  Άγιος Ακάκιος ο Ιερομάρτυρας.
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Ακάκιος ή Άσιος ήταν διάκονος και μαρτύρησε στη Γαλλία το 303 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284- 3 05 μ.Χ.).
  • Άγιος Άκελος ο Μάρτυρας.
Ο Άγιος Μάρτυρας Άκελος ήταν υποδιάκονος και μαρτύρησε στη Γαλλία το 303 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.), μαζί με τον Άγιο Ιερομάρτυρα Ακάκιο ή Άσιο.
  • Όσιος Νικήτας εκ Ρωσίας.
Ο Όσιος Νικήτας του Μπορόβσκ έζησε κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία, όπου ασκήτεψε θεοφιλώς και συνδέθηκε πνευματικά με τον Άγιο Σέργιο του Ραντονέζ. Οι μελετητές της αγιογραφίας και της ιστορίας των ρωσικών μοναστηριών υπέθεσαν διάφορα για τον βίο του Οσίου Νικήτα, τα οποία μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις κατηγορίες.
1. Ο Όσιος Νικήτας ήταν διάδοχος του Αθανασίου Β’ του Νέου, στην πνευματική καθοδήγηση της μονής του Βυσόσκιϋ στο Σεπρούχωβ, που είχε ιδρυθεί από τον μαθητή του Αγίου Σεργίου, τον Αθανάσιο τον Πρεσβύτερο, κατά τα έτη 1373 – 1374 μ.Χ. Ο Όσιος θα πρέπει να διετέλεσε ηγούμενος από το 1395 μ.Χ. μέχρι το 1444 μ.Χ.
2. Μερικοί ιστορικοί ταυτίζουν τον Όσιο Νικήτα με το Νικηφόρο, ηγούμενο και ιδρυτή, σύμφωνα με την παράδοση, της μονής της Προστασίας της Θεοτόκου στο Μπορόβσκ. Ο Όσιος Νικήτας πρέπει να εγκαταβίωσε σε αυτόν τον τόπο ήδη ηλικιωμένος, αφού είχε πριν διατελέσει Ηγούμενος στο Σεπρούχωβ.
3. Μία τελευταία υπόθεση, ταυτίζει τον Όσιο Νικήτα του Μπορόβσκ με τον Όσιο Νικήτα της Κοστρόμα.
Ο Όσιος Νικήτας κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη. Η μνήμη του αναφέρεται, επίσης, κατά την ημέρα της εορτής των μαθητών του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ (τιμάται 6 Ιουλίου).
  • Άγιος Μακάριος ο Ιερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου.
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Μακάριος, Μητροπολίτης Κιέβου, ήταν ηγούμενος της μονής της Αγίας Τριάδος Βιλένκ. Το 1495 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Μητροπολίτου Κιέβου, Ιωνά (1488 – 1494 μ.Χ.), ο Άγιος Μακάριος εξελέγη Μητροπολίτης Κιέβου. Μαρτύρησε το 1497 μ.Χ., στο χωριό Στριγκόλοβο, στον ποταμό Βζχιζά, όταν οι Τάταροι μπήκαν στη Ρωσία. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα του Αγίου Μακαρίου φυλάσσονται στον καθεδρικό ναό του Αγίου Βλαδίμηρου του Κιέβου.
  • Άγιος Ζωσιμάς εκ Γεωργίας.
Ο Άγιος Ζωσιμάς έζησε κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μ.Χ. στην Γεωργία και ήταν Επίσκοπος της πόλεως Κουμούρντο. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Τσαρεβοκοκσάισκ Ρωσίας.

Η ιερή εικόνα της Θεοτόκου του Τσαρεβοκοκσάισκ, η Μυροβλύζουσα, εμφανίσθηκε στον χωρικό Ανδρέα Ιβάνοφ, την 1η Μαΐου του 1647 μ.Χ. κοντά στην Μπολσάγια Κουζνέτσα, δεκαπέντε χιλιόμετρα από την πόλη Τσαρεβοκοκσάισκ στην περιοχή του Καζάν. Δουλεύοντας στο χωράφι, ο Ανδρέας βρήκε μία εικόνα πεσμένη στο έδαφος και προσπάθησε να την σηκώσει. Η εικόνα εξαφανίσθηκε. Ο έκπληκτος χωρικός, κοιτάζοντας γύρω του παρατήρησε ότι η εικόνα με μια αόρατη δύναμη είχε τοποθετηθεί πάνω σε ένα δένδρο. Προσευχήθηκε και πήρε την εικόνα στο σπίτι του, όπου δοξάσθηκε με θαύματα.

Προσκυνητές μαζεύτηκαν στο σπίτι από τα γύρω χωριά. Μετέφεραν αντίγραφο της εικόνας στην πόλη Τσαρεβοκοκσάισκ και αργότερα στη Μόσχα. Ένα μοναστήρι κτίσθηκε σε εκείνο το μέρος, όπου είχε βρεθεί. Το όνομα «Μυροβλύζουσα» δόθηκε, επειδή η Μητέρα του Θεού απεικονίζεται στην αγιογραφία με τις Μυροφόρες Γυναίκες.

Πηγή: http://www.saint.gr/

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com