«Άννα Καρένινα» του Λέοντα Τολστόι – Το χρονικό μιας αναπόφευκτης πτώσης και η αναζήτηση του φωτός

Η «Άννα Καρένινα» δεν είναι απλώς ένα βιβλίο· είναι ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής, τοποθετημένος στο πολυτελές αλλά ασφυκτικό πλαίσιο της τσαρικής Ρωσίας. Αν ο Ντοστογιέφσκι βουτά στα σκοτάδια του μυαλού, ο Λέων Τολστόι στην «Άννα Καρένινα» καταφέρνει κάτι εξίσου συγκλονιστικό: να αποτυπώσει τη ζωή στην ολότητά της.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Όταν ο Λέων Τολστόι ξεκίνησε να γράφει την «Άννα Καρένινα» το 1873, δεν σκόπευε απλώς να διηγηθεί μια ιστορία μοιχείας στους κόλπους της ρωσικής αριστοκρατίας. Δημιούργησε μια οικουμενική τοιχογραφία της ανθρώπινης κατάστασης, όπου το πάθος συγκρούεται με το καθήκον και η αλήθεια με την κοινωνική υποκρισία. Μέσα από τις παράλληλες ζωές της Άννας, που παραδίδεται στο σκοτάδι μιας καταστροφικής αγάπης, και του Κονσταντίν Λέβιν, που αναζητά τη λύτρωση στην απλότητα της υπαίθρου, το μυθιστόρημα παραμένει μέχρι σήμερα το απόλυτο εγχειρίδιο για την πολυπλοκότητα της καρδιάς. Δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεις· είναι μια εμπειρία που σε αναγκάζει να αναμετρηθείς με τις δικές σου αξίες.

«Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο».

Με αυτή τη φράση-μανιφέστο, ο Τολστόι θέτει το θεμέλιο του έργου. Το βιβλίο δεν είναι μόνο η ιστορία μιας μοιχείας, αλλά μια σπουδή πάνω στην αναζήτηση της ευτυχίας και το τίμημα της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο γεμάτο υποκρισία.

Το μυθιστόρημα κινείται πάνω σε δύο παράλληλους άξονες που σπάνια συναντιούνται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται αριστουργηματικά:

Η Άννα Καρένινα είναι η ενσάρκωση του πάθους. Μια γυναίκα που αρνείται να ζήσει το «ψέμα» του γάμου της και επιλέγει την αλήθεια του έρωτα για τον Αλεξέι Βρόνσκι. Η πτώση της δεν οφείλεται στην ηθική της «αμαρτία», αλλά στην αδυναμία της να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική αποδοχή και την προσωπική ελευθερία.

Ο Λέβιν είναι το alter ego του Τολστόι. Ενώ η Άννα οδηγείται στην καταστροφή, ο Λέβιν αναζητά το νόημα της ζωής μέσα από την εργασία, τη γη και την πνευματική αφύπνιση. Είναι η απάντηση του συγγραφέα στο υπαρξιακό κενό.

Ο πραγματικός «κακός» της ιστορίας δεν είναι ο ψυχρός σύζυγος Αλεξέι Καρένιν, ούτε ο επιπόλαιος Βρόνσκι. Είναι η υψηλή κοινωνία της Αγίας Πετρούπολης. Μια κοινωνία που συγχωρεί το κρυφό ατόπημα, αλλά τιμωρεί αμείλικτα την ειλικρίνεια. Η Άννα εξοστρακίζεται όχι επειδή ερωτεύτηκε, αλλά επειδή τόλμησε να διεκδικήσει το δικαίωμα να φαίνεται αυτό που είναι.

Διαβάζοντας κανείς την «Άννα Καρένινα», δεν διαβάζει μια παλιά ιστορία. Διαβάζει για τις δικές του επιθυμίες, τους δικούς του συμβιβασμούς και την αέναη πάλη ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω». Ο Τολστόι δεν κρίνει την Άννα· την καταλαβαίνει τόσο βαθιά, που την κάνει αθάνατη.

Η Άννα Καρένινα είναι ένας από τους πιο πολυδιάστατους χαρακτήρες στην παγκόσμια λογοτεχνία, ακριβώς επειδή ο Τολστόι αρνήθηκε να την παρουσιάσει ως μια απλή «μοιχαλίδα» ή ένα θύμα. Είναι μια γυναίκα με τρομακτική ζωντάνια που εγκλωβίζεται σε έναν κόσμο από «κερί». Η Άννα δεν είναι κακιά, ούτε ανήθικη με την παραδοσιακή έννοια. Το «σφάλμα» της είναι ότι είναι αληθινή. Σε μια κοινωνία όπου όλοι είχαν εραστές και ερωμένες πίσω από κλειστές πόρτες, η Άννα έκανε το αδιανόητο: Αρνήθηκε την υποκρισία. Ήθελε τον έρωτα του Βρόνσκι, αλλά τον ήθελε στο φως. Αυτή η ανάγκη της για απόλυτη ειλικρίνεια είναι που την οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση.

Στη σχέση με τον γιο της Σεργκέι βρίσκεται η μεγαλύτερη εσωτερική της σύγκρουση. Η αγάπη της για τον γιο της είναι το μόνο πράγμα που ανταγωνίζεται το πάθος της για τον Βρόνσκι. Ο Καρένιν (ο σύζυγος) χρησιμοποιεί το παιδί ως όπλο εκδίκησης. Η στιγμή που η Άννα αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην ιδιότητα της Ερωμένης και της Μητέρας είναι το σημείο όπου η ψυχή της αρχίζει να ραγίζει ανεπανόρθωτα.

Καθώς το μυθιστόρημα προχωρά, βλέπουμε την Άννα να καταρρέει ψυχολογικά. Η απομόνωσή της την κάνει να εξαρτάται ολοκληρωτικά από τον Βρόνσκι. Επειδή θυσίασε τα πάντα για εκείνον (κοινωνική θέση, παιδί, τιμή), απαιτεί από εκείνον να είναι ολόκληρος ο κόσμος της. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο Βρόνσκι, ως άνδρας, μπορεί ακόμα να κυκλοφορεί ελεύθερος στην κοινωνία ενώ εκείνη είναι «φυλακισμένη», η ζήλια και η απόγνωση την κυριεύουν.

Το Σύμβολο του Τρένου

Το τρένο στην Άννα Καρένινα δεν είναι απλώς ένα μεταφορικό μέσο· είναι η μοίρα. Γνωρίζει τον Βρόνσκι σε έναν σταθμό τρένου (όπου συμβαίνει ένας θάνατος). Εξομολογείται τον έρωτά της σε ένα τρένο μέσα σε μια χιονοθύελλα. Τελειώνει τη ζωή της στις ράγες.

Για τον Τολστόι, το τρένο συμβολίζει την ορμή του βιομηχανικού πολιτισμού που συνθλίβει την ανθρώπινη ψυχή.

Η Άννα Καρένινα μας προκαλεί γιατί μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε: Πόση αλήθεια αντέχουμε να ζήσουμε; Είναι η κοινωνική αποδοχή πιο σημαντική από την προσωπική ευτυχία; Είναι μια ηρωίδα που, αν και ηττάται, παραμένει πιο «ζωντανή» από όλους τους άλλους χαρακτήρες που επέλεξαν την ασφάλεια του ψεύδους.

Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς Καρένιν είναι, ίσως, ο πιο παρεξηγημένος χαρακτήρας του Τολστόι. Συχνά τον βλέπουμε ως τον «κακό» ή τον ψυχρό σύζυγο που στέκεται εμπόδιο στην ευτυχία της Άννας, αλλά η αλήθεια του είναι πολύ πιο τραγική και σύνθετη. Ο Καρένιν δεν είναι ένας μοχθηρός άνθρωπος· είναι ένας άνθρωπος αιχμάλωτος των τύπων.

Ο Καρένιν είναι ένας υψηλόβαθμος κρατικός λειτουργός. Για εκείνον, η ζωή είναι μια σειρά από καθήκοντα, χρονοδιαγράμματα και κοινωνικούς κανόνες. Δεν στερείται συναισθημάτων, αλλά στερείται της ικανότητας να τα εκφράσει. Η επικοινωνία του με την Άννα είναι τυπική, σαν να διαβάζει κρατικό έγγραφο. Όταν νιώθει άβολα ή απειλείται συναισθηματικά, καταφεύγει σε μια λεπτή, σχεδόν ενοχλητική ειρωνεία. Είναι το προπέτασμα καπνού του για να μη φανεί η ευάλωτη πλευρά του.

Όταν η Άννα του ομολογεί την απιστία της, η πρώτη αντίδραση του Καρένιν δεν είναι ο πόνος της καρδιάς, αλλά ο τρόμος για την κοινωνική του εικόνα. Σκέφτεται «Τι θα πει ο κόσμος;» και «Πώς θα επηρεαστεί η καριέρα μου;». Αυτό τον κάνει να φαίνεται σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα είναι ο τρόπος του να διατηρήσει τη λογική του σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή στο βιβλίο (όταν η Άννα κινδυνεύει να πεθάνει μετά τη γέννα της κόρης της με τον Βρόνσκι) όπου ο Καρένιν μεταμορφώνεται. Βλέποντας την Άννα να υποφέρει, ο Καρένιν νιώθει μια χριστιανική έκσταση. Συγχωρεί τον Βρόνσκι, συγχωρεί την Άννα και δέχεται να μεγαλώσει το παιδί τους. Αυτή η πνευματική του άνοδος, όμως, δεν αντέχει στην πίεση της κοινωνίας. Οι «φίλοι» του τον θεωρούν γελοίο επειδή συγχώρεσε. Τελικά, ο Καρένιν λυγίζει και επιστρέφει στη σκληρότητα, οδηγούμενος από τον θρησκευτικό φανατισμό και την επιρροή της Κόμισσας Λίντια.

Η Τραγωδία του Καρένιν

Αν η Άννα είναι το θύμα του πάθους, ο Καρένιν είναι το θύμα του καθήκοντος. Είναι ένας άνθρωπος που δεν έμαθε ποτέ πώς να αγαπά ή να αγαπιέται έξω από τα κοινωνικά πρωτόκολλα. Η μοναξιά του στο τέλος του βιβλίου είναι εξίσου βαθιά με την απόγνωση της Άννας.

Ο Αλεξέι Βρόνσκι είναι ο καταλύτης της τραγωδίας. Αν η Άννα είναι η φωτιά και ο Καρένιν ο πάγος, ο Βρόνσκι είναι ο καθρέφτης στον οποίο η Άννα βλέπει την ελευθερία που πάντα ποθούσε, αλλά και την καταστροφή που την περίμενε. Ο Βρόνσκι δεν είναι ο τυπικός «κακός εραστής». Είναι ένας άνδρας που αγαπά πραγματικά, αλλά με τον τρόπο ενός ανθρώπου που έχει μάθει να κατακτά, όχι να θυσιάζεται.

Στην αρχή, ο Βρόνσκι είναι το πρότυπο του επιτυχημένου αξιωματικού: πλούσιος, όμορφος, κοινωνικός και αδιάφορος για βαθιά συναισθήματα. Για εκείνον, το φλερτ με την Άννα ξεκινά ως ένα «παιχνίδι κατάκτησης». Δεν υπολογίζει τις συνέπειες, γιατί στον κόσμο του οι άνδρες σπάνια πληρώνουν το τίμημα για μια περιπέτεια.

Όσο η σχέση προχωρά, ο Βρόνσκι αλλάζει. Παραιτείται από την καριέρα του στον στρατό –κάτι που για έναν ευγενή της εποχής ήταν η απόλυτη θυσία ταυτότητας– για να ζήσει με την Άννα. Ενώ θυσιάζει την καριέρα του, δεν μπορεί να θυσιάσει την ανάγκη του για κοινωνική ζωή. Ο Βρόνσκι μπορεί να μπαίνει στα σαλόνια, η Άννα όμως όχι. Αυτή η ασυμμετρία είναι που δηλητηριάζει τη σχέση τους.

Μία από τις πιο δυνατές σκηνές του βιβλίου είναι όταν ο Βρόνσκι σκοτώνει άθελά του το άλογό του, τη Φρου-Φρου, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Ο Τολστόι χρησιμοποιεί το άλογο ως προοικονομία για την Άννα. Ο Βρόνσκι, πάνω στον ενθουσιασμό και την απροσεξία του, «σπάει τη ραχοκοκαλιά» του πλάσματος που αγαπά. Με τον ίδιο τρόπο, το πάθος του «σπάει» την Άννα, χωρίς εκείνος να το θέλει συνειδητά.

Μετά τον θάνατο της Άννας, ο Βρόνσκι δεν είναι πια ο λαμπερός αξιωματικός. Είναι ένα ζωντανό πτώμα. Επιλέγει να πάει στον πόλεμο στη Σερβία, ουσιαστικά αναζητώντας τον θάνατο. Η τραγωδία του είναι ότι κατάλαβε πολύ αργά πως η Άννα δεν χρειαζόταν απλώς την παρουσία του, αλλά την απόλυτη κατανόηση της απομόνωσής της.

Το μεγάλο ερώτημα του Τολστόι

Ο Βρόνσκι είναι τελικά ένοχος; Ο Τολστόι φαίνεται να λέει πως ο Βρόνσκι είναι απλώς ένας άνθρωπος με περιορισμένη πνευματικότητα. Αγαπά την Άννα όσο μπορεί ένας άνθρωπος της τάξης του, αλλά η Άννα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από έναν εραστή· χρειαζόταν έναν σωτήρα. Και ο Βρόνσκι δεν ήταν παρά ένας θνητός.

Αν η Άννα Καρένινα είναι η πτώση, ο Κονσταντίν Λέβιν είναι η ανάσταση. Ο Τολστόι δεν έγραψε απλώς ένα βιβλίο για μια μοιχεία· έγραψε ένα βιβλίο για το νόημα της ύπαρξης, και ο Λέβιν είναι ο δικός του καθρέφτης. Είναι ο μοναδικός χαρακτήρας που καταφέρνει να βρει τη γαλήνη, όχι μέσα από το πάθος ή τους κοινωνικούς τύπους, αλλά μέσα από την απλότητα και την πνευματική αναζήτηση.

Ο Λέβιν είναι ένας γαιοκτήμονας που απεχθάνεται τα σαλόνια της Μόσχας και της Πετρούπολης. Προτιμά τη λάσπη του αγρού από το βερνίκι των χορών. Ο Τολστόι του έδωσε τις δικές του υπαρξιακές αγωνίες, τις αμφιβολίες του για τη θρησκεία και την αγάπη του για τη ρωσική ύπαιθρο. Ενώ η Άννα αναζητά την ευτυχία στον άλλον (τον Βρόνσκι), ο Λέβιν την αναζητά στο μέσα του και στη σύνδεση με τη φύση.

Μια από τις πιο δυνατές σκηνές του παγκόσμιου θεάτρου της λογοτεχνίας είναι ο θερισμός. Ο Λέβιν πιάνει το δρεπάνι και δουλεύει δίπλα-δίπλα με τους χωρικούς. Εκεί, στη σωματική κόπωση, βρίσκει μια ανώτερη πνευματική κατάσταση. Η εργασία για τον Λέβιν είναι το αντίδοτο στην «ασθένεια» της αριστοκρατίας, που πεθαίνει από πλήξη και ηθικό κενό.

Η σχέση του Λέβιν με την Κίτι Στσερμπάτσκαγια είναι το «φως» του βιβλίου. Ξεκινά με απόρριψη και πόνο, αλλά καταλήγει σε έναν γάμο που βασίζεται στην αμοιβαία κατανόηση και την καθημερινότητα. Ενώ ο έρωτας Άννας-Βρόνσκι είναι φλεγόμενος και καταστροφικός, ο έρωτας Λέβιν-Κίτι είναι σταθερός και δημιουργικός. Ο Τολστόι μάς λέει πως η ευτυχία δεν βρίσκεται στις κορυφές του πάθους, αλλά στις πεδιάδες της κοινής ζωής.

Στο τέλος του βιβλίου, ο Λέβιν φτάνει στα όρια της αυτοκτονίας, όχι από λύπη, αλλά από την αδυναμία του να εξηγήσει λογικά γιατί ζούμε. Η λύτρωση έρχεται από μια κουβέντα ενός απλού χωρικού, που του λέει πως πρέπει να ζούμε «για την ψυχή και για τον Θεό». Ο Λέβιν καταλαβαίνει ότι η καλοσύνη δεν χρειάζεται λογική απόδειξη· είναι μια εσωτερική ορμή που δίνει νόημα στο χάος.

Χωρίς τον Λέβιν, η «Άννα Καρένινα» θα ήταν ένα σκοτεινό δράμα. Με τον Λέβιν, γίνεται ένα φιλοσοφικό ευαγγέλιο. Ο Τολστόι τοποθετεί την τραγωδία της Άννας δίπλα στην πνευματική άνοδο του Λέβιν για να δείξει τις δύο όψεις της ανθρώπινης μοίρας: Η Άννα πεθαίνει επειδή δεν μπόρεσε να βρει τη θέση της στον κόσμο. Ο Λέβιν επιζεί επειδή έφτιαξε έναν δικό του κόσμο. Η «Άννα Καρένινα» δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα· είναι μια αυτοβιογραφική εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία. Ο Τολστόι έχυσε το δικό του αίμα και τις δικές του υπαρξιακές κρίσεις στις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Ο Λέβιν ΕΙΝΑΙ ο Τολστόι

Η ταύτιση του συγγραφέα με τον Κονσταντίν Λέβιν φτάνει σε σημείο που αγγίζει την αντιγραφή της πραγματικότητας. Η περίφημη σκηνή όπου ο Λέβιν κάνει πρόταση γάμου στην Κίτυ γράφοντας τα αρχικά γράμματα των λέξεων στην τσόχα ενός τραπεζιού, συνέβη ακριβώς έτσι στην πραγματική ζωή μεταξύ του Τολστόι και της συζύγου του, Σοφίας Μπερς.

Όπως ο Λέβιν δίνει στην Κίτυ το ημερολόγιό του πριν τον γάμο (για να ξέρει όλο το «αμαρτωλό» παρελθόν του), έτσι και ο Τολστόι έδωσε το δικό του στη Σοφία, προκαλώντας της σοκ. Κατά τη συγγραφή του τέλους του βιβλίου, ο Τολστόι περνούσε μια τρομερή πνευματική κρίση. Σκεφτόταν την αυτοκτονία τόσο έντονα, που έκρυβε τα σκοινιά για να μην απαγχονιστεί – ακριβώς όπως περιγράφει για τον Λέβιν στις τελευταίες σελίδες.

Ο Τολστόι έχασε τη μητέρα του στα δύο του χρόνια και τον πατέρα του στα εννέα. Αυτό το κενό δημιούργησε μια διαρκή αγωνία για το εφήμερο της ζωής.

Στο βιβλίο, ο θάνατος του αδελφού του Λέβιν, του Νικολάι, είναι μια σχεδόν δημοσιογραφική καταγραφή του θανάτου του πραγματικού αδελφού του Τολστόι, Ντμίτρι.

Αυτή η ωμή επαφή με τη φθορά είναι που κάνει την Άννα Καρένινα να μοιάζει τόσο «αληθινή»· ο Τολστόι δεν γράφει για τον θάνατο θεωρητικά, τον έχει κοιτάξει στα μάτια.

Παρόλο που ήταν Κόμης, ο Τολστόι ένιωθε ξένος στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Μισούσε το γεγονός ότι η υψηλή κοινωνία θεωρούσε τη μοιχεία αποδεκτή αρκεί να τηρούνται τα προσχήματα. Αυτή η απέχθεια είναι που τον οδήγησε να παρουσιάσει την Άννα ως ένα «θύμα» ενός ανήθικου συστήματος που τη δίκασε όχι για την πράξη της, αλλά για την ειλικρίνειά της.

Ο Τολστόι και οι Γυναίκες

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: Ο Τολστόι ήταν ένας άνδρας με ισχυρά πάθη, που όμως προσπαθούσε να γίνει ασκητής. Η Άννα Καρένινα είναι η προσωποποίηση της πειρασμού και της ζωτικής ενέργειας που ο ίδιος φοβόταν στον εαυτό του.

Λέγεται ότι η έμπνευση για την αυτοκτονία της Άννας ήρθε όταν μια γειτόνισσά του, η Άννα Πιρόγκοβα, αυτοκτόνησε πέφτοντας στις ράγες ενός τρένου επειδή την εγκατέλειψε ο εραστής της. Ο Τολστόι πήγε στο νεκροτομείο και είδε το διαμελισμένο σώμα της – μια εικόνα που τον στοίχειωσε και έγινε η κορύφωση του μυθιστορήματος.

Η «Άννα Καρένινα» κλείνει με τη διαπίστωση ότι η ευτυχία δεν είναι ένα στατικό τρόπαιο, αλλά μια διαρκής, επίπονη επιλογή. Ο θάνατος της Άννας κάτω από τις ράγες του τρένου συμβολίζει τη συντριβή της ανθρώπινης αυθεντικότητας από τις παγωμένες μηχανές μιας άκαμπτης κοινωνίας. Ωστόσο, ο Τολστόι δεν μας αφήνει στο σκοτάδι. Μέσα από τον Λέβιν, μας προσφέρει ένα παράθυρο ελπίδας: τη βεβαιότητα ότι το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στις μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά στην εσωτερική γαλήνη και την προσφορά. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η Άννα συνεχίζει να μας στοιχειώνει, υπενθυμίζοντάς μας πως το να ζεις με απόλυτη ειλικρίνεια έχει συχνά ένα τίμημα που λίγοι αντέχουν να πληρώσουν.

Η «Άννα Καρένινα» στον κινηματογράφο

Η μεταφορά ενός λογοτεχνικού «ωκεανού» 800+ σελίδων στην οθόνη είναι ένα από τα δυσκολότερα στοιχήματα του κινηματογράφου. Η «Άννα Καρένινα» έχει μεταφερθεί πάνω από 30 φορές, με κάθε σκηνοθέτη να επιλέγει να φωτίσει μια διαφορετική πλευρά του έργου. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στο βιβλίο και τις περισσότερες ταινίες:

Η «Εξαφάνιση» του Λέβιν είναι η μεγαλύτερη «προδοσία» του κινηματογράφου προς τον Τολστόι.

Στο βιβλίο ο Λέβιν καταλαμβάνει σχεδόν το μισό κείμενο. Η ιστορία του είναι ισότιμη με της Άννας. Ο Τολστόι χρησιμοποιεί τον Λέβιν για να μιλήσει για τη γεωργία, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία.

Στις ταινίες ο Λέβιν συχνά υποβιβάζεται σε δευτερεύοντα χαρακτήρα (ή και αφαιρείται τελείως, όπως στην ταινία του 1935 με την Γκρέτα Γκάρμπο). Οι σκηνοθέτες εστιάζουν στο μελόδραμα της Άννας, χάνοντας το φιλοσοφικό αντίβαρο που ήθελε ο συγγραφέας.

Στο βιβλίο η πτώση της Άννας είναι μια αργή, βασανιστική διαδικασία κοινωνικού αποκλεισμού. Ο Τολστόι αναλύει επί μακρόν τις οικονομικές και νομικές δυσκολίες ενός διαζυγίου εκείνη την εποχή.

Στις ταινίες η έμφαση δίνεται στον ρομαντισμό. Η σχέση με τον Βρόνσκι παρουσιάζεται συχνά ως ένας «καταραμένος έρωτας» τύπου Ρωμαίου και Ιουλιέτας, ενώ στο βιβλίο είναι μια σχέση που φθείρεται από την καθημερινότητα, τη ζήλια και την απομόνωση.

Στο βιβλίο έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις των ηρώων. Για παράδειγμα, η Άννα στο τέλος του βιβλίου παραληρεί· ο εσωτερικός της μονόλογος πριν την αυτοκτονία είναι ένα αριστούργημα της ροής της συνείδησης.

Στις ταινίες η ψυχολογία πρέπει να αποδοθεί εξωτερικά. Η εκδοχή του Joe Wright (2012) με την Κίρα Νάιτλι το έλυσε αυτό με έναν ιδιαίτερο τρόπο: Έστησε όλη την ταινία μέσα σε ένα θέατρο, συμβολίζοντας ότι η αριστοκρατία της Ρωσίας ζούσε μια παράσταση πάνω σε μια σκηνή, όπου όλοι τους παρακολουθούσαν.

Η κλασική “Χολιγουντιανή” εκδοχή το 1935 με την Γκρέτα Γκάρμπο (Greta Garbo) και σε σκηνοθεσία του Κλάρενς Μπράουν (Clarence Brown), εστιάζει στην αίγλη και το δράμα, αλλά αγνοεί το φιλοσοφικό βάθος του Τολστόι. Ήταν η Άννα ως Είδωλο. Απρόσιτη και τραγική.

Η σοβιετική εκδοχή το 1967 με την Τατιάνα Σαμοΐλοβα, σε σκηνοθεσία Αλεξάντρ Ζάρκι, είναι ίσως η πιο πιστή στο πνεύμα του Τολστόι και στη ρωσική ιδιοσυγκρασία. Η Άννα ως Ρωσίδα. Με το βάθος και την ειλικρίνεια της ρωσικής ψυχής.

Η αμερικανική παραγωγή του 1997, με πρωταγωνίστρια τη Σοφί Μαρσό (Sophie Marceau) στον ομώνυμο ρόλο, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Bernard Rose, ήταν γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη Ρωσία. Δίνει περισσότερο χώρο στον Λέβιν, αλλά παραμένει μια ρομαντική περιπέτεια.

Η ταινία του 2012, με την Κίρα Νάιτλι (Keira Knightley), σε σκηνοθεσία του Τζο Ράιτ (Joe Wright) και σενάριο του Τομ Στόπαρντ (Tom Stoppard), ήταν μια τολμηρή, θεατρική προσέγγιση. Πολύ στυλιζαρισμένη, δίνει έμφαση στην υποκρισία της κοινωνίας ως “σκηνικό”. Η Άννα ως θύμα της παράστασης. Μοντέρνα και στυλιζαρισμένη.

Η ταινία του 1948 με την Βίβιαν Λι (Vivien Leigh) είναι σημαντική, γιατί η δική της ερμηνεία φέρνει κάτι που οι άλλες συχνά στερούνται: την αίσθηση της εύθραυστης ψυχικής κατάρρευσης. Ενώ η Γκρέτα Γκάρμπο το 1935 παρουσίασε μια Άννα επιβλητική και σχεδόν θεϊκή, η Βίβιαν Λι (διάσημη ήδη από το Όσα Παίρνει ο Άνεμος) έδωσε στον ρόλο μια πιο νευρική και αγχώδη ενέργεια. Η Λι κατάφερε να αποδώσει την παράνοια και τη ζήλια των τελευταίων κεφαλαίων του βιβλίου με έναν τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ότι η Άννα “πνίγεται”.

Η ταινία ήταν μια τεράστια βρετανική παραγωγή του Αλεξάντερ Κόρντα, σε σενάριο του Ζαν Ανούιγ (Jean Anouilh‎‎) που σκηνοθετήθηκε από τον Ζιλιέν Ντιβιβιέ (Julien Duvivier), με κοστούμια του Σέσιλ Μπίτον. Παρά την ομορφιά της, η ταινία θεωρήθηκε από κάποιους κριτικούς της εποχής ως “ψυχρή”, ίσως γιατί προσπάθησε να είναι πιο ρεαλιστική και λιγότερο μελοδραματική από τις αμερικανικές. Η Άννα ως Άνθρωπος. Νευρική, ευάλωτη και υπό κατάρρευση.

Ένα από τα σημεία που συχνά σχολιάζονται αρνητικά σε αυτή την εκδοχή είναι η έλλειψη χημείας με τον Κίρον Μουρ (Βρόνσκι), ο οποίος φαινόταν πολύ “λίγος” δίπλα στην εκρηκτική προσωπικότητα της Λι.

Στη συγκεκριμένη ταινία, η έμφαση δίνεται στην κοινωνική απομόνωση. Βλέπουμε την Άννα να περιφέρεται σε άδεια δωμάτια, υπογραμμίζοντας αυτό που λέει ο Τολστόι: ότι η μεγαλύτερη τιμωρία της Άννας δεν ήταν ο θάνατος, αλλά η μοναξιά όσο ήταν ακόμα ζωντανή. Ωστόσο, και εδώ, ο Λέβιν παραμένει στο περιθώριο, στερώντας από το έργο το φιλοσοφικό του “άλλο μισό”.

Είναι ενδιαφέρον ότι η ίδια η Βίβιαν Λι, εκείνη την περίοδο, αντιμετώπιζε δικές της δυσκολίες στην προσωπική της ζωή, κάτι που πολλοί λένε ότι την βοήθησε να αποδώσει τόσο πειστικά την απελπισία της Καρένινα.

Καμία ταινία δεν μπορεί να αποδώσει τη λεπτομέρεια. Στον Τολστόι, η ουσία βρίσκεται στις μικρές παρατηρήσεις: στον τρόπο που ο Αλεξέι Καρένιν (τον ερμήνευσε ο Ραλφ Ρίτσαρντσον / Ralph Richardson) τρίζει τα δάχτυλά του, στο πώς ο Βρόνσκι κοιτάζει το άλογό του, στις σκέψεις ενός σκύλου κατά τη διάρκεια του κυνηγιού.

Ο κινηματογράφος μας δείχνει την εικόνα του πάθους, αλλά το βιβλίο μας βάζει να νιώσουμε το βάρος του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το διαδικτυακό περιοδικό ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, Απρίλιος 2026, τεύχος 30

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή