Στις 28 Μαΐου 1979, στο Ζάππειο Μέγαρο, η Ελλάδα υπέγραψε τη Συνθήκη Προσχώρησης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Με την υπογραφή του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, η χώρα έκανε το καθοριστικό βήμα για την πλήρη ένταξή της στην ΕΟΚ, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1981.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε σε πανηγυρικό κλίμα, παρουσία ευρωπαίων ηγετών και αξιωματούχων. Για την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η ένταξη στην ΕΟΚ δεν ήταν μόνο οικονομική επιλογή. Συνδέθηκε με την προσπάθεια σταθεροποίησης της δημοκρατίας, λίγα χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, και με τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας προς τη Δυτική Ευρώπη.
Στην ιστορική ομιλία του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παρουσίασε την ένταξη ως επιβεβαίωση της «ευρωπαϊκής μοίρας» της Ελλάδας. «Η Ευρώπη με το ελληνικό της όνομα, της είναι οικείος χώρος», είπε, τονίζοντας ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίχθηκε στη σύνθεση του ελληνικού, του ρωμαϊκού και του χριστιανικού πνεύματος και επεσήμανε: «Η Ελλάς είναι ο ακρίτας των ευρωπαϊκών συνόρων και ο μεσογειακός εξώστης της Κοινής Αγοράς. Με το εγκατεστημένο σε όλες τις Ηπείρους ανθρώπινο δυναμικό της και με την ναυτιλιακή της δύναμη, μπορεί να συμβάλει και στην προβολή της ευρωπαϊκής ιδέας».
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η φράση του ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα «δεν είναι, ούτε επιθυμεί να γίνει κλειστή λέσχη και μάλιστα λέσχη πλουσίων». Με τον τρόπο αυτό, ο Καραμανλής υπογράμμιζε τον πολιτικό χαρακτήρα της διεύρυνσης και την ανάγκη η Ευρώπη να παραμείνει ανοιχτή σε χώρες που μοιράζονταν τον ίδιο δημοκρατικό προσανατολισμό.
Η επιλογή της ένταξης δεν ήταν χωρίς αντιδράσεις στο εσωτερικό. Πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης αμφισβητούσαν τότε την ευρωπαϊκή πορεία, εκφράζοντας φόβους για οικονομικές επιπτώσεις και περιορισμό της εθνικής αυτονομίας. Παρ’ όλα αυτά, η Συνθήκη κυρώθηκε από τη Βουλή και η Ελλάδα έγινε, το 1981, το δέκατο μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η υπογραφή στο Ζάππειο θεωρείται σήμερα κομβική στιγμή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Άνοιξε έναν νέο κύκλο για την οικονομία, τους θεσμούς και τη διεθνή θέση της χώρας, ενώ καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική της πορεία τις επόμενες δεκαετίες.
