Ένα παιδί στην καταστροφή της Σμύρνης

Η μαρτυρία του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου

by ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ
  • ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

 

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος υπήρξε από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας. Από τα προπολεμικά κιόλας χρόνια ώς το τέλος της ζωής του συμμετείχε, καταβάλλοντας συχνά πικρό αντίτιμο, σε όλες τις εξελίξεις της εποχής του.
Γεννήθηκε το 1913 στη Σμύρνη. Σε ηλικία εννέα ετών, ύστερα από την καταστροφή της γενέθλιας πόλης του, ήλθε με την οικογένειά του πρόσφυγας στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών. Τα χρόνια φοίτησής του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέπτυσσε εντυπωσιακή δραστηριότητα. Αποτελούσε επίλεκτο μέλος στα φροντιστηριακά μαθήματα των Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, Ιωάννη Συκουτρή και Κωνσταντίνου Τσάτσου ενώ σε έντυπα της εποχής άρχισε να δημοσιεύει φιλοσοφικά δοκίμια και βιβλιοκρισίες. Το 1939 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του με θέμα «Το δικαίωμα ως διανόημα του νομοθέτου». Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο πολέμησε στην πρώτη γραμμή και την περίοδο της Κατοχής έλαβε μέρος στην Αντίσταση.

Μετά την Απελευθέρωση, ως υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δίδαξε για δύο χρόνια φιλοσοφία του δικαίου. Παράλληλα, από τη θέση του προέδρου του «Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων», δραστηριοποιήθηκε για την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα. Η πολιτική δράση του είχε ως αποτέλεσμα να εκδιωχθεί το 1947 παράνομα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και να εκτοπιστεί στην Ικαρία. Ακολούθησε ο εγκλεισμός του, ώς τα μέσα του 1950, στο στρατόπεδο της Μακρονήσου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια εξαιτίας της σθεναρής άρνησής του να υπογράψει δήλωση μετανοίας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα για εκείνον. Καθώς δεν μπορούσε πλέον να επανέλθει στο Πανεπιστήμιο ασχολήθηκε με τη δικηγορία και με τις προσφιλείς του φιλοσοφικές έρευνες. Δίδασκε επίσης φιλοσοφία στη Σχολή Ελευθέρων Σπουδών «Αθήναιον». Μετά την επιβολή της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και εργάστηκε αρχικά στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Το 1969 διορίστηκε καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Νανσύ. Με βιβλία και άρθρα του σε γνωστά γαλλικά έντυπα στηλίτευε το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου.

Με τη Μεταπολίτευση, επανήλθε στην Ελλάδα και εκλέχθηκε καθηγητής στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπου υπηρέτησε ώς το 1980. Το 1984 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Την περίοδο 1989-1990 διετέλεσε Υπουργός Παιδείας ενώ το 1990 προτάθηκε από τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου για το αξίωμα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας καθώς και άλλων επιστημονικών εταιρειών. Υπήρξε αντίθετος στον θρησκευτικό όρκο, πολέμιος της θανατικής ποινής και υπέρμαχος της ισότητας των δύο φύλων, θέματα για τα οποία κινητοποιήθηκε, γράφοντας σχετικά άρθρα. Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, μεταξύ άλλων και από τους Προέδρους της Δημοκρατίας της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 2016.

Το συγγραφικό έργο του, όλες τις παραπάνω δεκαετίες, υπήρξε πολυδιάστατο. Κατά κύριο λόγο αναφέρεται σε θέματα αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας. Κλασικά παραμένουν τα βιβλία του «Φιλοσοφία του Δικαίου» (Αθήνα, Παπαζήσης, 1954) και «Πολιτική Φιλοσοφία του Πλάτωνος» (Αθήνα, Σεφερλής, 1957, β΄ έκδοση Αθήνα, Παπαζήσης, 1957). Έγραψε, επίσης, αξιόλογα ιστορικά, πολιτικά και φιλολογικά μελετήματα.

Τα τελευταία χρόνια τις ζωής του o Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος έκρινε σκόπιμο να καταγράψει τις αναμνήσεις της πολυτάραχης ζωής του. Στο έργο του, έδωσε τον τίτλο «Αναπολήσεις». Κατέλαβε έκταση τριών τόμων, οι οποίοι κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Παπαζήση, κατά τη διάρκεια των ετών 2005-2013. Ο πρώτος τόμος καλύπτει την περίοδο 1913-1940, ο δεύτερος την περίοδο 1940-1960 και ο τρίτος την περίοδο 1961-2013.

Η πρωτοβουλία του συγγραφέα αποδείχτηκε χρησιμότατη. Οι «Αναπολήσεις» αποτελούν πολύτιμη συνεισφορά στην έρευνα. Μέσα στις σελίδες των τριών τόμων διασώζονται πολύτιμες μαρτυρίες για γεγονότα και πρόσωπα της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του έργου του ο συγγραφέας αναφέρεται στα ανέμελα, πρώτα παιδικά του χρόνια στη Σμύρνη, τα οποία διέκοψε η Καταστροφή του 1922.

Ο συγγραφέας έζησε από κοντά τα δραματικά γεγονότα εκείνων των ημερών. Με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει τις απεγνωσμένες προσπάθειες της εξαμελούς οικογένειάς του να διαφύγει από τον όλεθρο και να καταφύγει στα κοντινά ελληνικά νησιά. Δεν δίστασε, προκειμένου να επιβιώσει, να διαμείνει για μέρες στο νεκροταφείο της πόλης. Καθημερινά, σε κάθε βήμα της, βρισκόταν αντιμέτωπη με τον θάνατο. Η δίψα για τη ζωή έφερε τελικά τη λύτρωση.

Στις επόμενες σελίδες παρατίθεται η μαρτυρία του. Δεν έχει αξιοποιηθεί, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, από την έρευνα.
Αντιγράφοντας τις σχετικές σελίδες θυμήθηκα με συγκίνηση τη συζήτηση που είχα με τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1979. Εργαζόμουν τότε στις Εκδόσεις Παπαζήση, στην οδό Νικηταρά 2, στο κέντρο της Αθήνας. Κάποιο απόγευμα, κατέφθασε, προκειμένου να συναντήσει τον Βίκτωρα Παπαζήση. Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια συνεργαζόταν με τον εκδοτικό οίκο, που είχε δημιουργήσει ο Αργύρης Παπαζήσης, στον οποίο και είχε τυπώσει τα περισσότερα βιβλία του.

Καθώς αργούσε να έλθει ο εκδότης, ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος μου ζήτησε να του φέρω τον συλλογικό τόμο «Η Κρίση του Κράτους», που είχε εκδοθεί με επιμέλεια του Νίκου Πουλαντζά. Τον ενδιέφερε, όπως μου εξήγησε, και χρειαζόταν να τον παραπέμψει σε μια μελέτη που ετοίμαζε. Κι άλλες φορές τον είχα εξυπηρετήσει, είχαμε συζητήσει για διάφορα επίκαιρα θέματα και είχα αποκτήσει οικειότητα μαζί του. Ήταν απλός και καταδεκτικός. Συχνά με ρωτούσε για τα ενδιαφέροντά μου και πάντα με συμβούλευε για τις σπουδές μου. Μόλις πήρε στα χέρια του το βιβλίο, άρχισε να το ξεφυλλίζει, μάλλον βαρύθυμα. Ύστερα το έκλεισε, λέγοντάς μου ότι τις τελευταίες μέρες δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, καθώς έφερνε διαρκώς στη μνήμη του τα γεγονότα της Καταστροφής της Σμύρνης.
Στο ερώτημά μου τι ακριβώς είχε συμβεί άρχισε να μου περιγράφει πώς βίωσε ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του εκείνες τις μέρες. Κάθε τόσο κόμπιαζε και με δυσκολία συνέχιζε τη διήγηση. Ο Βίκτωρας, που ήλθε στο μεταξύ, διέκοψε τη συζήτηση.

Όσα μου ανέφερε σε εκείνη τη συνομιλία μας ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος είναι παραπλήσια με εκείνα που έγραψε αργότερα και συμπεριλαμβάνονται στον πρώτο τόμο των «Αναπολήσεων».

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Έως σήμερα διατηρώ ζωντανά στη μνήμη τη δοκιμασία της οικογένειάς μου στην Καταστροφή της Σμύρνης τον Αύγουστο 1922, όπως έζησα τα γεγονότα με την παιδική ευαισθησία μου.
Ήταν Σάββατο, προχωρημένος Αύγουστος, και είδαμε στη συνοικία μας τους πρώτους έφιππους Τούρκους στρατιώτες. Με τρόμο αόριστο κλειστήκαμε στην κατοικία μας. Λοξώς αντίκρυ μας διέμενε ο Κύριος και η Κυρία Vincent, Γάλλοι. Ύψωσαν τη γαλλική σημαία στην πρόσοψη της οικίας τους και μετά ολίγη ώρα έφθασε φρουρός τους Γάλλος πεζοναύτης ένοπλος. Είχαν την καλοσύνη και μας προσκάλεσαν να μείνομε στην κατοικία τους προς ασφάλειά μας από τουρκικές βιαιοπραγίες. Η σωστική αυτή διαμονή μας υπό την προστασία της γαλλικής σημαίας διάρκεσε τέσσερεις ημέρες. Τετάρτη πρωί ο φρουρός γάλλος πεζοναύτης αποχωρεί και το ζεύγος Vincent καταφεύγουν σε γαλλικό πολεμικό πλοίο. Εμείς επανήλθαμε στην κατοικία μας.


Ενωρίς απόγευμα της ίδιας Τετάρτης, ημέρα Πέμπτη από την είσοδο στη Σμύρνη των Τούρκων στρατιωτών, ακούομε και βλέπομε από τα παράθυρά μας άνδρες και γυναίκες με παιδιά, κατοίκους των νοτιώτερων συνοικιών, να κινούνται σε κατάσταση τρόμου προς την Προκυμαία για καταφυγή εκεί, με την ελπίδα ότι δεν θα τολμούσαν οι Τούρκοι βιαιοπραγίες υπό το βλέμμα των Ευρωπαίων και Αμερικανών. Η μητέρα μου, ανήσυχη από το θέαμα της φυγής εκείνης προς την Προκυμαία, πρότεινε και δέχθηκε ο πατέρας μου να φύγομε και εμείς από την κατοικία μας προσωρινά και να καταφύγομε στην κατοικία της εξαδέλφης της Αντώνογλου σε μικρή απόσταση από την Προκυμαία, ενώ η κατοικία μας ήταν προς το κέντρο της Σμύρνης, στην rue Centrale 14, πλησίον του μεγαλοπρεπέστατου ναού της Αγίας Αικατερίνης. Οι συγγενείς μας φυσικά μας δέχθηκαν πρόθυμα, οικογένεια εξαμελή, εύκολα φιλοξενήσιμη στην πολύ ευρύχωρη κατοικία τους. Είμαστε η μητέρα μου και ο πατέρας μου, τα δύο δίδυμα, η νεώτερη αδελφή μου Ελισάβετ, όνομα της εκ μητρός γιαγιάς, και το νήπιο αδελφός μας Τηλέμαχος. Και φθάσαμε δίχως εφόδια ρουχισμού ή άλλα και μόνο με όσα για διαμονή ολίγων ημερών.

Ύστερ’ από την άφιξή μας στη συγγενική μας κατοικία, ξεθαρρέψαμε κάπως τα παιδιά εμείς και ανεβήκαμε στην υψηλή ταράτσα της. Ατενίζοντας από εκεί προς την Προκυμαία και προς άλλα σημεία της Σμύρνης, βλέπαμε κάπου μακριά να βγαίνουν καπνοί. Τρέχομε και πληροφορούμε τον πατέρα μας. Ανεβαίνει εκείνος, γνώστης καλός της τοπογραφίας της Σμύρνης, βλέπει τους καπνούς και φωνάζει προς την μητέρα μου και τους άλλους: «Καίνε την Αρμενιά» δηλαδή την αρμενική συνοικία της Σμύρνης. Και προσθέτει: «Μήπως η φωτιά επεκταθεί και στη συνοικία μας. Πηγαίνω στην κατοικία μας να πάρω χρήματα και άλλα τιμαλφή». Η μητέρα μου όμως έξαλλη απαντάει: «Όχι. Θα σε σφάξουνε. Δεν θα φύγεις από εδώ». Κι ο πατέρας μου πειθάρχησε. Η γνώμη της μητέρας μου ήταν ορθή.
Με αγωνία οι μεγάλοι παρακολουθούσαν την εξέλιξη της φωτιάς. Κάποτε διαπίστωσαν ότι πλησιάζει και προς εμάς. Αποφάσισαν να βγούμε στην Προκυμαία, πριν μας προλάβουν και μας κυκλώσουν οι φλόγες. Φτάσαμε στην Προκυμαία, όπου βρίσκονταν ήδη πολλοί και ολοένα πλήθαιναν, εξαθλιωμένοι απότομα, διάσημοι και άσημοι, ευτυχισμένοι έως πριν ολίγες μέρες, Σμυρναίοι, με τις οικογένειές τους, αλλά και μη Σμυρναίοι, Έλληνες της Μικρασιατικής ενδοχώρας, όσοι με την κατάρρευση του Μετώπου είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους και είχαν προφθάσει να έλθουν στη Σμύρνη. Εκεί συναντήσαμε φίλο του πατέρα μου και με τη συνοδεία του καταφύγαμε στο Γαλλικό Προξενείο επί της Προκυμαίας. Ολίγη ώρα όμως διάρκεσε η παραμονή μας εκεί. Η φωτιά εν τω μεταξύ έφτασε και στα κτίρια της Προκυμαίας και πλησίαζε προς το Γαλλικό Προξενείο. Χρειάσθηκε να εκκενωθεί και αυτό. Βρεθήκαμε πάλι στην Προκυμαία, συμφυρμένοι με το άλλο πλήθος των συσσωρευμένων εκεί Ελλήνων, βυθισμένων σε αγωνία και αμηχανία. Και όσο προχωρούσε η νύχτα, προχωρούσε και η φωτιά, κατά μήκος της Προκυμαίας ήδη, αλλά και άρχισαν να ακούονται κραυγές και οιμωγές, από βιαιοπραγίες Τούρκων στο σκοτάδι. Και αντιδρούσαν κάπου-κάπου οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί με προβολείς φωτός από τα πολεμικά πλοία τους. Δεν επιχειρήσαμε να διαφύγομε προς αυτά. Η σύνθεση της οικογένειάς μας δεν επέτρεπε τέτοιο εγχείρημα. Και όσοι άλλωστε προσπάθησαν, απέτυχαν τραγικά οι περισσότεροι. Προθυμία να περισώσουν μερικούς από τους απεγνωσμένους αυτούς πρόσφυγες προς την ευσπλαχνία τους, έδειξαν, όπως αργότερα μάθαμε, οι Αμερικανοί και οι Ιταλοί.

Πιεζόμενοι και από την πρόοδο της φωτιάς, κινηθήκαμε η οικογένειά μου και άλλες οικογένειες προς τα ανατολικά προάστεια της Σμύρνης. Στη διαδρομή προς το εγγύτερο ανατολικό προάστειο άνοιξαν οι Τούρκοι κάποιο υδραγωγείο, στο λεγόμενο Χαλκα-Μπουνάρ. Μόλις διαφύγαμε τον κίνδυνο πνιγμού. Περάσαμε το υπόλοιπο της νύχτας σε κάποιο οίκημα εκείνου του ανατολικού προαστείου. Ήταν και άλλες οικογένειες στο ίδιο οίκημα. Και θυμούμαι, γυναίκες εξαγριωμένες από τον τρόμο έλεγαν στη μητέρα μου να πνίξει τον νηπιακής ηλικίας αδελφό μου, για να μη προδοθούμε στους Τούρκους από το κλάμα του. Βέβαια, η μητέρα μου και ο πατέρας μου και εμείς τα παιδιά προτιμούσαμε να σφαγούμε όλοι παρά να διαπράξομε τον φόνο του μικρού αδελφού μου.


Το πρωί της επόμενης ημέρας φαινόταν η φωτιά να έχει ολοκληρώσει το έργο της. Η αρμενική συνοικία και όλες οι ελληνικές συνοικίες, δηλαδή το κύριο σώμα της Σμύρνης, είχαν γίνει σωρός ερείπια και στάχτες. Η τουρκική συνοικία, η εβραϊκή συνοικία και η συνοικία των λεβαντίνων, δηλαδή Γάλλων, Άγγλων και Ιταλών, είχαν μείνει ανέπαφες από τη φωτιά. Ο εμπρησμός είχε με ακρίβεια σχεδιασθεί από την Τουρκική Διοίκηση και είχε με συνέπεια εκτελεσθεί. Ξεκινήσαμε τότε με την οικογένειά μου προς την Προκυμαία της Σμύρνης πάλι. Στην πορεία προς την Προκυμαία βρεθήκαμε ξαφνικά σε απίθανο θέαμα: Ορισμένες οικογένειες Σμυρναίων να έχουν βρει καταφύγιο στο Νεκροταφείο της Σμύρνης. Μετά κάποιους δισταγμούς των γονέων μας, εγκατασταθήκαμε και εμείς εκεί. Ζήσαμε τέσσερα μερόνυχτα μέσα εκεί ανενόχλητοι από τους Τούρκους. Την τέταρτη όμως ημέρα αεροπλάνο έρριξε προκηρύξεις έντυπες, με το θλιβερό άγγελμα προς τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, ότι διατάσσονται να εγκαταλείψουν το έδαφος της Τουρκίας οι γυναίκες με τα μικρά παιδιά τους, ενώ οι άνδρες άνω των 16 ετών κρατούνται όλοι ως όμηροι πολέμου. Εν τω μεταξύ, Τούρκοι στρατιώτες ετοποθετήθηκαν φρουροί στις Πύλες του Νεκροταφείου. Οι γονείς μας αποφάσισαν ότι πρέπει να διαφύγομε. Πλησιάσαμε στην έξοδο, η μητέρα μου να έχει στην αγκαλιά το μικρό αδελφό μας Τηλέμαχο και να κρατάει από το χέρι την αδελφή μας Ελισάβετ και να ακολουθεί ο πατέρας μας και να μας κρατάει από το χέρι τους δίδυμους αδελφούς. Εμφανίστηκε τότε, Άγγελος παραστάτις, μια Εβραιοπούλα και με νεύμα προς τη μητέρα μου την ειδοποιεί ότι θα απασχολήσει με γλυκόλογα τον Τούρκο φρουρό, για να ξεφύγομε από την προσοχή του και να εξέλθομε. Και αυτό έγινε. Αναμιχθήκαμε στο πλήθος και πορευόμαστε προς την Προκυμαία. Προσπεράσαμε το μικρό, ανατολικό, μη πυρπολημένο τμήμα της και ατενίσαμε τα οικτρά ερείπια ωραίων κτιρίων, που έως πριν ολίγες ημέρες στέγαζαν και συμβόλιζαν τον ωραίο πολιτισμό και την ευμάρεια ζωής των Σμυρναίων. Στον χώρο των θλιβερών αυτών ερειπίων βρίσκονταν ήδη γυναίκες, άνδρες και παιδιά, και προσπαθούσαν να εξεύρουν τα στοιχειώδη για την επιβίωση, ενώ και αγωνιούσαν με την αβεβαιότητα για ό,τι θα έφερναν οι επόμενες ώρες και ημέρες. Βαδίζαμε στην Προκυμαία, κουρασμένοι και νηστικοί προς το άλλο άκρο της. Μια στιγμή συναντήσαμε την πλαϊνή της κατοικίας μας οικογένεια και η νεαρά κόρη τους, περίφημη για την ομορφιά της, αναμαλλιασμένη τώρα και ταλαιπωρημένη, ρίχθηκε στην αγκαλιά της μητέρας μου και της έλεγε με λυγμούς: «Τί πάθαμε! Τί πάθαμε:!». Κάποτε φθάσαμε στο δυτικό άκρο της Προκυμαίας και συνεχίσαμε από εκεί προς το εγγύτερο δυτικό προάστειο της Σμύρνης, Καρατάσι, όπου κατοικούσαν ξαδέλφια της μητέρας μου, κάτοχοι περσικής υπηκοότητας. Η κατοικία τους ήταν ωραία έπαυλη πλάι στη θάλασσα. Και ζήσαμε εκεί δύο ημέρες θαλπωρής. Την τρίτη όμως ημέρα ιταλική ατμάκατος παραβίασε τον επιθαλάσσιο κήπο της. Ο Ιταλός αξιωματικός ζήτησε από τον εξάδελφο της μητέρας μας συγγνώμη και του εμπιστεύθηκε ότι έρχεται να ειδοποιήσει τους Ιταλούς του προαστείου ότι κατά πληροφορίες προϊσταμένων του επίκεινται σφαγές. Αναγκασθήκαμε τότε να φύγομε από το προάστειο και να κινηθούμε και πάλι προς την προκυμαία της Σμύρνης. Με ταλαιπωρητική πορεία, εν μέσω Τούρκων διαδηλωτών και των νικητήριων αλαλαγμών τους, φθάσαμε σε κάποιο σημείο της Προκυμαίας, όπου επιβιβασθήκαμε σε πλοιάριο με προορισμό την αντίκρυ της Σμύρνης κωμόπολη Κορδελιό. Εκεί διέμενε η οικογένεια του αδελφού του πατέρα μου Δημήτριου και φιλοξενούσαν την αδελφή της συζύγου του και τα δυο παιδιά της, γεννημένα στην Αμερική. Χάριν των δύο αυτών παιδιών Αμερικανός πεζοναύτης φρουρούσε την κατοικία του θείου μου. Εκεί βρήκαμε πάλι άσυλο. Μετά δύο ή τρεις ημέρες όμως ο Αμερικανός πεζοναύτης αποχωρεί και παραλαμβάνει τα δύο «αμερικανάκια» με τη μητέρα τους. Τους ακολουθούμε η οικογένειά μου και μας επιτρέπουν να επιβιβασθούμε και εμείς σε μια μαούνα. Μετά ολίγην ώρα έρχεται αμερικανική ατμάκατος και αρχίζει να ελκύει τη μαούνα προς τη Σμύρνη. Όταν πλησιάσαμε αμερικανικό πολεμικό πλοίο, η αδελφή της θείας μας και τα δύο παιδιά της, όπως και άλλοι, δεκτικοί αμαρικανικής προστασίας, επιβιβάσθηκαν στο αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Η οικογένειά μου, καθώς και άλλες οικογένειες, παρά τις παρακλήσεις μας αφεθήκαμε πάνω στη μαούνα, προσαραγμένη στην Προκυμαία. Περάσαμε φοβερή νύχτα εκεί, με την αγωνία της επικείμενης και σε μας βιαιοπραγίας κακοποιών Τούρκων. Ακούαμε κάθε τόσο κραυγές πόνου από την άλλη άκρη της μαούνας, την εγγύτατη προς την Προκυμαία, καθώς ανέβαιναν στη μαούνα με ληστρικές τουλάχιστον προθέσεις και αποσπούσαν χρυσά δαχτυλίδια και άρπαζαν χρήματα οι ασύδοτοι αυτοί κακοποιοί.


Το πρωί της επόμενης μέρας κατεβήκαμε από τη μαούνα στην Προκυμαία και βρήκαμε κάποια θέση να καθίσομε στο ρημαγμένο κήπο ερειπωμένου Κέντρου διασκεδάσεως. Το απόγευμα εμάθαμε, ότι έφθασαν ελληνικά εμπορικά πλοία χωρίς σημαία, για να μη ερεθίζεται ο τουρκικός όχλος, και ότι θα μπορούσαμε ίσως να επιβιβασθούμε σ’ αυτά. (Είχε μόλις προηγηθεί σύναψη Ανακωχής. Επιτράπηκε λοιπόν να έλθουν τα ελληνικά μη πολεμικά πλοία.) Η Ελληνική τότε κυβέρνηση, διορισμένη και στηριγμένη από την υπό τον Πλαστήρα Επανάσταση του στρατού και του στόλου, δεν δίστασε να ενεργήσει ό,τι έπρεπε για τη διάσωση των γυναικόπαιδων έστω μόνον των Ελλήνων της Σμύρνης και της άλλης Μικράς Ασίας, χωρίς να φοβηθεί το δυσβάσταχτο βάρος του δημιουργούμενου τεράστιου προσφυγικού ζητήματος. Αλλά έγινε τεχνικά δυνατή σε χρόνο σύντομο η σωστική μεταφορά των χιλιάδων αυτών εξαθλιωμένων ήδη προσφύγων, καθώς ο Υπουργός στην προηγούμενη Κυβέρνηση Νικόλαος Στράτος έστειλε από τη Σμύρνη δύο ημέρες πριν από την είσοδο των Τούρκων τηλεγραφική εντολή, με προσωπική του πρωτοβουλία, στον Υπουργό της Εμπορικής Ναυτιλίας Λεωνίδα να διατάξει τα ελληνικά εμπορικά πλοία όπου γης να πλεύσουν αμέσως προς τα νησιά Λέσβο, Χίο, Σάμο και έτσι βρέθηκαν έγκαιρα συγκεντρωμένα εγγύς της Σμύρνης αρκετά πλοία για να παραλάβουν και να σώσουν τα γυναικόπαιδα των Μικρασιατών Ελλήνων, πριν εξοντωθούν πεταγμένα στις εχθρικές ήδη ακτές.


Αποφάσισε ο πατέρας μου να προσπελάσομε τα πλοία, για να δοκιμάσομε τη διαφυγή. Ήταν προσαραγμένα στην ανατολική άκρη της Προκυμαίας. Για να φθάσομε αυτά, περιμέναμε σε μεγάλη ουρά και χρειαζόταν να περάσομε τρεις ζώνες ελέγχου. Υψηλόκορμοι συγγενείς μας, έτοιμοι και αυτοί πλάι μας στην προσπάθεια για προσέγγιση προς τα πλοία, είδαν στο βάθος και είπαν στους γονείς μας, ότι κρατούν οι Τούρκοι τους άνδρες και αφήνουν να περάσουν μόνο γυναίκες με παιδιά. Εκείνοι αποσύρθηκαν τότε, για να αποφύγουν την κράτησή τους. (Αργότερα προσπάθησαν, κρατήθηκαν ως όμηροι και μετά επίπονη πορεία προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας εξοντώθηκαν από φανατικούς Τούρκους πλησίον της Μαγνησίας).


Ο πατέρας μου επέμεινε στην προσπάθεια για διαφυγή. Πλησιάσαμε στην πρώτη ζώνη ελέγχου, δωροδόκησε ο πατέρας μου τους Τούρκους ελεγκτές και μας αφήκαν να περάσομε όλοι. Το ίδιο έγινε και στη δεύτερη ζώνη ελέγχου. Στην τρίτη όμως ζώνη ελέγχου δεν επέτρεψαν να περάσει και ο πατέρας μου. Δωροδόκησε πάλι ο πατέρας μου και μας αφήκαν να γυρίσομε όλοι οπίσω. Έλεγαν οι γονείς μου προς τους φρουρούς των δύο πρώτων ζωνών ελέγχου, ως εξήγηση της επιστροφής μας: «Χάσαμε ένα παιδί και γυρίζομε να το βρούμε». Και ώρα πολλή μείναμε κάπου εκεί με την ελπίδα να χαλαρώσει τυχόν ο έλεγχος. Η κατάσταση όμως της υγείας μας από την κακουχία, ιδιαίτερα του ενάμισυ έτους αδελφού μας, ήταν πολύ άσχημη. Και ο πατέρας μου αποφασίζει να διακινδυνεύσομε πάλι την προσπάθεια για την επιβίβαση, έστω και αν κρατηθεί ο ίδιος, γιατί διαφορετικά θα πεθάνουν από τη δυσεντερία τα παιδιά. Με την άκαμπτη επιμονή του πατέρα μου επιχειρήσαμε την προσπέλαση προς τα πλοία. Εκείνος κρατήθηκε όμηρος. Η μητέρα και τα παιδιά επιβιβασθήκαμε στο εγγύτερο πλοίο, με δάκρυα για την κράτηση του πατέρα. Ήταν εκεί σωρός ήδη παιδιά και γυναίκες, αλλά και θρήνος και οδυρμός για τους κρατημένους άνδρες.

The following two tabs change content below.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή