Γιάννης Βλαχογιάννης: “Αντρειωμένος” | Διήγημα

Τέτοιος μια μέρα φάνηκε να κατεβαίνει απ’ του βουνού τα ρόβολα, και δε θέλησε να πει πούθε είχε ξεκινήσει. Έμοιαζε όπως κ’ ήτανε γιδοβοσκός, ώς δεκοχτώ χρονώ μεγάλος άγουρος· στη ζώνα του είχε τη φλογέρα, ένα σακούλι άδειο κρεμασμένο από την πλάτη, και στο χέρι την αγκλίτσα την ψηλή, μιάμιση από τ’ ανάστημά του.

by Times Newsroom
  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ

Αντρειωμένος

ΑΥΤΟΣ δεν ήταν άνθρωπος· ήτανε θεριό, δράκος, του βουνού στοιχειό. Μάνα ανθρώπου δεν τον έκαμε· άνοιξε η γη κι ατόφιο τον ξετίναξε, σα να τη χτύπησε βροντή. Τα στήθια του σαν πολυτρίχι, που το θρέφει ο ιδρός του βράχου και χνουδίζει νιόβγαλτο· τα χέρια του σαν κόπανοι πελεκητοί· πίσω ριγμένο τω μαλλιών το κύμα ηλιόξανθο, και τα μάτια θαλασσιά.

Τέτοιος μια μέρα φάνηκε να κατεβαίνει απ’ του βουνού τα ρόβολα, και δε θέλησε να πει πούθε είχε ξεκινήσει. Έμοιαζε όπως κ’ ήτανε γιδοβοσκός, ώς δεκοχτώ χρονώ μεγάλος άγουρος· στη ζώνα του είχε τη φλογέρα, ένα σακούλι άδειο κρεμασμένο από την πλάτη, και στο χέρι την αγκλίτσα την ψηλή, μιάμιση από τ’ ανάστημά του. Στεκόταν είτε περπατούσε, έμοιαζε σαν πρωτολάτης τράγος, αγνώριστος ανάμεσα στων τράγων τη γενιά. Τέλος, ένα πλάσμα αγριμικό, που μπρος στα μάτια του ο κόσμος όλος ήταν ένα ξάφνισμα. Μες στα τσαρούχια του έκρυβε ίσως όχι ανθρώπου δάχτυλα, παρά τραγόνυχα διχαλωτά, έτοιμα να πάρουνε την πρόγγα τους πίσω κατά πάνω στα βουνά.

Όταν η συντροφιά του Καπετάν Κλαρούδα, καθισμένη κάτου από μια καστανιά μοναχική, είδε ένα τέτοιο πράμα ζωντανό να κατεβαίνει, χωρίς άρματα με τη θεριακωμένη αγκλίτσα μοναχά στο χέρι, ράβδα γιομάτη κόμπους από πουρνάρι ολόισο, όπως και του ίδιου πουρναρίσια ήταν η κορμοστασιά, τα παλικάρια στην αρχή απομείνανε χαζά, ύστερα λυθήκανε σε γέλια, μα γοργά σάμπως, τους φάνηκε,σταμάτησε η καρδιά τους από φόβο αλλόκοτο.

– Τι φύτρο τ’ θεού είναι τούτο; είπε σιγά ένα παλικάρι. Το βοσκόπουλο έδωσε την απόκριση γοργή με την αγριοφωνάρα του. Είπε πως οι Αρβανιτάδες του ’χαν πάρει όλα τα γίδια την ώρα που ’λειπε απ’ τη στάνη, αφήνοντας μονάχα τα σκυλιά – είχε πάει να κόψει ξύλα – του σκοτώσανε και τα σκυλιά.

– Τώρα τι λογιάζεις να κάμεις; ρώτησε ο Καπετάν Κλαρούδας ζωηρά.

Ο τσοπάναρος έσκυψε το τρανό κεφάλι να συλλογιστεί, μα η όψη του γίνηκε σαν του μικρού παιδιού στριμμένη μαζί και γελαστή. Ύστερα γύρισε απάνου του τ’ αγαθά, σαν το νερό καθάρια μάτια του.

– Θέλω να ’ρθω μ’ εσένα, καπετάνε ! είπε απλά.

– Ξέρεις απ’ άρματα;

– Σκότωσα τρεις Αρβανίτες…

– Πού και πώς τους σκότωσες;

– Με την “αγκούτσα” τούτη ’δω που βλέπεις. Τους κυνήγησα άμα μου πήραν τα τραγιά, τους έφτασα στο δρόμο… Οι άλλοι μου γλιτώσαν. Πήραν και τα τραγιά.

Γελάσαν όλοι ακούοντας αυτά. Ο τσοπάνος δεν πειράχτηκε από τα γέλια τους. Ύστερα οι άλλοι δείξανε πως δεν πιστεύαν τάχατε τα λόγια του· τότε αυτός έσφιξε γερά την αγκούτσα και την έφερε γυροβολιά σα να ’τανε σφεντόνα. Και τους κοίταξε έναν-ένα, και τους μετρούσε πατόκορφα, χωρίς μιλιά να βγάλει. Για λίγο τον κοιτάζανε κ’ εκείνοι αμίλητοι, μα χάσανε σιγά το γέλιο από την όψη.

– Σήμερα, ώς το βράδυ, μπορεί να ’χουμε πόλεμο, είπε ο καπετάνος· γι’ αυτό φυλάμε ’δω καρτέρι. Τι να σε κάμω τώρα; Για σπαθί, θα σου βρω καμιά κοσιά, απ’ αυτούς που θερίζουν τα γεννήματα…

– Θα ’ρθω, καπετάνε, χωρίς άρματα· μου φτάνει τούτη ’δω η Γληγόρου· ντουφέκι θέλω μοναχά… Πάρε με, καπετάνε…

Το παρακάλιο του ήτανε πάλι σα μικρού παιδιού παράπονο αθώο και τρυφερό. Γελάσανε τα παλικάρια.

– Καλά, θα σε πάρω να σε δοκιμάσω ! είπε ο καπετάνος τάχα σοβαρός πολύ.

Το βοσκαρούδι έφεξε όλο από τη χαρά του.

– Καλά, θα με παίρνεις στον πόλεμο, είπε, μα ύστερα θα γυρίζω και στο μαντρί καμιά φορά; Ας μην έχω τώρα “πράματα”, θα φκειάσω άλλα, θα πάω ν’ αρπάξω από καμιά τρανή κοπή σα κάτου στον κάμπο… Πώς τα πήραν άλλοι τα δικά μου;

– Τούρκοι ή Χριστιανοί, το ίδιο κάνει; ρώτησε ο καπετάνος.

– Όποιος με πειράζει εμένα, τ’ κάνω το κεφάλι του ξυλοπινάκα.

– Σαν τη δική σου την κεφάλα : είπε ένα παλικάρι.

– Σκάσε, Ακρίδα ! είπε ο καπετάνος.

– Ας λέει, είπε το βοσκαρούδι, ας κάνει υπομονή, πρώτη μέρα που ’ρθα, κ’ ύστερα βλέπουμε ποιος θα κάνει το κεφάλι τ’ αλλουνού…

– Μού φοβερίζεις τα παλικάρια ; είπε ο καπετάνος με χαμόγελο.

– Να τους πεις να κάθουνται καλά… Αν δε σ’ αρέσω και της αφεντιάς σ’, να φεύγω. Γι’ αυτό σου είπα, στον πόλεμο μοναχά θέλω να ’ρχουμαι. Σ’ αρέσω ή όχι ; Τούρκους βρίσκω και σκοτώνω μοναχός μου…

– Ανάβεις σαν την ίσκα, μονοκοπανιά, είπε ο καπετάνος· πες μου, γιατί δε θέλεις να γραφτείς και να μένεις για πάντα στη συντροφιά μας ;

– Τρώω πολύ ! είπε ο τσοπάναρος , κ’ έσκασε κάτι γέλια, που κάνανε ν’ αντιγελάσει αντίκρυ το βουνό.

– Τώρα θα δούμε ! είπε ο καπετάνος πρόθυμος· να, το τραπέζι στρώθηκε. Κοπιάστε όλοι !

Από το λιανισμένο ψητό κριάρι έφαγε ο φίλος το μισό. Τα παλικάρια με χαρά τους τού προσφέρανε τα πιο χοντρά κοψίδια· όλα τα σάρωσε ο φαγάς, και δεν είπε φτάνει. Ο καπετάνος τότε του πέρασε το τάσι με το κρασί. Μα ο κρεμανταλάς ζήτησε κρύο νεράκι.

– Να ζεις, ωρέ παιδί, να χαίρεσαι ! είπε ο καπετάνος αδειάζοντας το τάσι· από σήμερα είσαι δικός μας σύντροφος. Θα σου χαρίσω ’γω και δέκα γίδες από τις δικές μου, να ξαναφκειάσεις το κοπάδι σου. Βλέπεις, έχω κ’ εγώ “πράματα”, μα τα ’χω δοσμένα μεσιακά. Κάμε κ’ εσύ το ίδιο, να μη ξέρουν οι Τούρκοι πού τα κρύβεις.

– Να είσαι καλά, καπετάνε, είπε ο τσοπάναρος απλά.

_____________________________

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος ΚΕ΄, τόμος 49ος, τεύχος570, 1 Απριλίου 1951

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή