Η ελληνική περιπέτεια του ποιητή Στέφαν Γκεόργκε

Ο Γκεόργκε αυτός ο μυστικοπαθής και εσωστρεφής χαρακτήρας, ο κοσμοπολίτης αριστοκράτης συμβολιστής ποιητής υπήρξε όπως φαίνεται ένας ιδεαλιστής διανοούμενος που λάτρεψε το αντρικό σώμα όπως οι αρχαίοι έλληνες το αντικατόπτριζαν στην πλαστική τους τέχνη

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

«Μόνο εγώ. Την καρδιά μου τη νιώθω και τους ανθρώπους τους ξέρω. Δεν μοιάζω με κανέναν από όσους συνάντησα. Τείνω να πιστεύω πως δεν μοιάζω με κανέναν από όσους υπάρχουν. Κι αν δεν είμαι καλύτερος, είμαι οπωσδήποτε αλλιώτικος. Το αν η φύση έκανε καλά ή άσχημα πού έσπασε το καλούπι μες στο οποίο με έχυσε είναι κάτι που δεν μπορεί να το κρίνει κανείς προτού με διαβάσει». (Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Εξομολογήσεις»)

  • Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
  • giorgosbalurdos.blogspot.com 

Έχω αναφερθεί και σε παλαιότερα σημειώματα στην «καθοριστική» συμβολή ορισμένων βιβλιοπωλών και παλαιοπωλών στην διάδοση και αγάπη των νέων της γενιάς μου στο διάβασμα. Για τους νέους και τις νέες των χρόνων της μεταπολίτευσης του 1974, σημαντική υπήρξε η βοήθεια-παρότρυνση ορθότερα-ορισμένων πωλητών εργαζόμενων σε βιβλιοπωλεία και πλασιέ βιβλίων, στο να μας εμφυσήσουν την αγάπη για ανάγνωση, να μας φέρουν κοντά σε μία πρώτη επαφή με τον Κόσμο του Βιβλίου. Να ανάψουν την σπίθα της επιθυμίας μας για την κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία, την ποίηση, το δοκίμιο, την ιστορία, (αρχαία, βυζαντινή, νεότερη, ευρωπαϊκή και παγκόσμια).

Πλασιέδες που γυρνούσαν από δουλειά σε δουλειά, από σπίτι σε σπίτι με μία μαύρη φορτωμένη πάντα τσάντα, με το πλούσιο σε είδη και κατηγορίες δειγματολόγιο βιβλίων τους προς πώληση, παραγγελία, σε δόσεις. Συνηθέστερα μας δειγμάτιζαν τίτλους εγκυκλοπαιδειών. Το «Λεξικό του Ελευθερουδάκη», η εγκυκλοπαίδεια του «Ηλίου», η «Δομή» με δωρεάν το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Δημητράκου, «Ο θαυμαστός κόσμος των Ζώων», τα «Μεγάλα Μουσεία του Κόσμου» κλπ. Μέσα σε αυτόν τον πλούτο των πολύχρωμων εικόνων και των λέξεων, τίτλων και ονομάτων συγγραφέων, πρωτόγνωρο και θαυμαστό για εμάς τους νέους και τις νέες που βγαίναμε από μία εφτάχρονη δικτατορία, και μας έφερναν σε επαφή οι πάντα πρόθυμοι και ευγενικοί πωλητές, ήρθε και ο γράφων σε γνωριμία με τις εκδόσεις «Γαλαξία» και τις εκδόσεις «Δωδώνη».

Ας μου επιτραπεί να μνημονεύσω το όνομα ενός πλασιέ, του κυρού πλέον Μελέτη. Σε μία από τις επισκέψεις του στο χώρο της εργασίας μου, εργαζόμουν από πολύ μικρός σαν μαθητευόμενος το πρωί ενώ παράλληλα σπούδαζα, μας έδειξε δύο καταλόγους εκδόσεων-που αναφέρω- που είχε μέσα σε διαφάνεια. Ήταν τα πολύχρωμα καλαίσθητα μικρά βιβλία τσέπης των εκδόσεων «Γαλαξία» ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. Βιβλία μικρά, με προσεγμένες μεταφράσεις, καλαίσθητα, σε χρώμα πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, μπλε εξώφυλλο και οπισθόφυλλο. Τίτλοι ελληνικοί και ξένοι, συγγραφείς έλληνες και αλλόγλωσσοι, έργα άγνωστα σε όλους εμάς, ή τουλάχιστον, εν μέρει γνωστά,  μια και οι δεμένες παλαιές εκδόσεις «Δαρεμά» είχαν φροντίσει να μας μυήσουν στα κλασικά, κυρίως της γαλλικής λογοτεχνίας έργα.

Η δεύτερη σειρά βιβλίων που μας δειγμάτιζε ήταν των εκδόσεων «Δωδώνη» του Λάζου. οι οποίες μαζί με τον κόσμο της ξένης ποίησης σε μετάφραση του ποιητή Άρη Δικταίου μας μύησαν με τον κόσμο του Θεάτρου. Οι θεατρικές σειρές –ελληνικές και ξένες-των εκδόσεων «Δωδώνη» μας περπάτησαν από πολύ νωρίς στο θεατρικό πολύοσμο λιβάδι με τις μεταφράσεις τους. Όπως στα παιδικά χρόνια ο Αχιλλέας Μαμάκης από το ραδιόφωνο κάθε Κυριακή (;) μας συντρόφευε με το θέατρο στο μικρόφωνο. Οι εκδόσεις λοιπόν «ΓΑΛΑΞΙΑ» (αργότερα έμαθα ότι ανήκαν στην πρωινή εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της δημοσιογράφου Ελένης Βλάχου), με έφεραν σε επαφή με έναν έλληνα παλαιό ποιητή και έναν τίτλο βιβλίου του, που όμως, δεν περιείχε ποιήματα αλλά δοκίμια.

Ο έλληνας ποιητής ήταν ο Δημήτριος Καπετανάκης και το μικρό βιβλίο 170 σελίδων έφερε τον τίτλο «ΔΟΚΙΜΙΑ» ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ. ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ. Διαβάζουμε στην μέσα σελίδα: «Εξετυπώθη τον Αύγουστον του 1971, εις το τυπογραφείον των Εκδόσεων Γαλαξία- Αριθμός Εκτυπώσεως 209. Θα ήταν αστείο να διευκρινίσω ότι γνώριζα οτιδήποτε-τότε- για τον συγγραφέα και το θέμα. Το έμπειρο όμως και διορατικό βλέμμα του πλασιέ, κατάλαβε ότι όφειλε όχι μόνο να μου πουλήσει αλλά και να με φέρει σε επαφή με έναν άλλο άγνωστό μου κόσμο.

Η μοίρα έκτοτε διαγράφηκε στην επιλογή των διαβασμάτων μας. Τα κατοπινά χρόνια, όταν πιά είχα μία σχετική λογοτεχνική επάρκεια και διάβασα ποιός ήταν ο Καπετανάκης και ποιά η θέση του στα ελληνικά γράμματα, το 1988 αγόρασα τον τόμο «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ» ΔΟΚΙΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ, εκδόσεις ΧΆΡΒΕΫ. Ντενίζ Χάρβεϋ και Σία, Λίμνη Ευβοίας 1988, σελίδες 286. Δημήτριος Καπετανάκης, Κωνσταντίνα Καπετανάκη και Μαρία Τράντα.  Η μνημόνευση του πρόωρα χαμένου ποιητή, κριτικού, μεταφραστή και αισθητικού Δημητρίου Καπετανάκη (Σμύρνη Μικράς Ασίας 20/1/1912-Λονδίνο Ηνωμένο Βασίλειο  9/3/1944), δεν γίνεται τυχαία.

Η μελέτη του για τον γερμανό ποιητή «Στέφαν Γκεόργκε», οι μεταφράσεις ποιημάτων του από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που διάβασα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» (και περιέχεται στο βιβλίο του) καθώς και οι μεταφράσεις Γερμανών ποιητών από τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο, στάθηκαν οι πρώτοι δίαυλοι επικοινωνίας μας με την ποίηση, την διαδρομή και την φιλοσοφική και αισθητική ταυτότητα του γερμανού συμβολιστή, παράξενου και εκκεντρικού ποιητή, του Στέφαν Γκεόργκε.(Μπούντεσχαϊμ της Ρηνανίας 1868-Μινούζο της Ελβετίας 1933). Του Γερμανού ποιητή που ανήκε στην Μαλλαρμεϊκή ομάδα των διανοουμένων. Παράξενοι, απρόβλεπτοι και πολλές φορές τυχαίοι οι δρόμοι επαφής με σημαδιακά έργα και πρόσωπα της ελληνικής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας συγγραφικής παράδοσης και πολιτισμού.

Όσον αφορά το έργο και την φιλοσοφική ταυτότητα του Δημητρίου Καπετανάκη (ακροθιγώς να σημειώσουμε) ότι μας την δίδαξαν οι ομάδα των επιστημόνων και συγγραφέων της γενιάς του 1930 (τόσο κατασυκοφαντημένης) οι οποίοι είχαν σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Χαιδελβέργης. Ο νομικός και καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο κοινωνιολόγος και καθηγητής Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο φιλόσοφος και καθηγητής Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, ο τελευταίος μάλιστα, τον συνάντησε από κοντά όπως μας εξομολογείται στο γνωστό-εξαντλημένο εδώ και χρόνια-βιβλίο του για τα χρόνια του στην Χαϊδελβέργη.

Ο δε πολιτικός και εγκυκλοπαιδιστής, κοινωνιολόγος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, έχει γράψει και δημοσιεύσει-από τους άλλους δύο-τα περισσότερα κείμενα για τον Δ.Κ., μιλώντας με ευαισθησία και παρρησία, επαινώντας τον πρόωρα χαμένο μαθητή του. Ο Κανελλόπουλος έχει επίσης μεταφράσει ποιήματα του Δ.Κ. Ο Δημήτριος Καπετανάκης έφυγε νεότατος από καλπάζουσα λευχαιμία στην Αγγλία όπου είχε διαπρέψει σαν ποιητής και έχαιρε βαθειάς εκτίμησης από άγγλους ομοτέχνους του. Ξεφεύγοντας από τον ελληνικό «Χαϊδελβεργιανό κύκλο», οι μεταφράσεις του ποιητή και εκδότη, επιμελητή εκδόσεων Άρη Δικταίου, στάθηκαν για πολλές δεκαετίες ένας φάρος γνωριμίας μας με την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ποίηση και μυθιστορία και ιδιαίτερα, την γερμανόφωνη παράδοση.

Και μόνο την περίπτωση του μυθιστορήματος «Το Μαγικό Βουνό» του νομπελίστα και δημοκράτη Τόμας Μαν να καταγράψουμε, θα αρκούσε για να κρατήσουμε αναμμένο το καντηλάκι μνήμης αυτού του ακάματου εργάτη των ελληνικών γραμμάτων. Ενός ποιητή και μεταφραστή που οι σύγχρονοι αποδομιστές θέλουν να τον αγνοούν ή να αποσιωπούν τις μεταφραστικές και δοκιμιακές του εργασίες, παραβλέποντας την μεγάλη και σταθερή συμβολή του. Ο Καπετανάκης δεν ασχολήθηκε μόνο με την ποίηση του γερμανού ποιητή Stefan George, βρέθηκε στην Γερμανία για σπουδές ένα χρόνο μετά τον θάνατο του εστέτ ποιητή, το 1934.

Ήρθε σε επαφή και γνώρισε από κοντά ένα μικρό κύκλο νέων γερμανών οι οποίοι υπήρξαν μαθητές του Δασκάλου, όπως ο ίδιος γράφει στο 8 ενοτήτων (Α-Η) εκτενή μελέτη του, ενώ παράλληλα μεταφράζει και ποιήματά του. Έγραψε μελέτες και άρθρα για τον γάλλο συμβολιστή ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ, τον Σαρλ Μπωντλαίρ των οποίων υπήρξε θαυμαστής τους, για τον ρώσο μυθιστοριογράφο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, έδωσε διάλεξη για τον συγγραφέα του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» γάλλο Μαρσέλ Προύστ, δημοσίευσε κριτικές βιβλίων, Τσάτσου, Κανελλόπουλου, Φωτάκου κ. ά., ασχολήθηκε και με τον θεατρικό λόγο, έγραψε ποιήματα στην αγγλική γλώσσα. Στο βιβλίο του Δ. Καπετανάκη των εκδόσεων «Χάρβευ» του 1988, δημοσιεύεται και το καταγγελτικό κείμενό του για τον ποιητή Στέφαν Γκεόργκε και την αινιγματική προσωπικότητά του. Βλέπε «Στέφαν Γκεόργκε» σελ. 180-206, σε μετάφραση Π. Παπασιώπη.

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 2020 η Εταιρεία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού, του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, θα κυκλοφορήσει μία σημαντική και αξιόλογη έκδοση των Έργων του Καπετανάκη σε κασετίνα. Βλέπε Δημήτριος Καπετανάκης, ΕΡΓΑ, ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ 1933-1944, Εισαγωγή-Φιλολογική Επιμέλεια Εμμανουέλα Κάντζια, Βιβλίο Α και Βιβλίο Β. Στον Δεύτερο τόμο του «ΜΙΕΤ» και στον Πρώτο Τόμο Βιβλίο Β, μέρος Β΄ «ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΙΑ-ΤΑ ΑΓΓΛΟΦΩΝΑ» σελίδες 55-80, έχουμε την μελέτη “STEFAN GEORGE”. Ενώ στις χρηστικές σελίδες του «Υπομνηματισμού» σελίδες 320-322, αντλούμε τις αναγκαίες πληροφορίες και τα στοιχεία για το που και πότε δημοσιεύτηκε στα αγγλικά η μελέτη. Αντιγράφουμε από το νούμερο 1: «Πρώτη δημοσίευση στο NWD 2 (Χειμώνας 1942-1943), σ.56-71».

Να διευκρινίσουμε ότι τα αρχικά NWD είναι ο τίτλος  του αγγλικού περιοδικού της εποχής “New Writing and Daylight” με το οποίο συνεργάζονταν ο έλληνας ποιητής και δημοσίευε στην αγγλική γλώσσα τα ποιήματα και τα δοκίμιά του. Το περιοδικό το 1944 του αφιερώνει το 5 τεύχος του. Συνεχίζοντας: «Αναδημοσίευση στο GPE σ. 72-89. Ελληνική μετάφραση του Παύλου Παπασιώπη στο περιοδικό Κριτική 10 (Ιούλιος-Αύγουστος 1960) σ.137-152, με τον τίτλο «Στέφαν Γκεόργκε. Ένας πρόδρομος του Ναζισμού». Η ίδια μετάφραση (με τον τίτλο «Στέφαν Γκεόργκε) στη Μυθολογία, σ. 180-206. Γαλλική μετάφραση στο περ. L’ Arche 13 (Φεβρουάριος 1946). Στο  δοκίμιο αυτό ο Καπετανάκης χρησιμοποιεί πολύ υλικό από τη Μυθολογία του Ωραίου και τις διαλέξεις του για τον Γκεόργκε στον «Ασκραίο», αλλά η προσέγγισή του διαφέρει αισθητά. Παραθέτω τους τίτλους των ποιημάτων και πεζών και τους τίτλους των συλλογών του Γερμανού ποιητή, με τη χρονολογία της πρώτης έκδοσής του. Ο Δ. Κ. συμβουλεύεται τις πρώτες ή τις αναθεωρημένες από τον Γκεόργκε εκδόσεις (Georg Bondi). Όλες οι μεταφράσεις είναι του Δ.Κ.», σ.320.

Στην μελέτη του για τον Γκεόργκε, έχουμε μία ιδιαιτερότητα. Αν εξαιρέσουμε το καθαρά λογοτεχνικό και δοκιμιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Δ.Κ. εντάσσει την ποίηση του Γερμανού ποιητή, οπαδού και μαθητή του συμβολιστή Στέφαν Μαλλαρμέ, και την ένταξή του στην ομάδα των Αισθητιστών όπου ανήκει και ο άγγλος συγγραφέας Όσκαρ Ουάϊλντ, ο Καπετανάκης αποδέχεται την φήμη ότι ο Σ. Γ. στάθηκε «φιλικά» ή «ανεχτικά» απέναντι σε υψηλόβαθμους κυβερνητικούς παράγοντες κατά την αρχή της ναζιστικής δικτατορίας. Πράγμα άδικο όπως μας λεν οι ξένοι μελετητές του αριστοκράτη ποιητή. Ο λόγος του Δημητρίου Καπετανάκη για τον γερμανό ποιητή είναι απόλυτος, καταγγελτικός, αφοριστικός, εχθρικός. Είναι όπως τον κατανοώ φανερά «υβριστικός», απορριπτικός τόσο για το έργο του όσο και για τον χαρακτήρα του ίδιου του ποιητή και Δασκάλου της ομάδας των διανοουμένων που είχε συγκεντρώσει δίπλα του. Τις ίδιες αρνητικές θέσεις εκφράζει ο νεαρός έλληνας και για τα πρόσωπα που συνάντησε και ανήκαν στον κύκλο του. Γράφει μεταξύ άλλων αρνητικών κρίσεών του και σχολιασμών χαρακτηριστικά ο Καπετανάκης:

«Σαν άτομο ο Γκεόργκε ήταν μισαλλόδοξος, απάνθρωπος και διαβρωμένος από τη δίψα της εξουσίας. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για τη στενά ιδιωτική του ζωή. Λέγεται πώς πρίν πεθάνει κατέστρεψε τα περισσότερα απ’ τα γράμματα που είχε γράψει σε φίλους, κι αυτά που διασώθηκαν και δημοσιεύτηκαν πρίν από το θάνατό του δεν αποκαλύπτουν πολλά από την πραγματική ιδιωτική ζωή του. Είναι απρόσωπα, τυπικά, επιφυλακτικά-σαν τις προσωπογραφίες του. Αυτό που ιστορούν οι προσωπογραφίες του είναι ότι η εμφάνισή του πρέπει να ‘ταν εντυπωσιακή- “er hatte et was Imperatorisches in seinem Wesen” «Είχε κάτι το αυτοκρατορικό στη φυσιογνωμία του», έγραφε κάποτε κάποιος φίλος του. Ήταν ψηλός, όπως αρμόζει σ’ έναν Αρχηγό, κι είχε τη δυνατή και γλυπτή φυσιογνωμία ενός λιονταριού, που μάλλον έκρυβε παρά φανέρωνε την εσωτερική του υπόσταση.

Ήταν μιά μάσκα, η μάσκα του Ηγέτη που τον βοήθησε να δημιουργήσει ένα θρύλο γύρω από το πρόσωπό του. Ήταν γεμάτος πόζα. Δυστυχώς η ιστορία της ζωής του δεν είναι παρά η ιστορία μιάς ισόβιας πόζας! Ακόμα και η ποίησή του ήταν πόζα! Αυτοί που διαβάζουν ποίηση για να έρθουν σε επαφή μ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα θα απογοητευθούν πολύ από τον Γκεόργκε. Ακόμα και σ’ αυτές τις στιγμές του που φαινόταν πιό ανθρώπινες δεν είμαστε σίγουροι πώς ο Γκεόργκε δεν υποδυόταν κάποιο ρόλο ότι δεν σχηματοποιούσε, ότι δεν ήταν γεμάτος υπολογισμό. Ακόμη κι όταν διαβάζουμε αυτό το στίχο που φαίνεται τόσο ζεστά ανθρώπινος:

Από τότε που δόθηκα απόλυτα, βρήκα ολοκληρωτικά τον εαυτό μου»

αισθανόμαστε ότι ίσως τον έγραψε γιατί ήθελε να πείσει τους άλλους να αφιερωθούν ολοκληρωτικά σ’ αυτόν.».

Κατά την διαμονή του στην Χαϊδελβέργη ο αγαπημένος έλληνας μαθητής του καθηγητή Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ο Δημήτριος Καπετανάκης, γνώρισε από κοντά και συναναστράφηκε με ορισμένα «από τα πνευματικά τέκνα, τους μαθητές του,  κι είδα ν’ αντανακλάται επάνω τους η εικόνα του Διδασκάλου τους». Από την επαφή του μαζί τους διαπιστώνει ότι «Ο Εθνικοσοσιαλισμός είχε εισχωρήσει στον κύκλο των μαθητών του Γκεόργκε». Ενώ τελειώνοντας την πρώτη ενότητα της μελέτης του σημειώνει: «Σήμερα ξέρω καλύτερα τον Γκεοργκεϊσμό όπως και όλοι μας ξέρουμε καλύτερα τον Χιτλερισμό. Η προσωπική μου επαφή με τους οπαδούς του Γκεόργκε υπήρξε μιά από τις πικρότερες εμπειρίες της ζωής μου.». Τεράστια και εντονότατη η δυσαρέσκειά του νεαρού έλληνα ποιητή και εύλογη.

Ο Δημήτριος Καπετανάκης κάνει άμεση σύνδεση της ποίησης και του ίδιου του αριστοκράτη ποιητή με το φρικτό και απάνθρωπο φαινόμενο του ναζισμού. Κάτι, που παρά την αριστοκρατική «πόζα» και ίσως και «φανφαρόνικη» προσωπική στάση του Γερμανού συμβολιστή ποιητή δεν αποδεικνύει, ούτε τα γραπτά του, ότι ο Καβαφίζων  γερμανός συγγραφέας είχε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση με το κυβερνητικό και ακαδημαϊκό επιτελείο που στήριξαν τον γερμανό δικτάτορα- φύρερ την περίοδο εκείνη. Γράφει σε έντονο ύφος: «Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι η Γερμανία που παρήγαγε τον Χίτλερ παρήγαγε και τον Γκεόργκε. Ο πολιτικός και πνευματικός φασισμός δεν ήταν ένα τυχαίο επεισόδιο της πολιτικής και πνευματικής ζωής της Γερμανίας».

Ο Καπετανάκης βάζει στο ίδιο κάδρο και σκιτσάρει με μελανά χρώματα και τον «γέροντα της Βαϊμάρης» τον κραταιό Γκαίτε «Τί άλλο ήταν ο Γκαίτε την τελευταία περίοδο της ζωής του παρά ένας δικτάτορας του πνεύματος: Σκεφτείτε το θαυμασμό του για τον Ναπολέοντα και τη μισαλλοδοξία του για τις δημιουργικές δυνάμεις των νεωτέρων του. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε πώς κακομεταχειρίστηκε τον Κλάιστ κι ούτε μπορούμε να λησμονήσουμε με πόσο «ανθρωπισμό» στερημένο ανθρωπιάς μεταχειρίστηκε ο Σίλλερ τον Χαίλντερλιν». Από το σκουρόχρωμο βέλος των κρίσεών του, δεν εξαιρεί ούτε τον αρχαιολάτρη και υψιπετή Φρήντριχ Χαίλντερλιν.  «Αλλά τί άλλο ήταν κι ο ίδιος ο Χαίλντερλιν παρά ένας προφήτης του πνευματικού φασισμού, όταν έκρινε σκεπτικά τον πολιτισμό της εποχής του και ρωτούσε: «Ά! πότε, πότε λοιπόν/ θα ξεχυθεί επιτέλους ο χείμαρρος/ πάνω στην ξηρασία μας;/ Αλλά πού είναι αυτός/ που θα επικαλεστεί το ζωντανό πνεύμα;»

Και στην ακροτελεύτια σκέψη του της δεύτερης ενότητα διαβάζουμε: «Αυτή η μακρόχρονη μεσσιανική αναμονή της πνευματικής Γερμανίας να δει αυτόν τον «Κάποιον», αυτόν τον «Έναν», που θα έσωζε το έθνος και την ανθρωπότητα, ήταν μιά από τις δυνάμεις που προετοίμασαν το δρόμο για τον πνευματικό και πολιτικό φασισμό. Εκκλήσεις  σαν αυτές του Χαίλντερλιν που αναφέραμε παραπάνω-και δεν μετριούνται οι όμοιες της στη γερμανική φιλολογία-έδωσαν το δικαίωμα σε ανθρώπους σαν τον Χίτλερ και τον Γκεόργκε να γίνουν πολιτικοί και πνευματικοί δικτάτορες».

Ο απόλυτος και απορριπτικός λόγος του Καπετανάκη, οι αφοριστικές κρίσεις του, οι παράτολμοι συσχετισμοί του (Χίτλερ/ Γκεόργκε) η διασύνδεση του πνεύματος του έργου του ποιητή με το πολεμοχαρές και καταστροφικό πρόσωπο του ναζισμού,-παρά τις κάπως «μαλακότερες» θέσεις του στις υπόλοιπες ενότητες του άρθρου του, που αποδέχεται τις απόψεις ότι ο Γκεόργκε πίστευε στον σημαίνοντα και καθοριστικό ρόλο του ποιητικού λόγου, στην διάπλαση της προσωπικότητας του πολίτη, την διαμόρφωση του χαρακτήρα και ως μόνη καθαρτία λύση στην κοινωνική και πολιτιστική παθογένεια του ευρωπαϊκού πολιτισμού και δημοκρατίας. Η Ποίηση και όχι η Ιδεολογία ήταν το ανάχωμα στα προβλήματα της κοινωνίας και ο ποιητής δεν είναι παρά ένας μύστης-δάσκαλος καθοδηγητής, μοναδικός ηγέτης μιάς πολιτείας.

Κάτι που φέρνει στο νου τις αντίστοιχες απόψεις του θείου Πλάτωνα για τους φιλόσοφους που πρέπει να άρχουν. Είναι φυσικό, η άγνοια και ο αφοριστικός λόγος του Καπετανάκη για τον γερμανό παράξενης φύσης συμβολιστή ποιητή να έκαναν τον τότε νεαρό έλληνα φιλαναγνώστη του ποιητικού λόγου να στρέψει το πρόσωπό του και την αναγνωστική περιέργειά του από την ποίηση του Στέφαν Γκεόργκε. Να κρατήσουν τους ατραπούς αναγνωστικής επικοινωνίας μαζί του κλειστές, εφόσον αλήθευαν οι θέσεις ότι ο Σ.Γ. υπήρξε προάγγελος του ναζισμού. Έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες και εκατοντάδες διαβάσματα για την σχέση του ναζισμού με ανθρώπους της τέχνης και του πνευματικού κόσμου, μπαίνοντας στην Τρίτη Ιστορικά Χιλιετία  του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της ανθρωπότητας, για να ξεκαθαριστεί το σκοτεινό τοπίο, να επανέλθει το ενδιαφέρον μας στην ποίηση του Γκεόργκε.

Ο αναγνωστικός επαναπροσανατολισμος προέρχονταν από τρείς νέες εκδόσεις με σύγχρονες μεταφράσεις ποιημάτων του συμβολιστή ποιητή. Των Σπύρου Καρυδάκη, του Νίκου Βουτυρόπουλου και του Γιώργου Βαρθαλίτη, εκδόσεις που καταγράφω παρακάτω. Το 19 σελίδων βιβλίο του γερμανομαθούς Σπύρου Καρυδάκη είναι αναρτημένο στην προσωπική ιστοσελίδα του συγγραφέα, www. Analphabet. gr   Εξυπακούεται ότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα των διαβασμάτων μας σποραδικά, συναντούσα μεταφρασμένα ποιήματά του ή την αναφορά του ονόματός του κυρίως σε βιβλία που είχαν να κάνουν με τον Δ. Καπετανάκη, Βλέπε πχ. Σπύρος Α. Γεωργίου, «Δημήτριος Καπετανάκης» Δημιουργική Θέα προς το Αιώνιο Εν. Προσεγγίσεις στον στοχασμό του, εκδόσεις (.poema..), Αθήνα 2016.  Ή την παλαιότερη μελέτη του Μανώλη Μαρκάκη, «Εισαγωγικά στην ποιητική του Δ. Καπετανάκη» εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1968, κ.ά.

Σύγχρονη γέφυρα στάθηκε επίσης, το καλογραμμένο και νηφάλιο κείμενο της κ. Ιωάννας Κωνσταντουλάκη- Χάντζου, «Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝ ΓΚΕΟΡΓΚΕ» στο λογοτεχνικό  περιοδικό «Η Λέξη» τεύχος 47/9, 1985, σ.720-724. Η Χάντζου με σεβασμό και ακριβοδίκαιο λόγο βάζει τα πράγματα στην θέση του όσον αφορά τον Σ.Γ. και την «ρετσινιά» που του προσήψαν ως φιλοναζιστή. Κάτι που δεν αληθεύει σαν μαρτυρία εφόσον ο Γκεόργκε βρίσκονταν εκτός Γερμανίας την περίοδο αυτή και δεν δέχτηκε ούτε να απαντήσει σε επιστολή του Γκαίριγκ ούτε αποδέχτηκε την θέση του προέδρου της Νέας Ακαδημίας που σχεδίαζε το δικτατορικό καθεστώς.

Δεν γνωρίζω γερμανικά ούτε είμαι ειδικός πάνω στην Γερμανική ποιητική παράδοση ή τα ποιητικά ρεύματα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, βλέπω τα ποιητικά πράγματα και τα χαίρομαι σαν ένας απλός, ανώνυμος αναγνώστης θιασώτης του ποιητικού λόγου, όπως οι περισσότεροι θέλω να πιστεύω. Βασιζόμενος περισσότερο πολλές φορές στην ποιητική αλήθεια παρά την ιστορική. Τούτου δοθέντος η ερμηνευτική οπτική μου για τον γερμανό ποιητή είναι εύλογο να είχε χρωματιστεί από το βλέμμα πλησιάσματος και τις κάθετες αρνητικές κρίσεις του Καπετανάκη για πολλά χρόνια. Οι θέσεις όμως του Δ. Κ. μου άφηναν και ένα κενό και μου δημιουργούσαν ορισμένα ερωτηματικά. Στις αρνητικές και σκληρές κρίσεις του για τον Γκεόργκε υπήρχε κάτι που δεν μου «κόλλαγε» με τα νεότερα διαβάσματα και ερμηνευτικά σχόλια για τον γερμανό συμβολιστή. Δάσκαλο πολλών νεαρών διανοουμένων του καιρού του. Ας ακούσουμε την φωνή και πάλι του Δ. Κ. να μας λέει:

«Ο Ουόρδσουορθ έγινε ποιητής από την αποκάλυψη της Φύσης, ο Μπωντελαίρ από την αποκάλυψη της αμαρτίας, ο Ρεμπώ από την αποκάλυψη της ευτυχίας και δυστυχίας, και ο Γκεόργκε από την αποκάλυψη του θαύματος του ανθρώπινου κορμιού. Αυτό που απόσπασε βίαια τον έφηβο από την αδιάφορη, την ασήμαντη και σκυθρωπή ύπαρξή του, και τον έκανε να ανακαλύψει το νόημα και τη μαγεία της ζωής, ήταν η «θεία μορφή» ενός σώματος, που ξύπνησε τις αισθήσεις, τα συναισθήματα και το πνεύμα του. Αυτή η «θεία μορφή» δεν ήταν βέβαια μιά απλή εξωτερική πραγματικότητα. Αυτό που μας συγκινεί κυρίως είναι αυτό που εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε-και ο Γκεόργκε κατεχόταν τόσο πολύ  από το δικό του ιδεώδες ενός ωραίου σώματος, όλη του τη ζωή ήταν τόσο στοιχειωμένος απ’ το όραμά του, που ζούσε μόνο γι’ αυτό, ζούσε μόνο για να το ενσαρκώσει σε μιά αναμφισβήτητη και άφθαρτη πραγματικότητα. Αργότερα ομολόγησε πώς αυτό το ιδεώδες καθόρισε όλον το ρυθμό της ζωής του. Δυστυχώς γι’ αυτόν αυτή η ανάγκη να βρει, να δημιουργήσει και να εξουσιάσει αυτό το ιδεώδες σαν απτή πραγματικότητα ήταν τόσο δυνατή που τον οδήγησε σε παραλογισμούς. Αντί να γίνει ο αναμφισβήτητος κάτοχος του σώματος που ονειρευόταν, θέλησε να γίνει παντοδύναμος. Κι η προσωπική φιλοδοξία να κυριαρχήσεις και να εξουσιάσεις τους άλλους ανθρώπους είναι μιά από τις πιό καταστρεπτικές ανθρώπινες παρορμήσεις. Καμιά ανθρώπινη σχέση δεν μπορεί να βασιστεί σ’ αυτήν. Η χρησιμοποίηση της πολιτικής δύναμης για προσωπικές φιλοδοξίες και εγκλήματα. Επίσης έγκλημα είναι να χρησιμοποιείς τη δύναμη της ποίησης για να εξυπηρετήσεις τις προσωπικές σου φιλοδοξίες-ένα έγκλημα του πνεύματος, που πρέπει να φυλαγόμαστε απ’ αυτό.».

Είναι βέβαιο ότι ο έλληνας ποιητής βρίσκεται την περίοδο εκείνη μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα των δημοκρατικών και προοδευτικών συγγραφέων και ευρωπαίων πολιτών που αντιτάσσονταν δυναμικά απέναντι στο φαινόμενο του ναζισμού εντός και εκτός Γερμανικής επικράτειας. Όπως γνωρίζουμε το σύνολο σχεδόν των Γερμανών και Ευρωπαίων και Ελλήνων Συγγραφέων ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στο Ναζισμό και την απεχθή ηγεσία του ηγέτη του Χίτλερ.

Οι διανοούμενοι και προοδευτικοί αλλά και οι αστοί μυθιστοριογράφοι, ποιητές, στοχαστές, φιλόσοφοι όρθωσαν την φωνή τους και τα κάθε μορφής πνευματικά και καλλιτεχνικά έργα τους ενάντια στο καθεστώς αυτό και την στρατοκρατική και απάνθρωπη ρατσιστική πολιτική του. Είτε διέφυγαν από την Γερμανία την περίοδο της διακυβέρνησης του Φύρερ, είτε εντάχθηκαν στην αντίσταση, είτε αντιστάθηκαν με τα δημοσιεύματά τους, τα βιβλία τους τα δημοσιεύματά τους ενθαρρύνοντας τις ομάδες εκείνες των πολιτών που είχαν καταφύγει στην παρανομία. Άλλοι αυτοεξορίστηκαν καταφεύγοντας σε χώρες που δεν είχαν εισβάλει οι δυνάμεις του άξονα. Πολλοί δολοφονήθηκαν ή φυλακίστηκαν από το δικτατορικό ναζιστικό καθεστώς.

Ο Γερμανός ποιητής όχι μόνο αρνήθηκε να αναλάβει ηγετική θέση στη Νέα Γερμανική Ακαδημία που προετοίμαζε η ναζιστική κυβέρνηση να το επαναλάβουμε, αλλά, βρίσκονταν και εκτός Γερμανίας όπου δεν επέστρεψε ποτέ ξανά. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα του και πέθανε στην Ελβετία. Το γεγονός αυτό, όπως φαίνεται, αγνόησε ο Καπετανάκης, «εντασσόμενος» στο μεγάλο ευρωπαϊκό ποτάμι του αντιφασιστικού αγώνα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Στάθηκε μάλλον μόνο στην ιδεολογική φόρτιση του αριστοκρατικού μεγαλείου της ποίησης του Τρακλ και τις απόψεις του περί του αριστοκράτη-ποιητή, αρχηγού και Διδασκάλου του Έθνους και του ρόλου της Ποίησης ως μόνη διέξοδο και απάντηση απέναντι στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ιστορίας.

Αυτές όμως οι θέσεις του, για τον ρόλο που οφείλει να έχει και να διαδραματίζει ο ποιητής- «φύρερ» και το έργο του μέσα στην Κοινωνία, το κοινωνικό σώμα, δεν μας μεταφέρει σε παλαιότερες ιστορικά εποχές και άλλες πνευματικές παιδαγωγικές και πολιτισμικές περιόδους; Της ελληνικής αρχαιότητας και των θέσεων για τους διανοούμενους που εξέφρασε ο ΠΛΑΤΩΝ. Ελιτίστικες μάλλον δεν είναι οι απόψεις που εκφράζει ο θείος Πλάτων στα φιλοσοφικά του έργα ή κάνω λάθος; Γιαυτό εξορίζει τους Ποιητές από την Πολιτεία του. Αριστοκρατικές δεν είναι οι θέσεις του, όσον αφορά και το παιδαγωγικό σύστημά του περί νεανικού έρωτος; Ο βασιλέας φιλόσοφος οφείλει να άρχει του κράτους και των πολιτών. Σε μία πεφωτισμένη δεσποτεία δεν πρέσβευε; Αυτό το σύστημα δεν ήθελε να εφαρμοστεί στο ταξίδι του στην Σικελία ή τον παρερμηνεύω;

Αυτές τις  Πλατωνικές ιδέες δεν ενστερνίστηκαν στα μεταγενέστερα ιστορικά χρόνια και αρκετοί ευρωπαίοι στοχαστές και φιλόσοφοι, ποιητές και κατά καιρούς ηγέτες; Αυτόν τον ρόλο επιφυλάσσει για την Ποίηση, την Τέχνη ευρύτερα ο συμβολιστής γερμανός ποιητής. Η τέχνη για την τέχνη. Γράφει στην αρχή του άρθρου της η Ιωάννα Κωνσταντουλάκη- Χάντζου, του άρθρου προηγούνται δύο αποσπάσματα, από τον άγγλο εστέτ Oscar Wilde: «- «Υπάρχουν δύο κόσμοι: Αυτός που υπάρχει και χωρίς να γίνει λόγος γι’ αυτόν’ λέγεται πραγματικός κόσμος, γιατί τον βλέπουμε και χωρίς να μιλούμε γι’ αυτόν.

Και ο άλλος, που είναι ο κόσμος της Τέχνης’ αυτός για τον οποίο πρέπει να μιλούμε, γιατί διαφορετικά δεν θα υπήρχε» (καθοριστική και εύστοχη άποψη) και του Στέφαν Γκεόργκε –«Κι εσύ ματωμένε στρατιώτη της Ιδέας ΜΑΛΛΑΡΜΕ»: «Στην ποίηση του Στέφαν Γκεόργκε ζούν ακόμα-ίσως για τελευταία φορά-τα στοιχεία μιάς ιδανικής αντίληψης της Ποίησης, πρίν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δώσει χαριστική βολή στον κλασικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που είχε κληροδοτήσει η Αναγέννηση. Στην εποχή του Εξπρεσιονισμού και του Υπερρεαλισμού, ο Σ. Γκεόργκε συνεχίζει μία πορεία που ανάγεται μεν στον Holderlin και στον Goethe, αλλά όπου ενώνεται σαν παραπόταμος η διδασκαλία και το ποιητικό πιστεύω του Στεφάν Μαλλαρμέ. Το Ωραίο ως ενσάρκωση της Ιδέας, η Τέχνη για την Τέχνη είναι η μόνη διέξοδος, η τελευταία ελπίδα που απομένει στον Ποιητή που ζει την κρίση του δυτικού πολιτισμού στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ένας διάχυτος μυστικισμός επιζεί στον γκεοργκιανό λόγο: με την αρχιτεκτονική της μορφή και τα σύμβολά της, η Ποίηση έγινε υποκατάστατο του Θείου σ’ ένα κόσμο χωρίς θεούς».

Εύστοχη η παρατήρηση της Ιωάννας Κωνσταντουλάκη-Χάντζου, για τον νέο ρόλο που έχει να διαδραματίσει ο Ποιητικός λόγος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την σύγχρονη αποστολή του «θεουργού» Ποιητή στην επιθυμία του να προσεγγίσει και να αποκρυπτογραφήσει την ορατή και κρυφή πλευρά του Κόσμου και την φανερή όψη των Πραγμάτων. Πώς το εκφράζει ο νομπελίστας μας Οδυσσέας Ελύτης, «Εξόριστε Ποιητή στον αιώνα σου πες μου τι βλέπεις». Η Χάντζου μάλιστα κάνει και μία συσχέτιση μεταξύ Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και Γκεόργκε, γράφει: «Αν όπως και στον Καβάφη το κάλλος του νεανικού καλλίγραμμου σώματος μεταμορφώνεται σε ποίηση, ο Γκεόργκε –που μετέφρασε τον “Dormeur du Val” του Rimbaud– γνωρίζει καλά, όπως και ο Αλεξανδρινός, την τραγική μοίρα της Ομορφιάς που υπόκειται στη φθορά και τον θάνατο», σ.721.

Σε συσχέτιση με τον Αλεξανδρινό ποιητή και την ενδεχόμενη επιρροή του από τον Γκεόργκε προβαίνει και ο μυθιστοριογράφος και μεταφραστής Σπύρος Καρυδάκης στην εισαγωγή και τον σχολιασμό της δικής του μετάφρασης των 7 ποιημάτων του γερμανού ποιητή. Βλέπε «Ο Γκεόργκε καβαφικός πριν τον Καβάφη ή ο Καβάφης γκεοργκιανός». Ο δημοκράτης νέος από την Ελλάδα, με τον ενθουσιασμό της νιότης του, το θαρραλέο φρόνημά του μεταβαίνοντας για σπουδές στη Γερμανία βρίσκεται μέσα σε αυτό το σκοτεινό και ζοφερό κλίμα της επερχόμενης ανόδου του Ναζισμού στην εξουσία και όχι μόνο διαισθάνεται τον άμεσο κίνδυνο και την καταστροφή των αξιών του δυτικού πολιτισμού αλλά βλέπει με τα μάτια του, τον φανατισμό και ρατσισμό των υποστηρικτών του να εξαπλώνεται γύρω του, και τους νεαρούς οπαδούς του να γυρνούν στους δρόμους διώκοντας και φιμώνοντας κάθε αντίθετη φωνή, εξορίζοντας ή φυλακίζοντάς κάθε αντιφρονούντα, φορώντας την στολή των ες-ες.

Και αρκετοί από τους νέους αυτούς να υπήρξαν μαθητές του Γκεόργκε, να περπατούνε υιοθετώντας την δημόσια εμφάνιση εκείνου που δεν βρίσκονταν πλέον στη ζωή. Όπως φαίνεται, τα νεαρά σε ηλικία γερμανόπουλα ήταν ενταγμένα στα τάγματα εφόδου, διάβαζαν και ασπάζονταν τις ιδέες και τις ποιητικές απόψεις του Στέφαν Γκεόργκε περί φύρερ. (Αγνοώντας ή παραβλέποντας την ομοφυλόφιλη πλευρά της ποίησής του). Χρησιμοποίησαν τον λόγο του όπως αντίστοιχα έπραξαν και με την μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ για να εδραιώσουν το νέο πνευματικό και καλλιτεχνικό τους οραματισμό στην οικοδόμηση της νέας άρειας πολιτείας, να οικοδομήσουν όχι μόνο την νέα γερμανική πνευματική και καλλιτεχνική παράδοση αλλά και να φέρουν κοντά τους γερμανούς συγγραφείς που δεν ασπάζονταν την κομμουνιστική θεωρία.

Αν ευσταθούν οι κρίσεις αυτές, δεν μπορούμε να προσάψουμε την ρετσινιά του ναζιστή στον γερμανό ποιητή, όπως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε χουντικό τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Ανδρέα Καρκαβίτσα ή τον Διονύσιο Σολωμό επειδή το ελληνικό χουντικό καθεστώς της επταετίας προπαγάνδιζε το έργο τους και το χρησιμοποιούσε ως εκπαιδευτικό υλικό. Όταν μάλιστα, έχουμε την περίπτωση του ευφυούς και σπουδαίου αμερικανού ποιητή του Έζρα Πάουντ και την περίπτωση του ιταλού συγγραφέα Ντ’ Αννούτσιου οι οποίοι τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ της φασιστικής κυβέρνησης στην Ιταλία. Ή πάλι, την περίπτωση του νορβηγού πεζογράφου Κνουτ Χάμσουν που συνεργάστηκε με τα κυβερνητικά ανδρείκελα της χώρας του κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Την ανάλογη περίπτωση του γάλλου πολυτάλαντου Ζαν Κοκτώ, και την σχέση του με τη γερμανική κυβέρνηση την περίοδο της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας. Τα ανάλογα συγγραφικά παραδείγματα της πατρίδας μας, στις δύο δικτατορίες. Βλέπε την περίπτωση του περιοδικού «Το Νέο Κράτος». Για τον Στέφαν Γκεόργκε, δεν έχουμε ούτε καν αποχρώσες ενδείξεις ότι υπήρξε φιλικός απέναντι στο ναζιστικό καθεστώς της χώρας του, αντίθετα, σαν αριστοκράτης, κοσμοπολίτης και με τον αέρα της σιγουριάς του πνευματικού ηγέτη, και του ρόλου που επεφύλασσε στον ποιητικό λόγο και ιδιαίτερα στην δική του ποιητική παραγωγή, έτρεφε εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο ναζιστικό «όχλο».

Σίγουρα υπήρξε εκτός από κρυψίνους, συντηρητικός αστός αλλά όχι ναζιστής. Πίστευε στο μεγαλείο και την παντοδυναμία του ποιητικού λόγου στις συνειδήσεις των ανθρώπων, των εκλεκτών. Θεωρούσε ιδεαλιστικά ότι η Ποίηση μπορεί να αλλάξει την κοινωνία, να ανατρέψει τις παθογένειές της, να καθοδηγήσει τις μάζες, και ότι ο ποιητής είναι ένας πνευματικός ηγέτης που μπορεί να είναι ταυτόχρονα και πολιτικός.  (ας θυμηθούμε τις θέσεις και το βιβλίο του Καρλάϋ περί Ηρώων). Θεωρούσε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί η Ποίηση ως μέσω, ως όχημα για να ανέλθει ο Ποιητής στην εξουσία. Αυτό το φαινόμενο όμως, έχει παρατηρηθεί ότι έχει συμβεί στην διάρκεια της Ιστορίας της Ανθρωπότητας, ανεξάρτητα αν δεν το λαμβάνουμε υπόψη μας.

Πέρα από την προσωπική του γνώμη ενάντια στο άτομο Στέφαν Γκεόργκε, πέρα από την ατομική του αντιπάθεια, γερμανό συμβολιστή σαν εκπρόσωπο του κινήματος του Αισθητισμού στην Γερμανία, ο Καπετανάκης, αντιτάχθηκε στην χρήση της Ποίησης ως μέσου για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Σαν ένα άλλο ιδεολογικό μέσο χειραγώγησης του πολίτη. Αυτό δηλώνει ξεκάθαρα η θέση του για το επικίνδυνο της υπόθεσης: «Επίσης έγκλημα είναι να χρησιμοποιείς τη δύναμη της ποίησης για να εξυπηρετήσεις τις προσωπικές σου φιλοδοξίες-ένα έγκλημα του πνεύματος, πού πρέπει να φυλαγόμαστε απ’ αυτό».

Ασπαζόμενοι τις θέσεις του Καπετανάκη, θα γράφαμε ότι ενδέχεται ο Στέφαν Γκεόργκε να υπήρξε ένας «μωροφιλόδοξος», ένας «καιροσκόπος» και «φίλαυτος» ποιητής, όχι όμως οπαδός της ναζιστικής ρατσιστικής θεωρίας. Στην Εισαγωγή του, ο τελευταίος μεταφραστής στην Ελλάδα των ποιημάτων του, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, καθώς αναφέρεται στο σύντομο δραματικό ποίημά του «Η Πυρπόληση του Ναού» από τη συλλογή το «Νέο Βασίλειο», αφήνει ανοιχτό το ερώτημα, σημειώνοντας: «Η διαλογική μορφή του ποιήματος επιτρέπει στον Γκεόργκε να κρατήσει τις αποστάσεις του. Σε αντίθεση με τον Έρνστ Γιούνγκερ (Ernst Junger), πού, μεσούντος του φασισμού, θα καταδικάσει στους Μαρμάρινους Βράχους (Auf die Marmorklippen, 1939) τη βαρβαρότητα, ο Γκεόργκε δεν συνασπίζεται με τον Ίλι μήτε με τους ιερείς. Αντίθετα από τον Πάουντ και τον Ντ’ Ανούντσιο, κράτησε τα χαρτιά του ερμητικά κλειστά. Ίσως δεν μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα αν θα επιδοκίμαζε την επέλαση των βαρβάρων», σελ.26.  Ενώ στην αρχή της τρίτης ενότητας της Εισαγωγής του ο μεταφραστής Γιώργος Βαρθαλίτης αρνούμενος την κρίση του Καπετανάκη σημειώνει: «Ο Γκεόργκε κατηγορήθηκε από πολλούς (μεταξύ των οποίων και από τον Δημήτριο Καπετανάκη) ως πρόδρομος του εθνικοσοσιαλισμού. Η περίπτωση του είναι, οπωσδήποτε, διαφορετική από του Ντ’ Ανούντσιο ή του Πάουντ, γιατί δεν στρατεύθηκε ποτέ στο φασιστικό κίνημα, δεν ήταν αντισημίτης (στον κύκλο του ανήκαν και Εβραίοι), μήτε έδειξε την παραμικρή συμπάθεια για τους Ναζί. Αξίζει να αναφέρουμε πώς ο επίδοξος τυραννοκτόνος στην περίφημη συνωμοσία εναντίον Χίτλερ Κλάους Στάουφενμπεργκ (Claus von Stauffenberg) υπήρξε μαθητής του. Ωστόσο στο έργο του υπάρχουν στοιχεία που εν μέρει προοιωνίζουν τα τυραννικά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Η έννοια λ.χ. του ηγεμόνα-οδηγητή (Fuhrer) προϋπήρχε στον Γκεόργκε. Και κανένας ποιητής δεν εξύμνησε τόσο το απολυταρχικό ιδεώδες όσο εκείνος. Από την άλλη μεριά οι απολυταρχίες του 20ού αιώνα ενσωμάτωναν οχλοκρατικές τάσεις, τις οποίες ασφαλώς ένας άνθρωπος με την αριστοκρατική ιδιοσυγκρασία του Γκεόργκε αποστρεφόταν με βδελυγμία.» σελ. 24. Από την άλλη, ο μεταφραστής των 31 ποιημάτων της συλλογής «Το Βιβλίο των Κρεμασμένων κήπων», Νίκος Βουτυρόπουλος, αναφερόμενος στην υπόθεση της ποιητικής σύνθεση και μιλώντας μας για τα μέτρα της γράφει: «Ίαμβοι και τροχαίοι εναλλάσσονται καταιγιστικά καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, καταλήγοντας σε έναν ύμνο για το ανθρώπινο πεπρωμένο, γραμμένο σε δακτυλικό τετράμετρο:

      Όντα της αγάπης του ρίγους του καημού […]

       Πάνω και κάτω σαν κύματα γλιστράτε.

Κάπως έτσι θα αποδειχθεί και η ζωή για τον ίδιο το δημιουργό και ποιητή Στέφαν Γκεόργκε, ένα κύμα που γλιστρά πάνω κάτω. Ενώ είχε αποκηρύξει κάθε εμπλοκή με πολιτικές ιδεολογίες και αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία μετά την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία, εντούτοις έγινε ο αγαπημένος ποιητής των Γερμανών διανοουμένων εκείνης της μακάβριας εποχής. Ίσως τελικά αυτό που έχει να καταθέσει, εκτός των άλλων, η ποίηση του συμβολιστή αυτού ποιητή σε τέτοιες σκοτεινές περιόδους, να είναι κυρίως η πίστη στην ανθρώπινη ευθύνη και στις αναπότρεπτες όσο και απρόβλεπτες συνέπειες των προσωπικών επιλογών. Ο ήρωας των Κρεμαστών Κήπων κουβαλά στο ακέραιο το βάρος των πράξεών του, και παρά τις αστοχίες του ούτε στιγμή δε χάνει την ικανότητα του αναστοχασμού και της ανάληψης ευθυνών. Με άλλα λόγια, ο Γκεόργκε φαίνεται να προτάσσει εδώ ένα ανθρωπιστικό ιδανικό, δηλαδή τη συνέπεια λόγων και έργων απέναντι στην αιώνια διαπάλη Καλού και Κακού, κάτι που όσο εύκολα προβάλλεται άλλο τόσο εύκολα παραβλέπεται και αναιρείται», σ.12-13.

Ενώ παρακάτω μας λέει: «Ώε ένας από τους επιγόνους του Μποντλέρ, ο Γκεόργκε, ο τελευταίος των συμβολιστών, προβάλλει τον αισθησιασμό ως ύστατο καταφύγιο του ατόμου απέναντι στον παραλογισμό μιας κοινωνίας, η οποία πάσχει θανάσιμα από την έλλειψη ουσιαστικής επαφής με τη φύση, από την απουσία ηθικών προταγμάτων και την αλλοτρίωση. Και εφόσον η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, που αποβλέπει τελικά ο άνθρωπος μέσω της τέχνης; Μήπως στην προσωπική του ευδαιμονία και μόνο; Στο βασανιστικό αυτό ερώτημα, όπου για κάθε καλλιτέχνη υπάρχει και μια διαφορετική τοποθέτηση, ο Γκεόργκε απαντά φορώντας τον ιερατικό του μανδύα, όπως το συνήθιζε, και απαγγέλλοντας μπροστά στο κοινό του «Κύκλου» του στίχους από τις λυρικές ιστορίες του», σελ.13-14.

Εύστοχες επισημάνσεις κάνει και ο μεταφραστής Γιώργος Βαρθαλίτης στην δική του Εισαγωγή. Μας λέει ενδεικτικά: «…Αξίζει να αναφέρουμε πώς ο επίδοξος τυραννοκτόνος στην περίφημη συνωμοσία εναντίον του Χίτλερ Κλάους Στάουφενμπεργκ (Claus von Stauffenberg) υπήρξε μαθητής του. Ωστόσο στο έργο του υπάρχουν στοιχεία που εν μέρει προοιωνίζονται τα τυραννικά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Η έννοια λ.χ. του ηγεμόνα- οδηγητή (Fuhrer) προυπήρχε στον Γκεόργκε. Και κανένας ποιητής δεν εξύμνησε τόσο το απολυταρχικό ιδεώδες όσο εκείνος. Από την άλλη μεριά οι απολυταρχίες του 20ού αιώνα ενσωμάτωναν οχλοκρατικές τάσεις, τις οποίες ασφαλώς ένας άνθρωπος με την αριστοκρατική ιδιοσυγκρασία του Γκεόργκε αποστρεφόταν με βδελυγμία.

Μετά τον πόλεμο προβλήθηκε η ανθρωπιστική διάσταση του έργου του. Από αισθητική άποψη, με τη λατρεία του για την ελληνική αρχαιότητα, ο Γκεόργκε συνεχίζει στον 20ό αιώνα τη δημιουργική παράδοση του ανθρωπισμού ενός Βίνκελμαν κι ενός Χέλντερλιν, η οποία αντιτίθεται στον ακαδημαϊσμό σχολαστικισμό των Γερμανών φιλολόγων, που ο Γερμανός λυρικός δεν τους συμπαθούσε ιδιαίτερα. Η κοσμοθεωρία του όμως, με την έντονη μοιρολατρία που τη διατρέχει και με το απολυταρχικό ιδεώδες που προβάλλει, παρουσιάζει μελανά σημεία που δεν συμβαδίζουν με τις θεμελιώδεις αντιλήψεις του γνήσιου ανθρωπισμού», σελ.24-25.

Ας αφήσουμε αυτό το ζήτημα ανοιχτό, δεν νομίζω ότι θα αλλάξει σε τίποτα την αρνητική πολιτική και κοινωνική και ιδεολογική μας στάση απέναντι στο φαινόμενο του ναζισμού και την καταδίκη του φασισμού μέσα στο διάβα της ανθρώπινης Ιστορικής περιπέτειας. Εξάλλου, στις μέρες μας, η Ποίηση, ο Ποιητικός λόγος, δεν παίζει και σημαντικό ρόλο στις συνειδήσεις και τις ψυχές των σύγχρονων ανθρώπων. Δεν τους αγγίζει. Είναι ίσως ένα αναγκαίο εκπαιδευτικό «πάρεργο» στον χώρο της εκπαίδευσης και ένα αναγκαίο «κακό» για τους ποιητές ιδεολόγους και μπροστάρηδες μιάς άλλης εποχής. Από τον Τυρταίο και τον Όμηρο, τον Βιργίλιο και τους Τροβαδούρους του Μεσαίωνα, τους Ρομαντικούς ποιητές όπως ο Τζών Κιτς, τον οραματιστή Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς και τον Τόμας Στερν Έλιοτ, την ομάδα των Αμερικανών Μπήτ ποιητών και τον επικό νοτιαμερικανό Πάμπλο Νερούντα. Τον δικό μας δάσκαλο Κωστή Παλαμά και τον Άγγελο Σικελιανό, τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιάννη Ρίτσο και τον Κώστα Βάρναλη έχει περάσει αρκετός χρόνος και μία εποχή που όπως φαίνεται, έκλεισε τον κύκλο της. Ο σημερινός άνθρωπος ακόμα και ο σύγχρονος ποιητής επικοινωνεί όχι μέσω του γραπτού λόγου, αλλά μέσω των σόσιαλ μίντια. Και η Ποίηση είναι μία ακόμη λεζάντα στην προβολή και το μήνυμα της εικόνας.

1), ΣΤΕΦΑΝ ΓΚΕΟΡΓΚΕ, 7  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ  + 1  ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ.

Μετάφραση από τα Γερμανικά: ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΡΥΔΑΚΗΣ, εκδ. ana@lphabet σ. 19.

(Το βιβλίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του συγγραφέα και μεταφραστή Σπύρου Καρυδάκη). Μεταφράζονται 7 ποιήματα από «Το Νέο Βασίλειο». 1. Βαρκαρόλα, 2.Ας μην καθυστερώ τόσο στην πύλη. 3.Αν δεν αγγίξω απόψε το κορμί σου. 4.Για να ταράξω την αθωότητά σου. 5.Αμοιβή. 6.Εσύ λυγερός και καθάριος σαν φλόγα. 7. Τραγούδι ΙΙ. Το βιβλίο περιέχει την εισαγωγή του γερμανομαθούς μεταφραστή και το κείμενο «Ο Γκεόργκε καβαφικός πριν τον Καβάφη ή ο Καβάφης γκεοργκιανός».

2), STEFAN GEORG, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΤΩΝ ΚΗΠΩΝ.

Das Buch der Hangenden,  Βερολίνο 1895. Εισαγωγή-μετάφραση από τα γερμανικά Νίκος Βουτυρόπουλος, Επιμέλεια-διόρθωση: Κώστας Παπαθανασίου, Εκδόσεις s@mizdat, Αθήνα Χειμώνας 2015/2016, σ.48. Διανομή άΠειρος χΩρα-Θοδωρής Παντούλας.  Για τη μετάφραση χρησιμοποιήθηκε η συγκεντρωτική έκδοση:  Stefan George, Gesamt-Ausgabe der Werke, Band III Βερολίνο 1930. Το βιβλίο περιέχει Εισαγωγή, σ.11-14 και τα 31 Ποιήματα τα οποία αποτελούν τη συλλογή. Ορισμένες ποιητικές μονάδες φέρουν τίτλο ενώ τα περισσότερα είναι δίχως. Ως τίτλος μεταφέρεται μέσα σε αγκύλη ο πρώτος στίχος. Μεταφραστής στην Εισαγωγή του μας παράσχει και την εξής μουσική πληροφορία: «Δεκαπέντε ποιήματα, από τα τριάντα ένα συνολικά, μελοποίησε ο Άρνολντ Σένμπεργκ, το 1908-1909, στη διάρκεια μιας ιδιαίτερα κρίσιμης καμπής στην προσωπική και καλλιτεχνική του πορεία. Με τα δεκαπέντε αυτά τραγούδια για φωνή και πιάνο (έργο 15), ο Σένμπεργκ καθιέρωσε την ατονική σύνθεση, ανοίγοντας έτσι ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της μουσικής», σ.11

[Ακόμα μια φορά στη χώρα θα πετάξουμε]/ [όταν ξαφνικά μες στο σούρουπο]/[Σε παλάτια ψηλά από γκρίζους αστραφτερούς λίθους]/ [Δύσκολα ακολουθείς ανοιχτές οδούς]/[ Όταν η σεπτή πόλη ύψωσε τα όπλα]/ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ/[Χαλινάρι στους πορφυρούς και χρυσούς]/[Οι λευκοί μου παπαγάλοι]/ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ/ΒΡΑΔΥ ΕΙΡΗΝΗΣ/ [Κάτω από φυλλοστρώματα πυκνά]/[Στου παραδείσου αυτού το άλσος]/ [Σαν αρχάριος διείσδυσα στην αιμασιά σου]/[Αφού ακίνητα τα χείλη μου βγάζουν φωτιά]/ [Πείτε μου σε ποιους δρόμους]/[Με κάθε προσπάθεια πια πεθαίνω]/{Φόβος και ελπίδα εναλλάξ με θλίβουν]/[Αν δεν αγγίξω σήμερα το κορμί σου]/[Σκληρή είναι η τύχη κι εύθραυστη]/[Στέκομαι και παρατηρώ την όμορφη πρασιά]/[‘Όταν πίσω απ’ την ανθισμένη πύλη]/[Κάθε φορά που σε βαθιά λιβάδια με μακάρια σιγή]/ [Ακουμπάς απέναντι από ασημένια ιτιά]/ [Μη μιλάς συνέχεια]/[Τα βράδια κατοικήσαμε πέργκολες σκοτεινές]/[Δαμάστηκαν της δόξας οι κενές ορμές]/[Στα όνειρα ωστόσο τα κατάφερα]/[Το διάδημα πέταξα που δεν έλαμπε πια]/[Στον τελευταίο σταθμό που ξαποσταίνει ο καβαλάρης]/[Μόνος βρέθηκε σε βράχο ψηλό]/ΦΩΝΕΣ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ.

[Σκληρή είναι η τύχη κι εύθραυστη]

Σκληρή είναι η τύχη κι εύθραυστη.
Τι να προσφέρει ένα σύντομο φιλί;
Μια τόση δα σταγόνα βροχής
Σ’ ερημιά καμένη και μουντή
Να τη ρουφά αλύπητα
Που τη δροσιά της χάνει
Στη θέρμη και αναρριγεί., σ.35

[Αν δεν αγγίξω σήμερα το κορμί σου]

Αν δεν αγγίξω σήμερα το κορμί σου
Της ψυχής μου θα σπάσει η κλωστή
Σα να ‘ταν τεντωμένη χορδή.
Ας φορέσω πένθος για σημάδι αγάπης
Αφού σου ανήκω κι υποφέρω.
Κρίνε αν τέτοιο βάσανο μου αξίζει
Ράντισέ με δροσιά γιατί καίω στον πυρετό
Κι έξω σκύβω και παραπατώ., σ.34

[Οι λευκοί μου παπαγάλοι]

Οι λευκοί μου παπαγάλοι
Έχουν κίτρινα λοφία
Πίσω από κάγκελα ζούνε
Πάνω σε λεπτούς κρίκους νυστάζουν
Χωρίς τραγούδι και μιλιά
Αποκοιμούνται βαθιά
Τα φτερά τους δεν απλώνουν ποτέ-
Οι λευκοί μου παπαγάλοι ονειρεύονται
Μακρινές χουρμαδιές., σ.24

3), STEFAN  GEORGE, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ, Εικονογράφηση: Melchior Lechter, Εκδόσεις GUTENBERG, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2017, σ.174

Το βιβλίο του STEFAN  GEORGE ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ ΜΕ ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. Η ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΔΟΚΙΜΙΩΝ ΕΓΙΝΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ. ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΜΑΗΣ.

Αρκάδιος προς Αλέξιο

Ένα κακό πρωινό με οδήγησε στον μαρμάρινο ανδριάντα του Λύσιππου, που αναπαριστάνει τον Θεό της χαράς και του κρασιού. Αυτός ο ανδριάντας βρίσκεται σε έναν σκεπασμένο με φύλλα διάδρομο των κήπων, που δεν τον είχα ανακαλύψει μέχρι τώρα. Είχα, βέβαια, δει τα πιό εξαίρετα έργα αυτού του γλύπτη στην πρωτεύουσα- κάποια απ’ αυτά στολίζουν το ανάκτορό σου-και πάντα στάθηκα  μπροστά τους μ’ έκπληξη και θαυμασμό. Ποτέ μου όμως δεν συνάντησα τόσο δυνατά μέλη και τόσο αβρές καμπύλες ενωμένες με τρόπο αληθινά θεϊκό. Η τέχνη του Λύσιππου μου φάνηκε η υψηλότερη δωρεά των Θεών. Σε σύγκριση μ’ αυτήν, όλα τα άλλα χαρίσματα-και τα δικά μου-θα φάνταζαν μικρά και ευτελή. Όσο κι αν πίστευα πώς ακούω τον ευγενικό ψόγο της Ερατώς και της Πολύμνιας κι όσο κι αν ο γενναιόδωρος έπαινός σου με ενθάρρυνε: ήταν η πρώτη μέρα των δακρύων μου στους Μαλακούς Ποταμούς, σ.91.

[Ήρθες από μιά πλήρη ζωή σ’ εμένα]

Ήρθες από μιά πλήρη ζωή σ’ εμένα
Προσφέροντας και τώρα σαν και πρώτα….
Μπορώ να σου δοθώ μονάχα ακέριος
Είμαι η αρχή ζητώ το παν για πάντα.
Είσαι η ζωή μου όσο το θέλει η μοίρα
πιότερο από φωτιά χαρά και μέθη.
Είσαι το παν, είσαι η βαθιά καρδιά μου-
Κι αυτός ο κύκλος είναι η αιωνιότης., σ.79

Διαβάζουμε στο «ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ»

Ο ΣΤΕΦΑΝ ΓΚΕΟΡΓΚΕ (Stefan George, Γερμανία 1868-Ελβετία 1933), μία από τις σημαντικότερες μορφές των γερμανικών και γενικότερα των ευρωπαϊκών γραμμάτων, πρωτοπαρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα στις αρχές του εικοστού αιώνα, ένα πεζοτράγουδό του δημοσιεύθηκε στον Διόνυσο. Λιγοστά ποιήματά του μετέφρασαν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Άρης Δικταίος και ο Μηνάς Δημάκης. Ψάχνοντας κανείς σε παλιά περιοδικά μπορεί να ανακαλύψει  εδώ κι εκεί μεμονωμένα μεταφράσματα. Μελέτες γι’ αυτόν έχουν συγγράψει ο Παν. Κανελλόπουλος και ο Δημ. Καπετανάκης.

Με αυτή την εργασία επιθυμώ να παρουσιάσω στη γλώσσα μας ένα εκτενέστερο απάνθισμα ποιημάτων του Γερμανού ποιητή, επιλέγοντας ποιήματα από επτά βιβλία του και μεταγράφοντας ολόκληρο το πεζό Γράμματα του Βασιλιά Αλεξίου στον Ποιητή Αρκάδιο. Για να τον τοποθετήσω καλύτερα στο πνευματικό του περιβάλλον σκέφτηκα να εντάξω στα Επίμετρα μεταφράσεις των δύο σημαντικότερων συγχρόνων του Γκεόργκε ποιητών, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Ούγκο φόν Χόφμανσταλ. Έτσι ο αναγνώστης θα έχει μιά γενικότερη εικόνα της πιό σημαντικής περιόδου της γερμανόγλωσσης ποίησης από την εποχή του Γκέτε.

Οι μεταφράσεις που παρουσιάζονται εδώ, εκτός από τα Γράμματα σε μιά πρώτη εκδοχή, είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό Πλανόδιον (αρ. 42, Ιούνιος 2007). Στην τωρινή μορφή τους οφείλουν πολλά στον Δημήτρη Αρμάο, ο οποίος με τις σοφές υποδείξεις του καθοδήγησε τις μεταφραστικές μου δοκιμές. Μετά από δική του επίσης προτροπή συμπεριέλαβα, στο τέλος του βιβλίου, τα δέκα ποιήματα του Γκεόργκε που μετέφρασε ο Παν. Κανελλόπουλος, παρόλο που απηχούν τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής τους. Γ. Β. , σ.11-12.

Ακολουθεί η ΕΙΣΑΓΩΓΗ., σ.13-26- ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ, ΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ,.-ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΩΝ, ΤΩΝ ΘΡΥΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΤΩΝ ΚΗΠΩΝ (ΠΟΙΜΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΓΚΩΜΙΑ/ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΤΩΝ ΚΗΠΩΝ).-Ο ΤΑΠΗΤΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Μ’ ΕΝΑ ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ.(ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ Ι,ΙΙ/ Ο ΤΑΠΗΤΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ/ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ./ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ).-ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΑΡΚΑΔΙΟ.-ΣΧΟΛΙΑ. –ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ: Από τη Συρία στην Σπάρτη: Ο Γκεόργκε και ο Αρχαίος Κόσμος.-ΕΠΙΜΕΤΡΑ. 1. Η ποίηση του Ούγκο φόν Χόφμανσταλ.-2. Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε και ο ορφικός μύθος. 3. Ποιήματα του Στεφάν Γκεόργκε σε μετάφραση Παναγιώτη Κανελλόπουλου.- Χρονολόγιο.-Βιβλιογραφικό σημείωμα.- Φωτογραφικό υλικό.

Σημείωση:

Ο μεταφραστής Γεώργιος Βαρθαλίτης και συγγραφέας του οσάνω βιβλίου, μας είχε δείξει δείγμα της μεταφραστικής του δουλειάς και των ερμηνευτικών του δοκιμιακών προθέσεων σε δύο έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά και διαφορετικές χρονικές στιγμές. Αναφέρομαι στο περιοδικό «ΠΟΙΗΣΗ» Εξαμηνιαίο περιοδικό για την ποιητική τέχνη, τεύχος 5/Άνοιξη 1995, διευθυντής ο ποιητής και μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Νεφέλη, σ.145-158, “STEFAN GEORGE Αλγκαμπάλ κι άλλα ποιήματα», Απόδοση ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ.  Και στο περιοδικό «ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ» τεύχος 42/6, 2007, τόμος Ι΄,  ιδιοκτήτης και διευθυντής του περιοδικού είναι ο ποιητής Γιάννης Πατίλης, “STEFAN GEORGE,  Ηλιογάβαλος ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.- Stefan George, Εγκώμιο στον   Mallarme.- Για την ποίηση., σ. 287-333. Εισαγωγή,  μετάφραση, σημειώσεις ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ. Τόσο τα ποιήματα όσο και τα κείμενα έχουν υποστεί σχετικές αλλαγές στην παρουσίασή τους στην τελειωτική και ολοκληρωμένη έκδοση των εκδόσεων Gutenberg 2017. Ας δούμε τα Περιεχόμενα ξεχωριστά των δύο περιοδικών.

ΠΟΙΗΣΗ

Γράφει στην μικρή παρουσίαση της Απόδοσης του «STEFAN GEORGE Αλγκαμπάλ κι άλλα ποιήματα»

Ο Στέφαν Γκεόργκε ήταν ο ποιητής που ανανέωσε τον γερμανικό λυρικό λόγο, αφομοιώνοντας δημιουργικά την ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής του- η θητεία του στο γαλλικό συμβολισμό υπήρξε βαρύνουσας σημασίας και ομολογείται από τον ίδιο στο ποίημά του ‘Franken” (1) [Γαλλία],- εμφυσώντας στη γλώσσα δύναμη μοναδική και προσδίδοντας στο ρυθμό μιά ιερατική αυστηρότητα και μεγαλοπρέπεια. Τα ποιήματά του είναι αυστηρά αρχιτεκτονημένα και σμιλευμένα στην εντέλεια πάνω σ’ ένα πολύτιμο και σκληρό υλικό.

Οραματίστηκε τέλος, μέσα σ’ έναν κόσμο κατακερματισμένο από την αφηρημένη σκέψη και την επιστήμη έναν συνεκτικό μύθο-εκείνη την ενότητα πού υπάρχει στον Πίνδαρο, όπου μουσική, χορός, σκέψη και λόγος είναι ένα. (2).

Η ποίηση των δύο πρώτων βιβλίων του Γκεόργκε-ήτοι των Ύμνων και των Προσκυνημάτων- είναι ένα βίαιο μεθύσι φωτός και χρωμάτων- ιμπρεσιονιστική την έχουν χαρακτηρίσει-και μπορεί να διακρίνει κανείς την επίδραση του Mallarme στον κύκλο του οποίου είχε εισέλθει ο νεαρός τότε Γκεόργκε. Ήδη, όμως, στο τελευταίο ποίημα των Προσκυνημάτων-την «Πόρπη»- αφήνει να φανεί τι είδους έργο θέλει να δημιουργήσει: την ήθελα από παγωμένο σίδερο/ και σαν μιά ζώνη λεία και γερή-αλλά επειδή δεν υπήρχε τέτοιο μέταλλο για χύσιμο θα την φτιάξει τώρα σαν έναν μεγάλο κόρυμβο από πυρό χρυσάφι κι αστραφτερά πετράδια.

Αυτό το έργο είναι ο Αλγκαμπάλ: έργο γραμμένο με δαιμονική δύναμη και που ο Ludwig Klages θαύμαζε απεριόριστα. Στον Αλγκαμπάλ δεν υπάρχει μόνο αυτό το βίαιο μεθύσι των εικόνων και του ρυθμού αλλά μιά πλαστική μορφή (αυτή του ρωμαίου αυτοκράτορα Ηλιογάβαλου που πίσω της κρύβεται ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας) που συνέχει και διαρθρώνει τα ποιήματα που τον απαρτίζουν σε ένα αρμονικό όλον και προοιωνίζει την παρουσία του μύθου στα τελευταία έργα του Γκεόργκε.

Στα τρία Βιβλία των Ποιμενικών και των Εγκωμίων, των Θρύλων και των Τραγουδιών και των Κρεμαστών Κήπων ο τάραχος και η αγωνία του Αλγκαμπάλ έχουν καταλαγιάσει-ο Γκεόργκε ανέρρωνε από μιά βαριά ασθένεια-και έχουν δώσει τη θέση τους σε μιά γεμάτη πικρία κατάνευση στις δυνάμεις του πεπρωμένου. Ο Hofmannsthal θα μιλήσει, σχολιάζοντας, αυτά τα τρία βιβλία για μιά απίστευτη γαλήνη και τη δροσιά ενός βαθύ ναού: «είμαστε όπως σ’ ένα άλσος πού το χωρίζουν από τους δρόμους των ανθρώπων οι δροσερές άβυσσοι μιάς τρομερής σιωπής σαν ένα νησί». Το περιεχόμενό τους είναι σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Γκεόργκε οι αντικατοπτρισμοί μιάς ψυχής σε άλλους τόπους και εποχές. Οι εποχές αυτές είναι εκείνη της ελληνικής αρχαιότητας, αυτή του γοτθικού και αυτή του αραβικού μεσαίωνα (έφυγα για ένα Σκιράς που ονειρεύονταν μέσα στην ομίχλη των ρόδων).

Αν στα Ποιμενικά ο εσωτερικός κόσμος του Γκεόργκε είναι έντεχνα κρυμμένος μέσα σε θρύλους περασμένων καιρών στη Χρονιά της Ψυχής (πού όπως οι εποχές του έτους αντικατοπτρίζουν τα στάδια της ψυχής και τούμπαλιν έτσι και το εγώ που μιλάει συγχέεται με το εσύ στο οποίο το πρώτο απευθύνεται) αναδύεται ακέραιος στο φώς. Ό,τι υπάρχει εδώ δεν είναι παρά το απόσταγμα των πιό τίμιων βιωμάτων, που είναι στενά ιδιωτικά και ταυτόχρονα απόλυτα καθολικά, κι όχι τα περιστατικά της προσωπικής ζωής του δημιουργού.

Ο Τάπητας της Ζωής, και τα Τραγούδια των Ονείρων και του Θανάτου με ένα Προανάκρουσμα είναι το τελευταίο έργο του Γκεόργκε που παρουσιάζεται εδώ. Η επιφάνεια του αγγέλου στο έντονα δραματικό Προανάκρουσμα (Vorspiel) σκορπά τη λάμψη μιάς αποκάλυψης πού δεν μας αποσπά από τη χοϊκή πραγματικότητα τραβώντας μας στην πηγή της-ο Γκεόργκε δεν ήταν καθόλου μυστικιστής-αλλά φωτίζει και μεταμορφώνει τη ζωή και τον κόσμο. Τους διαλόγους αυτούς με τον άγγελο-πού δεν είναι παρά η αντανάκλαση του ίδιου του δημιουργού- ακολουθεί ο Τάπητας της Ζωής-η κατακερματισμένη σε μικρά λυρικά ποιήματα επική σύνθεση των εικόνων της ζωής και του εξωτερικού κόσμου. Τα περισσότερα άλλωστε, από αυτά είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο και όταν, όπως στον «Πέπλο», χρησιμοποιείται το πρώτο, σπάνια ταυτίζεται με τη φωνή του ίδιου του Γκεόργκε. Το έργο κλείνει με τα Τραγούδια των Ονείρων και του Θανάτου. «Το όνειρο στον Γκεόργκε είναι πάντα εγρήγορση, που όμως διατηρεί την όραση του ονείρου. Το όνειρο είναι η ιδέα που ξυπνά στη νεότητά μας και μας συνδέει μέχρι το θάνατό μας, ποτέ ένα ρομαντικό βύθισμα”, παρατηρεί ο K. Hildebrabdt.

Πολύ σημαντικό είναι και το μεταφραστικό έργο του Γκεόργκε. Μετέφρασε ικανά αποσπάσματα από τη Θεία Κωμωδία-σε ενδεκασύλλαβες τερτσίνες- τα Άνθη του Κακού, τα σονέτα του Σαίξπηρ, Rossetti, Swinburne, Dowson, Jacobsen, Kloos, Verlaine, Mallarme, Rimbaud, De Refnier, D’ Annunzio, Rolicz- Lieder. , σ.145-47.

Ακολουθούν τα ποιήματα: ΑΛΓΚΑΜΠΑΛ- ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΩΝ ΤΩΝ ΘΡΥΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΤΩΝ ΚΗΠΩΝ (Επέτειος/ Η έξοδος των πρωτοτόκων/ Ο παλαιστής/ Το βράδυ της γιορτής MDCCCXCIV./ Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ MDCCCXCVII) –Ο ΤΑΠΗΤΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ (Προανάκρουσμα Ι, XVIII/ Ο ΠΕΠΛΟΣ)- ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Ι.ΙΙ  το ποίημα είναι αφιερωμένο στον Cyril Meier Scott, 1899).

Σημείωση: Αναγκαία διευκρίνιση: Οι λατινικές και οι ελληνικές χρονολογίες που αναγράφονται μετά από ορισμένες ποιητικές μονάδες δηλώνουν το χρόνο γραφής τους. Επίσης, οι δύο αριθμοί μέσα στο κείμενο σύμφωνα με τον μεταφραστή Γεώργιο Βαρθαλίτη μας διευκρινίζουν τα κάτωθι: 1., Stefan George: Der siebente ring, σελ. 18. Και 2., Η επίδραση της αρχαίας Ελλάδας είναι ιδιαίτερα εμφανής στο «νέο βασίλειο», όπου συγχωνεύεται με την όψιμη διδαχή του Hoelderlin, όρα το ποίημα «Υπερίων», σ. 145. Ενώ, στη ΣΗΜΕΙΩΣΗ του της ίδιας σελίδας σημειώνει ο Γ. Β.: Είναι αδύνατο να μεταφραστεί ο Γκ. Κατά λέξη, αν θέλουμε να κρατήσουμε τη ρυθμική δομή του πρωτοτύπου-οπωσδήποτε οι μεταφραστικές αρχές του φαίνονται με ενάργεια στις ίδιες τις μεταφράσεις του. Εδώ θα αναφέρω μερικά σημεία που απομακρύνθηκα, ίσως υπέρ το δέον, από το πρωτότυπο: στον Αλγκαμπάλ: και τρείς φορές από χίλιες βαριές υδρίες χύνεται το πνεύμα (δηλαδή το άρωμα) από λιβάνι κ.τ.λ. Στη χρονιά της Ψυχής: μου προσφέρθηκε δειλά ως σύντροφος στο δρόμο μου, θέλω να την αναγνωρίσω (σαν σύντροφο) με χαρά αυτή τη φορά. Και πιο πάνω: μπροστά σας πρέπει το κεφάλι μου να κλίνει: δηλαδή να αρνηθώ.

Να σημειώσουμε για μία ακόμη φορά ότι οι Αποδόσεις των συλλογών και των ποιημάτων από τον Γεώργιο Βαρθαλίτη στο περιοδικό «ΠΟΙΗΣΗ» διαφέρουν από την τελική μεταφραστική του πρόταση στο βιβλίο του «ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ» των εκδόσεων Gutenberg 2017. Μία παράλληλη ματιά μας φανερώνει του λόγου το αληθές.

Το βράδυ της γιορτής

Πάρε’ Μενέχθενε’ το στέμμα απ’ το κεφάλι!
ας φύγουμε από δω προτού οι αυλοί σιγήσουν’
αν και κρασί σεβάσμια ακόμα μας προσφέρουν’
τον οίκτο βλέπω στα πιωμένα βλέμματά τους.
Εμάς τους δύο οι ιερείς δεν μας διαλέξαν
του ιλασμού θεράποντες στο ναό’ μονάχα
εμείς δεν είμαστε απ’ τους δώδεκα ωραίοι.
Όμως μας είπε η κρήνη πώς το μέτωπό σου
κι ο ώμο μου είναι ελεφαντόδοντο καθάριο.
Με τους βοσκούς δεν θα ποιμάνουμε και πάλι
και με τους οργωτές στ’ αυλάκια δεν θα πάμε
πού διδαχτήκαμε το έργο των ολυμπίων.
Το στέμμα σου! μαζί θα τα πετάξω πέρα.
Ας φύγουμε από τ’ άδειο τούτο μονοπάτι
Στο σκοτεινό της μοίρας δάσος ας χαθούμε.

ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ /θέματα

Γιώργος Βαρθαλίτης, STEFAN GEORGE ΜΙΚΡΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ. Μέρος Α, Β,Γ., σ.289-297.

Μετά το τέλος της Εισαγωγής σημειώνει ο μεταφραστής:

«Η μετάφραση των κειμένων που ακολουθούν έγινε από την έκδοση: Stefan George, Werke, Klett-Cotta, Stuttgart 1984, τόμος Α΄. Οι φωτογραφίες προέρχονται από τον τόμο: Robert Boehringer, Mein Bild Von Stefan George, Tafeln, Bei Helmut Kupper Vormals Georg Bondi, Munchen- Stuttgart 1951.

Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Κώστα Κουτσουρέλη. Δίχως τις παροτρύνσεις του, τις γόνιμες συγκρούσεις μας και το οξύ γλωσσικό και ρυθμικό του αισθητήριο αυτή η εργασία δεν θα είχε αποπερατωθεί.

Stefan  George, ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ και άλλα ποιήματα. Μετάφραση, σημειώσεις: Γιώργος Βαρθαλίτης., σ.298

Από το έργο ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ, 298-300/ ΕΛΛΟΡΑ, 300/ΕΠΕΤΕΙΟΣ, 301/ ΗΡΙΝΝΑ, 301/ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ, 301-302/ ΣΤΟΝ ΔΑΜΩΝΑ, 302.

Από το έργο: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΤΩΝ ΚΗΠΩΝ, 303

Από το έργο: Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, 303-306./ ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ ΣΤΟΝ ΤΑΠΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Ι. ΙΙ., 306-307. /Η ΜΑΣΚΑ, 307./ ΑΓΑΛΜΑΤΑ: ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑ, 308./ΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΑΓΑΛΜΑ: Ο ΠΕΠΛΟΣ, 308-309./ ΕΝΑΣ ΕΦΗΒΟΣ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, 309-

Από το έργο: ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ, 310-313.

Ακολουθούν οι: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ, 314-316.

Σημείωση:

Οι κατατοπιστικότατες σημειώσεις του μεταφραστή αφορούν κάθε ποίημα ξεχωριστά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον μεταξύ άλλων παρουσιάζουν τα λεγόμενά του για τον »Ηλιογάβαλο». Γράφει: «Ο ιστορικός Ηλιογάβαλος εισήγαγε στη Ρώμη τη λατρεία του ομώνυμού του συριακού θεού του ηλίου. Παρόμοια ο George απορρίπτει τον ρομαντικό ενθουσιασμό για τον «μαγικό» κόσμο της νύχτας και της σελήνης και προσπαθεί να επιβάλλει μιά ηλιολατρική ποίηση (κατά τούτο θυμίζει τον Ελύτη). Στο γαλάζιο, το αγαπημένο χρώμα των ρομαντικών ποιητών, αλλά και του Mallarme,, αντιτάσσει το κίτρινο, το οποίο κυριαρχεί και σε πολλές ανατολικές θρησκείες.». Εύστοχη παρατήρηση του Γ. Β. όπως και παρακάτω που αναφέρεται στην θηλυπρέπεια και τον ερμαφροδιτισμό του ιστορικού Ηλιογάβαλου μεταφέροντας κρίση του βυζαντινού χρονικογράφου Ιωάννη Ζωναρά. Εδώ η προσωπική μας μνήμη συγκρατεί την θεσπέσια παράσταση στο Θέατρο του Ηρωδείου «ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ» με τα μπαλέτα του 20ου αιώνα του αξέχαστου Μωρίς Μπεζάρ, που είχαμε παρακολουθήσει παλαιότερα από το Φεστιβάλ Αθηνών, και, το ωραίο ποίημα του ποιητή Ιωάννη Ν. Γρυπάρη, «ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΥ» από την συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερρακόττες, βλέπε και «ΓΡΥΠΑΡΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΑΤΑ» β΄ έκδοση συμπληρωμένη, έκρινε ο Γιώργος Βαλέτας, εκδόσεις «Δωρικός», Αθήνα 1980, σ. 160. «Σούγραφε ροδοθάνατον η τριμερουσώ η μοίρα!/ Πε το στερνό τραγούδι σου, αγλύκαντη καρδιά,….». Η συλλογή του Γρυπάρη «Σκαραβαίοι και Τερρακόττες» επανεκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ίνδικτος» Αθήνα 2002, δες και «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου» σελ. 67. Πεδίο προς εξέταση αποτελεί και η «ηλιολατρική» ποίηση του Στέφαν Γκεόργκε σε σχέση με τον δικό μας Οδυσσέα Ελύτη. Και αν υπάρχουν κρυφές αχνές συγγένειες. Όσον αφορά το γαλάζιο χρώμα και τις αποχρώσεις του ας θυμηθούμε τη ζωγραφική του Πωλ Σεζάν και του νεότερου Μαρκ Σαγκάλ της αβαν γκαρντ. Ένα ποίημα του Στέφαν Γκεόργκε που αξίζει να προσέξουμε είναι και η «ΗΡΙΝΝΑ» η γνωστή αρχαία λυρική ποιήτρια.

Stefan George, ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΝ MALLARME, Μετάφραση: Γιώργος Βαρθαλίτης, 317-320.

Στην Σημείωσή του ο Μεταφραστής μας λέει: «Η μετάφραση των χωρίων της «Ηρωδιάδος» και του «Απομεσήμερου ενός Φαύνου» είναι του Καίσαρα Εμμανουήλ.

Stefan George, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, Μετάφραση Γιώργος Βαρθαλίτης Ι, ΙΙ, 321-322.

Στην Σημείωσή του ο Μεταφραστής σχολιάζοντας το… σημειώνει: «Η ουσία της ποίησης μοιάζει με το όνειρο…» Ο Breton υποστηρίζει πώς ο υπερρεαλισμός αναζητά το σημείο όπου το όνειρο και η εγρήγορση, το παρελθόν και το μέλλον, το υψηλό και το ταπεινό ενώνονται. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ανακαλύπτει κανείς ομοιότητες σε τόσο διαφορετικούς ποιητές. Τελικά οι περισσότεροι καλλιτέχνες, ανεξάρτητα από ρεύματα, αναζητούν τα ίδια πράγματα από την τέχνη όπως κι οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν τα ίδια πράγματα από τη ζωή». Πόσο δίκαιο έχει.

Γιώργος Βαρθαλίτης, ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ: Ο GEORGE ΚΑΙ Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, 323-332.

Τέλος, το θέμα του περιοδικού «Πλανόδιον» στον Στέφαν Γκεόργκε και τις μεταφράσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη, κλείνει με το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ STEFAN GEORGE, 333. Αντιγράφουμε:

1868, 12 Ιουλίου: Ο Stefan George γεννιέται στο Budesheim της Ρηνανίας από καθολική οικογένεια.

1881, Μαθαίνει μόνος του την ιταλική γλώσσα και διαβάζει τον Πετράρχη στο πρωτότυπο.

1882, Οικότροφος σ’ ένα κολλέγιο στο Darmstadt. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα σε παραδοσιακό ύφος.

1888, Αρχίζει την περιπλάνησή του στην Ευρώπη. Επισκέπτεται την Αγγλία, την Ελβετία, τη βόρεια Ιταλία.

1889, Φτάνει στο Παρίσι και συγχρωτίζεται με τους κύκλους των συμβολιστών. Γνωρίζεται με τον Mallarme. Επινοεί μιά δική του γλώσσα, την  Lingua romana.

1890, Εκδίδεται το έργο του «Ύμνοι»

1891, Εκδίδει τα «Προσκυνήματα». Στη Βιέννη γνωρίζεται με τον Hugo von Hofmannsthal.

1892, Εκδίδεται ο «Αλγκαμπάλ». Ιδρύει το περιοδικό Blatter fur die Kunst  (Φύλλα για την Τέχνη): 1892-1919.

1892-1896, Εκδίδονται τα «Βιβλία των Ποιμενικών και των Εγκωμίων, των Θρύλων και των Τραγουδιών και των Κρεμαστών Κήπων και το «Η Χρονιά της Ψυχής».

1899, Εκδίδεται ο «Τάπητας της Ζωής». Ανθολογεί Γερμανούς ποιητές,

1907, Συμμετέχει σε διονυσιακές τελετές στο Μόναχο. Εκδίδει το «Έβδομο Δαχτυλίδι», εφτά ποιητικούς κύκλους, στο κέντρο των οποίων βρίσκεται το αφιερωμένο στον Maximin: (: Maximilian Kronberger, 1888-1904) βιβλίο.

1913, Εκδίδεται το «Άστρο του Δεσμού»

1918-1928, Αφιερώνεται στην καθοδήγηση των μαθητών του.

1928, Εκδίδεται το «Νέο Βασίλειο»

1933, 4 Δεκεμβρίου Πεθαίνει στο Minusio της Ελβετίας, κοντά στο Λοκάρνο.

Σημείωση: Αντιμετωπίζοντας σφαιρικά την ποίηση του Στέφαν Γκεόργκε, τους τίτλους των συλλογών και των ποιημάτων του, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να εικάσουμε ότι ο Στέφαν Γκεόργκε υπήρξε ένα είδος «μυστικιστή- αποκρυφιστή(;)» οι τίτλοι του φέρουν στην σκέψη μας ποιητικά είδη από την χριστιανική υμνογραφία, πχ. Ύμνοι, Εγκώμια, το σύμβολο του Σταυρού, κλπ. Όπως και τους «Κρεμαστούς Κήπους της Βαβυλωνίας». Ένα άρωμα ανατολής αποπνέει η ποίησή του. «Θρύλοι», «Το έβδομο δαχτυλίδι», «οι δώδεκα ωραίοι» κ.ά. Λες και ο ποιητικός λόγος να είναι μία μυητική διαδικασία αυτογνωσίας του Κόσμου, εξ ου και ο ρόλος του Ποιητή-Διδαχού. Ανεβάζει την ΠΟΙΗΣΗ στον λατρευτικό βωμό που παλαιότερα βρίσκονταν ο συνεκτικός Μύθος της Θρησκείας. Η Ποίηση είναι από μόνη της μία μεταφυσική αυθυπαρξία. Μία αυτοκίνητη οντότητα, ένα χαμένο κέντρο αναφοράς στην θέση που άφησαν κενή ο παλαιός Θεός ή οι Θεοί και το περιβάλλον τους. Χωρίς να παραβλέπουμε φυσικά και τα σύμβολα ή ονόματα, καταστάσεις ή παραστάσεις που προέρχονται από την κλασική αρχαιότητα, μυθολογία και θρησκεία. Η Ελλάδα στην αρχιτεκτονικά δομημένη ποίησή του έχει την δική της παρουσία τόσο στον χώρο των πλαστικών τεχνών, Γλυπτική, Αρχιτεκτονική αρμονία και ρυθμός, όσο και με την «μεταφορά», μίας «Σωκρατικής Σχολής», αυτό δεν δηλώνει ο Κύκλος των μαθητών του; Όσο για τον θείο Πλάτωνα δεν μπορείς να πεις με βεβαιότητα πιά αν η αισθητική και τα μεταφυσικά πιστεύω του δυτικού ανθρώπου προσδιορίζονται από το αριστοκρατικό βλέμμα του Πλάτωνα ή το λαϊκό του Αποστόλου Παύλου. Ο Κόσμος της Αναγέννησης αφομοίωσε και τις δύο «Σχολές» ηθικής και αισθητικής. Στέφαν Γκεόργκε μία ιδιαίτερη γερμανική φωνή εντελώς ξεχωριστή και ίσως ιδιότυπη από τις άλλες γερμανικές ποιητικές φωνές της εποχής του, και ασφαλώς, ένας προσωπικός τρόπος αφομοίωσης του Μαλλαρμεϊκού συμβολισμού και της μουσικότητας της στιχουργικής. Ακόμα, επιπρόσθετα να αναφέρουμε για όποιον ενδιαφέρεται για μια συνεξέταση στα ελληνικά των δύο συμβολιστών ποιητών Στέφαν Γκεόργκε και Στέφαν Μαλλαρμέ δύο τίτλους βιβλίων: Stephane Mallarme, «ποίηση και μουσική», επιλογή Αλέξης Ζήρας, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1983, και «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ STEPHANE MALLARME” απέδωσε ο Γ. Σ. Πατριαρχέας, εκδόσεις «Ιδεόγραμμα», Αθήνα 1992, και «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» STEPHANE MALLARME, Εισαγωγή, μετάφραση-σχόλια Τάκη Βαρβιτσιώτη, εκδόσεις «Αρμός», Αθήνα 1999. Όσον αφορά τις Μεταφράσεις του ποιητή Καίσαρος Εμμανουήλ, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Πρόσπερος», Αθήνα 1981.

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

                                          Ι

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, όπως και στίς άλλες πνευματικές δραστηριότητες, εκείνος που έχει καταληφθεί από τη μανία να θέλει «να πει κάτι», να θέλει να «κάνει κάτι» δεν είναι άξιος να μπει ούτε στο προαύλιο της τέχνης.

Κάθε μικρόνους λεπτολογία και αντιλογία, κάθε διαμάχη με τη ζωή δείχνει ένα ασυνάρτητο πνευματικό επίπεδο και πρέπει να αποκλειστεί από την τέχνη.

Την αξία της ποίησης δεν καθορίζει το νόημα (σ’ αυτή την περίπτωση θα ήταν σοφία, λογιοσύνη) αλλά η μορφή. Η μορφή δεν είναι διόλου κάτι εξωτερικό, αλλά αυτό που μας διεγείρει βαθιά με τον ήχο και με το μέτρο. Χάρις σε εκείνη ξεχωρίζουν σε όλες τις εποχές οι αυθεντικοί, οι μεγάλοι τεχνίτες από τους επιγόνους, τους καλλιτέχνες δεύτερης κατηγορίας.

Η αξία της ποίησης δεν καθορίζεται από κάποιο μεμονωμένο, όσο ευτυχές κι αν είναι εκείνο, εύρημα στον στίχο, τη στροφή ή σε κάποια μεγαλύτερη ενότητα. Η σύνθεση, η σχέση των επιμέρους τμημάτων μεταξύ τους κι η αναγκαία ακολουθία του ενός από το άλλο χαρακτηρίζει κατ’ αρχήν την υψηλή ποίηση.

Η ρίμα είναι απλώς ένα παιχνίδι λέξεων, αν δεν υφίσταται ανάμεσα στις λέξεις που ενώνει η ρίμα κάποια βαθύτερη σχέση.

Ο όρος «ελεύθερος ρυθμός» έχει τόσο νόημα όσο κι ο όρος «άσπρο μαύρο». Όποιος δεν μπορεί να κινηθεί καλά στον ρυθμό ας κινηθεί αδέσμευτος.

                                   ΙΙ

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μοιάζει με όνειρο (1). Το εγώ και το εσύ, το εδώ και το εκεί, το τώρα και το κάποτε συνυφαίνονται και γίνονται ένα και το αυτό.

Η βαθύτατη εντύπωση κι η ισχυρότερη αίσθηση δεν αποτελούν εγγυήσεις για ένα καλό ποίημα. Και οι δύο πρέπει να μετατραπούν στη μελωδική διάθεση που απαιτεί ένα είδος γαλήνης, ακόμα και χαράς. Έτσι εξηγείται γιατί κάθε ποίημα που φέρνει μόνο σκότος δίχως την παραμικρή ηλιαχτίδα είναι κίβδηλο, Κάτι παρόμοιο εννοούσαν παλιότερα με τον όρο «ιδεατό».

Η ομορφιά δεν βρίσκεται μήτε στην αρχή μήτε στο τέλος. Είναι το αποκορύφωμα. Η τέχνη μας συναρπάζει περισσότερο, όταν αισθανόμαστε την ανάσα άγνωστων ακόμη κοιμωμένων πνευμάτων.

Η ποίηση έχει μιά ιδιαίτερη θέση μεταξύ των τεχνών. Αυτή μόνο γνωρίζει το μυστήριο της έγερσης και το μυστήριο του περάσματος.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΞΕΝΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝ  ΓΚΕΟΡΓΚΕ

Α) ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ. ΕΚΛΟΓΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΛΕΩΝΟΣ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΥ, εκδότης Σίμος Συμεωνίδης, Αθήνα 1962.

Stefan George (1868-1933)

Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Οι ψαράδες διηγούνται πώς στο νότο
πάνω σ’ ένα νησί, πλούσιο σε κανέλα και λάδι
και σε πολύτιμα λιθάρια, που σπιθοβολούνε στην αμμουδιά,
ήταν ένα πουλί, πού πατώντας τη γής
με τη μύτη του μπορούσε την κορόνα υψηλών
δέντρων να ξεφυλλίση. Σε βαριά, χαμηλά
πετάματα τα φτερά του σαν άνοιγε,
βαμμένα σα σε χυμό Τυριώτικων χουχλιδιών,
ωσάν σκοτεινό έμοιαζε σύννεφο.
Τη μέρα ήταν χαμένο μέσα στο δάσος,
το βράδυ όμως προβαίνοντας στο ακρογιάλι
μέσα στου ανέμου την ανάσα, δροσισμένη από άρμη και φύκια,
τη γλυκιά του φωνή ύψωνε, πού δελφίνια,
του τραγουδιού ερωτιάρικα, κοντύτερα πλέαν,
μες στο γιαλό που χρυσές φτερούγες, χρυσές σπίθες τον γέμιζαν.
Έτσι από την πρώτη αρχή είχε ζήσει,
ναυαγημένοι μονάχα το είχαν αντικρύσει.
Γιατί την πρώτη φορά που τ’ άσπρα πανιά
Των ανθρώπων με βολικό προβάδισμα
κατά το νησί αρμένιζαν, ανέβηκε στο λόφο πάνω,
το μονάκριβο τόπο ολάκερο για να θεωρήση,
ξάπλωσε τα μεγάλα φτερά ξεψυχώντας
σε βουβούς φθόγγους του πόνου., σ.224

ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΡΑΚΙΑΣ (ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ), «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου» Τόμος 9 (1921).

ΑΠΟ «ΤΟ ΤΑΠΕΤΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»

Από λαχτάρα ωχρός να κρατηθώ ζητούσα
σε στίχους πού βαθύ κρύβουν καημό,
κι όντων βαρειών τα αβέβαιο κύλημα αγροικούσα-
Ξάφνου έναν άγγελο στην πύλη είδα γυμνό:
Γι’ αντίδοτο στη συλλογή μου είχε φερμένο
το βάρος των πιό πλούσιων λουλουδιών’
τα δάχτυλά του ήταν σαν άνθος ανοιγμένο’
ρόδα εσταλάζαν απ’ τις άκρες των ματιών.
Γυμνή, δίχως κορώνα η κεφαλή του
κ’ ήταν, ίδια η δική μου, και η φωνή του’
Με στέλνει η όμορφη η ζωή σε χαιρετάει-
μου είπε, κ’ ενώ, μιλώντας μου, χαμογελάει
Ξεφεύγουν από πάνω του μιμόζες, κρίνοι-
Κι’ όταν μαζώνοντάς τα, έσκυψα χάμου
γονάτισε κ’ ΕΚΕΙΝΟΣ: με μακάρια ειρήνη
έλουσα στη δροσιά των ρόδων τη θωριά μου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΟΥΛΟΣ, «Νέα Ζωή» Γενάρης 1934., σ.224.      

Β) ΑΡΗ  ΔΙΚΤΑΙΟΥ, ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΑΙΩΝΕΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, Γενάρης 1978

STEFAN GEORG (1868-1933)

Η ΠΟΡΠΗ

Την ήθελα από σίδερο ψυχρό
και σα λουρίδα στέρεη και λειασμένη,
μα τ’ ωρυχείο, μέταλλο σαν αυτό,
να ‘ναι ώριμο για χύσιμο, δε δίνει.
Τώρα, λοιπόν, θα ‘πρεπεν έτσι να ‘ναι:
σαν ένας χοντρός κόρυμβος και ξένος,
να ‘ναι από πυροκόκκινο χρυσάφι
κι από λίθους πού πλούσια ν’ απαστράπτουν., σ.203

Από τον «ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟ»

Δές, είμαι τρυφερός σα μηλιάς άνθος
και πιό ειρηνόχαρος κι από ένα αμνό’
μα επικίνδυνα υπάρχουν στην ψυχή μου
την ταραγμένη σιδερόλιθοι, ίσκες.
Ανεβαίνω μιά μαρμαρένια σκάλα’
πτώμα ακέφαλο κείτεται στη μέση’
το αίμα εκεί ρέει του αγαπητού αδερφού μου’
σιγά αποσπώ την πορφυρή ουρά μόνο., σ.203

Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΓΕΝΝΗΤΩΝ

Μας βρήκε η Τύχη: παιδιά ακόμη, πρέπει κιόλας
νέο σπίτι να γυρέψουμε σ’ ένα αγρό ξένο.
Την κόμη μας κισσόκλαδο γιορτής ακόμη
στέφει, μας φίλησεν η μάνα στο κατώφλι
για ώρα κι αργοαναστέναζε και με κλεισμένα
τα στόματα ως τα σύνορα μας ακλουθήσαν
οι πατέρες, κι όταν μας αποχαιρετούσαν
απ’ το λαιμό μας κρέμασαν τις πινακίδες,
από ελατόξυλο, τις λεπτοχαραγμένες-
όταν κανείς πεθαίνη από τους προσφιλείς μας
αδερφούς, κάποια απ’ αυτές ρίχνουμε στον τάφο.
Χωρίσαμε ελαφρά, δεν έκλαψε κανείς μας,
γιατί ό,τι κάναμε, για το καλό ‘ταν μόνο
των δικών μας. Μιά φορά στρέψαμε μονάχα
το βλέμμα πίσω και προς τα γαλάζια μάκρη
προχωρήσαμε αδίσταχτα. Ευχαρίστως πάμε
μπροστά: ο σκοπός ωραίος, βέβαια που προχωρούμε
χαρούμενοι: οι Θεοί μας ανοίγουνε τον δρόμο., σ.203-204

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Τη στάμνα από σταχτύ πηλό, αδερφή μου, πάρε
κι ακλούθα με! τι δε θα ‘χης ξεχάσει
αυτό πού ευλαβικά φροντίσαμε πάλι και πάλι.
Εφτά ‘ναι καλοκαίρια, σήμερα, από τότε
πού ακούσαμε, όπως, νερό από την πηγήν αντλώντας,
μιλούσαμε: μας πέθανε την ίδια μέρα
ο μνηστήρας μας. Απ’ την πηγήν, όπου
δυό λεύκες μ’ ένα πεύκο στέκουν, στο λειβάδι,
θα φέρουμε νερό με τη σταχτιά πήλινη στάμνα, σ.204.

Ο ΚΙΘΑΡΩΔΟΣ

Καθώς το κατσαρό κεφάλι με τον λευκό κρίκο
και τους λιγνούς, με το πλούσια στολισμένο ρούχο,
ώμους εσήκωσε ψηλά, έκρουσε τους φθόγγους,
τρέμοντας, στην αρχή, μες στη δειλία της νεότης:
γι’ αυτό κ’ οι αυστηροί γέροντες ακόμη ζεσταθήκαν.
Πόση δειλή ερυθρότητα στις παρειές επροκάλει,
το πώς υποκλινόταν μπρός στην ασυνήθη
υποδοχή, ενώ αποσπούνταν απ’ τα στήθη πόρπες
κ’ εξαίσιες κολαϊνες, για να πέσουν μπρός του:
θα το θυμάσαι, όσο το ιερό δέντρο θα καρπίζη.
Τα κορίτσια μιλούν με ζήλο μεταξύ τους, όλα
τ’ αγόρια, σιωπηλά υπομένοντας, ονειροπολούνε
τον ήρωα των λευκών έναστρων νυχτών τους., σ.204

Από τη «ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»

Ι

Έλα στο πάρκο, που νεκρό το λέν, και κοίτα:
τη λαμπηδώνα μακρυνών γιαλών μειδιούντων’
των καθαρών νεφών το ανέλπιστο γαλάζιο
τα έλη φωτίζει και πολύχροα μονοπάτια.
Πάρε, από κεί, το βαθύ κίτρινο’ το απαλό γκρίζο
από σημύδες και πύξους’ χλιαρός ο άνεμος είναι’
δε μαράθηκαν εντελώς τα όψιμα ρόδα ακόμη’
διάλεξε, κι αφού τα φιλήσης, το στεφάνι πλέξε.
Το στερνό τούτο αστράνθι, επίσης μην ξεχάσης’
την πορφύρα γύρω απ’ τους έλικες της αγρίας αμπέλου
κι ό,τι άλλο ακόμη από την πράσινη ζωή μένει
ελαφρά λειώσε το στο πρόσωπο του φθινοπώρου.

ΙΙ

Θέλεις, για καιρό ακόμη, να γυρεύης, πάνω
σε γυμνή γη, τα πρώιμα χρώματα, τα πλήρη,
καρπούς να καρτερής σ’ ωχρές ερημιές μέσα,
στάχυα παλιών καλοκαιριών να υπενθυμίζης;
Αρκέσου μόνο αν βλέπης στών ίσκιων τον πέπλο
γλυκά μαρμαίρουσα, αφθονία δοκιμασμένη
κι αν μιά λυτρωτική, απ’ τους κουρασμένους
αγέρες, πνοή, απ’ τα μάκρη, γλυκά μας ριπίζη.
Και δές! οι μέρες που έκαιαν σάμπως πληγωμένες
μέσα στην προϊστορία μας γρήγορα σβηστήκαν…
Πλήν όλ’ αυτά, που τα ονομάζουμε λουλούδια
στην πεθαμένη πιά πηγή συγκεντρωθήκαν., σ.204-205

ΕΛΕΥΣΗ

Ι

Παιδί γι’ αυτόν’ φίλος για κείνον.
Εγώ το Θεό σ’ εσένα βλέπω
πού τρέμοντας αναγνωρίζω
κ’ η ευλάβεια μου τον αφορά.
Ήρθες την τελευταίαν ημέρα
πού άρρωστος απ’ την προσμονή
κι από τη δέηση κουρασμένος
χανόμουνα μέσα στη νύχτα:
Μου αγγέλθηκες με την αχτίνα
πού από το σκότος μου έρρε μέσα
και με το βήμα σου, πού αμέσως
έκανε τη σπορά ν’ ανθίζη.

2

Όπως παλιά ο βλακώδης λαός
τον Ελευθερωτή ζητούσε’
φαρδειά άνοιγε τα παραθύρια’
του’ στρωνε κλίνη και τραπέζι’
απαύδησε να περιμένη
και σε θυμό έπεσε και χλεύη-
το βλέμμα μου έτσι εχαμηλώθη:
«Τρείς φορές τον εξαπατήσαν’
παιδί, δε βρήκε τη μορφή του,
συντρίφτηκε, έφηβος, ποθώντας’
τώρα, στής ζωής το μεσοστράτι
βαρέθη να ‘χη εμπιστοσύνη».

3

Τώρα, η άνοιξη θα ρθη και πάλι…
Σ’ αυτό που βλέπεις αφιερώνεις
εμάς, τον αέρα και τον δρόμο-
το ευχαριστώ μου σου ψελλίζω.
Πρίν ο άτολμος νους των ανθρώπων
Λόγο και Πράξη του απαιτήση
του δημιουργού ‘χεν η πνοή κιόλας
τα πάντα στον χώρο εμψυχώσει.
Αν ένα τέτοιο μάτι λάμπη
ανθίζει κι ο ξερός κορμός’
η παγωμένη γης και πάλι
από μιάν άγια καρδιά πάλλει., σ.205-206

Σημείωση: Στα σχόλιά του ο ποιητής και μεταφραστής Άρης Δικταίος, σ.438 σημειώνει για τον Στέφαν Γκέοργκε: «STEFAN GEORGE (1868- 1933) Δεν αγαπήθηκε όσο ο Ρίλκε ή ο Χόφμανσταλ, σίγουρα,-δέχτηκε όμως κάτι πιό πολύ: τη λατρεία ενός στενού κύκλου, που φέρει, ως σήμερα, τ’ όνομά του, με’ έδρα την Ολλανδία, και που μένει πιστά αφοσιωμένος στη μνήμη του. Δεν υπήρξε μονάχα ένας αναμφισβήτητα μεγάλος ποιητής, παρά, από μιάς αρχής, είχε όλα τα προσόντα και τις ικανότητες του ηγέτη, που μένει, όμως, μακρυά από τον όχλο. Η ποίησή του είναι για τους πολύ λίγους: είναι δύσκολη στην κατανόησή της κι απαιτεί ειδοποιημένον αναγνώστη. Τίποτα, εντούτοις, δεν είναι τυχαίο και συμπτωματικό σ’ αυτήν: ούτε η έλλειψη στίξης, ούτε η αυστηρά αρχιτεκτονημένη μορφή της, ούτε τα σύμβολά της.». Ενώ, στην εισαγωγή του ο Δικταίος, στην VII ενότητα (1849-1933) που εντάσσει τον Γερμανό ποιητή, αναφέρει σχετικά: «Περίοδος αισθητικών ανησυχιών και ζυμώσεων’ οι ποιητικές τάσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα και συμπορεύονται: ποιητικός ρεαλισμός, εμπρεσιονισμός και νατουραλισμός, η μεταβατική εποχή, προς τα μεγάλα φανερώματα του Νεοκλασικισμού και του Νεορομαντισμού (Γκέοργκ, Χόφμανσταλ, Ρίλκε). Μια καινούργια ποιητική γλώσσα: ο Εξπρεσιονισμός 1933-1945: περίοδος απόλυτης σιωπής,-ο Εθνικοσοσιαλισμός πνίγει τη δημιουργικότητα του γερμανού ποιητή»..

Γ) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  ΤΣΑΤΣΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΛΛΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΟΠΩΝ. Μεταφράσεις, εκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1980

Στέφαν Γκεόργκε

ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΚΑΙΡΟΥΣ» ΤΟΥ «ΕΒΔΟΜΟΥ ΚΥΚΛΟΥ»

Άσε με τώρα να το κράξω επάνω από τα χιόνια
του κάμπου, οπούθε φεύγοντας ανοίγεις τα φτερά,
πώς ήσουν η οδηγήτρα μου άθελα μεσ’ στα χρόνια,
πρώτα παιχνίδι κι ύστερα, στερνά, παρηγοριά!
Ήρθες σαν έλαμπε η ζωή βαριά λουλουδιασμένη,
στο πρώτο χρυσοθέρισμα σ’ αντίκρυσα ξανά,
κι όταν σιγοψιθύριζαν οι κάμποι καρπισμένοι,
μ’ έφερνε πάντα ο δρόμος μου στο σπίτι σου μπροστά,
Στις μαραμένες φυλλωσιές ο λόγος σου αντηχούσε
τόσο πιστός, που ολάκερη σου άνοιξε την καρδιά’
κι όταν απομακρύνθηκες, ανήσυχα φυσούσε
μυριόφωνο παράπονο στην έρμη λαγκαδιά.
Έτσι των δυό σου των ματιών το δίφωτο λουλούδι
σε κάθε πόρευση σκοπός για μένα είχε σταθή’
το πράο τραγούδι σου έγινε του χρόνου το τραγούδι,
κι όλα συντελεσθήκανε ως διώρισες εσύ., σ. 74

Δ) ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΓΚΟΥΛΟΥ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΦΟΡΙΣΜΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 2000, σ.177-178

Στέφαν Γκεόργκε (1868-1933)

       (George)

-Τήν αξίαν της ποίησης δεν κριν’ η νόηση (διαφορετικά θα ‘ταν αυτή κάτι σα σοφία, ευμάθεια), αλλά η μορφή, που αυτό θα πει ολότελα όχι εξωτερικά, αλλά εκείνο το βαθυερεθιστικό σε μέτρο και ήχο… (Μετάφραση Ντίνου Κούγκουλου)

-Ποιήματα δεν είναι η απόδοση μίας σκέψης, αλλά μίας διάθεσης. Κατά πρώτον αρκεί η συνηθισμένη λέξη, κατά δεύτερον έχουμε ακόμα την ανάγκην της εκλογής, του ήχου, του μέτρου και της ρίμας (Μετάφραση Κωνσταντίνου Τσάτσου)

-ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΑΙΡΟΥΣ» ΤΟΥ «ΕΒΔΟΜΟΥ ΚΥΚΛΟΥ»

Άσε με τώρα να το κράξω επάνω από τα χιόνια
του κάμπου, οπούθε φεύγοντας ανοίγεις τα φτερά,
πώς ήσουν η οδηγήτρα μου άθελα μεσ’ στα χρόνια,
πρώτα παιχνίδι κι ύστερα, στερνά, παρηγοριά!

Ήρθες σαν έλαμπε η ζωή βαριά λουλουδιασμένη,
στο πρώτο χρυσοθέρισμα σ’ αντίκρισα ξανά,
κι όταν σιγοψιθύριζαν οι κάμποι καρπισμένοι,
μ’ έφερνε πάντα ο δρόμος μου στο σπίτι σου μπροστά.

Στις μαραμένες φυλλωσιές ο λόγος σου αντηχούσε
τόσο πιστός, που ολάκερη σου άνοιξα την καρδιά’
κι όταν απομακρύνθηκες, ανήσυχα φυσούσε
μυριόφωνο παράπονο στην έρημη λαγκαδιά.

Έτσι των δυο σου των ματιών το δίφωτο λουλούδι
σε κάθε πόρευση σκοπός για μένα είχε σταθεί’
το πράο τραγούδι σου έγινε του χρόνου το τραγούδι,
κι όλα συντελεσθήκανε ως διόρισες εσύ.

Ε)  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ,  περιοδικό «ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ», Χρόνος Γ΄, Αριθμός 6-7, Ιούνιος- Ιούλιος 1937, σ.466-472.

 

STEFAN  GEORGE

Είναι τολμηρό αυτό που αποφασίζω. Μα δεν είναι απερίσκεπτο. Ο Στέφαν Γκεόργκε  είναι στη Γερμανία ο μεγάλος Δάσκαλος και ο μεγάλος Ποιητής. Σαν Δάσκαλος και Ποιητής ζήτησε να πλάση, με την ποίηση ως πηγή του Νόμου, ανθρώπους άξιους για μιά νέα Πολιτεία. Αποφασίζοντας να δώσω στον Έλληνα αναγνώστη μερικά κομμάτια από τη «νομοθετική» ποίηση του Γκεόργκε, έπρεπε να συμμορφωθώ στις ακόλουθες αρχές:

α΄) Έπρεπε να διαλέξω από τρία ξεχωριστά βιβλία του Γκεόργκε ποιήματα, που νάχουν, παρά την ίδια αδιαίρετη ουσία, διαφορά στο ένδυμα και στη μέθοδο.

β΄) Έπρεπε κι’ από καθένα από τα τρία βιβλία να διαλέξω περισσότερα ποιήματα. Αν διάλεγα ένα μόνο, δεν θα μπορούσε ο αναγνώστης να μαντέψη, πόση μεθοδολογική και ουσιαστική ενότητα υπάρχει-μ’ όλον ότι λείπει η επιφανειακή συνέχεια-σε κάθε βιβλίο του Γκεόργκε.

γ΄) Έπρεπε να μείνω απόλυτα πιστός στο μέτρο (και σ’ αυτόν ακόμα τον αριθμό των συλλαβών), στην όλη μορφή των ποιημάτων που μεταφράζω. Το μέτρο και ο ρυθμός είναι για τον Γκεόργκε, όπως και για κάθε ποίηση, που θέλει νάναι κοσμογονικός. Λόγος και Νόμος, κάτι το λειτουργικό κα κάποιο σύμβολο πολιτειακής πειθαρχίας.

δ΄) Τέλος έπρεπε να διατηρήσω, όσο μπορούσα, την αυστηρή λιτότητα και το αρρενωπό ύφος, που διακρίνουν την ποίηση του Γκεόργκε. Όλα τα στολίδια που δεν είναι αριστοκρατικά και που αρέσουν στο λαό (πολύχρωμες χάντρες και φλουριά γύρω απ’ το λαιμό της χωριατοπούλας), όλα τα στολίδια που ταιριάζουν και στην δημοτικά τονισμένη ατομική ποίηση, λείπουν απ’ τον Γκεόργκε. Οι θησαυροί στη γλώσσα του-αναπόδοτοι στη μετάφραση-είναι αμέτρητοι. Είναι όμως ακριβώς θησαυροί, που αυτός τους ανακαλύπτει’ δεν είναι στολίδια, που τα περιμαζεύει κανείς απ’ τη γύρω ζωή.

     Σ’ αυτές τις αρχές, που λέω πιό πάνω, προσπάθησα να προσαρμόσω την μικρήν αυτή μεταφραστική μου προσφορά. Κι’ αν δεν πέτυχα, στάθηκα πάντως συνειδητά πλάι στο σκοπό μου., σ.466-467.

                                                                                       ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

     (Από τη συλλογή: “Teppich des Lebens”)

                    Α

ΤΟ ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ

Με ζήλο ωχρό να κρατηθώ ζητούσα
σε στίχους που βαθύ κρύβουν καημό
και όντων βαρειών το κύλημα αγροικούσα
ως που άγγελο στην πύλη είδα γυμνό.
Για δώρο πάει στη σκέψη τη θλιμμένη
το βάρος των πιό πλούσιων λουλουδιών.
Τα δάχτυλά μου μυγδαλιά ανθισμένη.
Ρόδα εσταλάζαν οι άκρες των ματιών.
Γυμνή, δίχως κορώνα, η κεφαλή του.-
Με στέλνει, λέει, η ζωή. Σε χαιρετάει..-
Ίδια η δική μου ακούγεται η φωνή του.
Κ’ ενώ, μιλώντας μου, χαμογελάει
σκορπάν μιμόζες γύρω του και κρίνοι.
Κι’ όταν, για να τα μάσω, σκύβω χάμου,
σκύβει κ’ Εκείνος-Με μακάρια ειρήνη
στών ρόδων τη δροσιά λούω τη θωριά μου.

Β

Φίλος σου είμαι και οδηγός σου εγώ.
Να μετριέσαι εσύ δεν σου ταιριάζει’
μήτε με σοφούς. Απ’ το βουνό
κάτω ιδες πώς η κοιλάδα βράζει!
Πλήθη αρματωμένα τρέχουν, βουϊζουν-:
Ψάχνε κι’ ωφελήσου απ’ ό,τι βρης
-έτσι μεσ’ στο μόχθο ξεφωνίζουν-
κι’ ουρανός χαράς θα γίνη η γης.
Σοβαροί πιό πέρα ακολουθάνε
τ’ άσπρο τ’ άτι- επάνω ένας χλωμός-
Κ’ έτσι τον ψαλμό τους αρχινάνε:
Συ, Σταυρέ, του κόσμου είσαι το φώς!
Λίγοι ανοίγουν ήσυχο ένα δρόμο
πέρα από τη βοή της αγοράς-
Χαραγμένο έχουν τον τάδε νόμο:
Αιώνιος έρως μας η Ελλάς!

Γ

Έλα για όσους προσμένουν στην ακτή-
Των δυνατών δυνάμωσε το βήμα-
Το άσμα του λαού γιορτάσιμο αντηχεί-
Τα μέλη των γυμνών γλυστρούν στο κύμα.
Σε νέα μορφή και η έριδα θ’ ακμάση
του ανθρώπου μ’ άνθρωπο, με ζώα και γη,
το άλμα των αγοριών και η χάρη, η πλάση
των κοριτσιών η αχνή, η χορευτική-
Μα εσύ τον άξιο θησαυρό ζητάς
στων φίλων το νυχτερινό το δώμα-
Τα λόγια αργούν-ένα ήχο ακούς- με μιάς
ρίγη φέρνει η αποκάλυψη στο σώμα.
Κι’ ο Λόγος τότε αρχίζει- Λυτρωμός-
Άστρο, που μυστικές πλαγιές φωτίζει-
Ο πόθος νέος, ο πόνος σημερνός-
Βέλος, πού την ψυχή τρυπάει, ξεσκίζει.

Δ

Έτσι άδικα θα καρτεράω, θα λυώνω-
Ψηλά είν’ ο ήλιος-δρόμο έχω κακό.
«Ζητώντας θάνοιωθες τον ίδιο πόνο
κι’ αν σου έδινα όλα, όσα ζητάς, εγώ.
Μέσα σ’ αγώνες ταιριαστούς ακμάζεις.
Το ξέρεις: απ’ τα χείλη μου απαλά
στάζει ένα βάλσαμο όπου εσύ σπαράζεις.
Μα θεραπεία κανείς δεν ξέρει πιά».
Ούτε όσοι μ’ άγγιξαν, λατρεία γεμάτοι,
στο γόνα; Ούτε όσοι μ’ έχουν για οδηγό
κι’ όσοι έχουν βρηι στο στήθος μου κρεββάτι;
«Κι’ αν αγαπούν, σόι είναι οι πιστοί δειλό».
Μίλα! ‘ως το τέλος μόνος θα παλεύω;
Χέρι πιστό δε θάβρω εγώ ποτέ;
«Τρέμω απ’ τον οίκτο, μα όσο κι’ αν γυρεύω
δε βλέπω πλάι σου παρά εσέ κ’ εμέ!», σ.467-469

      (Από τη συλλογή: “Stern des Bundes”)

ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ

 Α

Τί πιό μεγάλο απ’ το να ζης’ κ’ η πτώση
πού σούλαχε να σε κλονίζη μόνο,
στη μοίρα εμπρός ν’ αλλάζης βάρος και όψη!
Πέφτουν στην πρώτην έφοδο οι πολλοί-
Στη δεύτερη ο άξιος όρθιος-όρθιος πέφτει-
Εσύ βαστάς-Τόση η δική σου αξία
πού ό,τι άλλους σπάζει εσένα δε συντρίβει…
Σαν είσαι στου έργου σου σιμά το τέρμα
κι’ άλλος προβάλλει πιό καλός-χαρά σου…
να γίνης πάς ο πρώτος του υπηρέτης.

Γ

Όλα τάχουν και, όλα ξέροντας, στενάζουν;
«Ζωή χαμένη! Παντού στρίμωγμα και πείνα!
Πού η πληθώρα!»
Κάθε σπίτι έχει από πάνω ένα κελλάρι-
Πλημμυράει το στάρι μέσα-μα κανένας
δεν απλώνει…
Κι’ από κάτω από τα σπίτια είναι κελλάρια-
Το κρασί στον άμμο χάνεται-Κανένας
δεν το πίνει…
Τόνοι από χρυσάφι μεσ’ στη σκόνη:
Λαός κουρελιασμένος προσπερνάει-Κανένας
δεν το βλέπει.

Δ

Στ’ όριο έχει φτάσει πιά ο τρελλός σας πύργος:
«Ό,τι ψηλό είναι πάει και πιό ψηλά»!
Κι’ όμως ο πύργος τρέμει,- δε κρατιέται.
Τότε η κραυγή σας πάει στους ουρανούς:
«Πώς να σωθούμε πρίν ο νους μας ο ίδιος
από τα μάταια πλάσματά του καή;»
Σταθμός και σωτηρία πιά δεν υπάρχει!
Δέκα χιλιάδες πρέπει η θεία μανία
Δέκα χιλιάδες πρέπει ο θείος λοιμός
κι’ ο πόλεμος να φάη ο ιερός., σ.470-471

(Από τη συλλογή: “Das Neue Reich”)

ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Στο σταυροδρόμι στέκεις: Ποιό δρόμο
πρέπει να πάρω; λες κι’ απορείς.
Γνέφει η αγάπη-Διώξ’ την! Στον ώμο
πάρ’ την κατάρα! Στο έτος της ζωής
μπήκες, που ως άντρας διαλές το νόμο!

Β

Άκου, είν’ η γης που σου μιλεί:
Λεύτερο εσύ πουλί, πού παίζει,
δεν ξέρεις τί σε συγκρατεί.
Μπορεί μιά μέρα να ειπωθή
πώς ήσουν πλάι μας στο τραπέζι
τρώγοντας το ίδιο μας ψωμί.
Όμορφη, νέα πήρες μορφή
Παληοί καιροί-Δε ζη κανείς
και να το μάθης δε μπορεί
αν θάρθη ο άξιος να την δή!.

Γ

Στον τόπο μου έφερα ένα πράμμα
πέρ’ απ’ τα ξένα- όνειρο-θάμμα!
Και πρόσμενα ως που από τη μοίρα
τη σκοτεινή τ’ όνομα πήρα-
Τάδραξα τότε με το χέρι-
Λάμπει στα πάτρια πιά τα μέρη…
Κι’ άλλοτε πάλι από ταξίδι
έφερα πλούσιο ένα στολίδι-
Άδικα ζήταα τ’ όνομά του-
Δεν ξύπναε τίποτε βαθειά του.
Τόχασα τότε από τα μάτια-
Άδεια τα πατρικά παλάτια…
Κι’ έτσι διδάχθηκα με λύπη:
Μηδέν όταν ο λόγος λείπει., σ.471-472

           Μετάφραση  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ

Σημείωση:

Ο μεταφραστής κύριος Γιώργος Βαρθαλίτης, στο βιβλίο του και στις σελίδες 144-150, πρίν το «Χρονολόγιο» μεταφέρει τα μεταφρασμένα από τον πολιτικό και διανοούμενο Παναγιώτη Κανελλόπουλο ποιήματα του Στέφαν Γκεόργκε, δίχως τον μικρό πρόλογο στον οποίο μας μιλά για την μεταφραστική μεθοδολογία που έπρεπε να ακολουθήσει ο πρώτος καθηγητής της Κοινωνιολογίας στην χώρα μας Παναγιώτης Κανελλόπουλος, επίσης δίνει τους ελληνικούς τίτλους των ποιητικών μονάδων του Γκεόργκε και τα αριθμεί με λατινικούς αριθμούς. Γράφει ο Γιώργος Βαρθαλίτης: 3. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝ ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ. Τά Νέα Γράμματα, ΙΙΙ 6-7, Ιούλιος 1937. Στο δικό μου σημείωμα για τον Γερμανό ποιητή μετέφερα τα μεταφρασμένα ποιήματα του Π.Κ. απευθείας από τις σελίδες του περιοδικού, καθώς τα παρέβαλα με τις σελίδες του Βαρθαλίτη, διαπίστωσα ότι ο Βαρθαλίτης και προφανώς ο επιμελητής της έκδοσης χτένισε γλωσσικά τα ποιήματα καθώς τα μετέφερε από το περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» του κριτικού Αντρέα Καραντώνη. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αναφέρει την συλλογή με το γερμανικό της τίτλο, εδώ τον συμπληρώνω και με τον ελληνικό του Βαρθαλίτη. Επίσης, πολλές λέξεις  των στίχων αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα στην έκδοση του Gutenberg, ενώ στο περιοδικό με μικρό. Υπάρχουν και ελάχιστες αλλαγές στην στίξη και υιοθετείται η παλαιά γραμματική σε πτώσεις της υποτακτικής πχ. να ζη, να ζει , να βρής, να βρεις, κλονίζη, κλονίζει κλπ. Τα εισαγωγικά σε ορισμένους στίχους λείπουν. Ο συμπλεκτικός σύνδεσμος και  γίνεται ενίοτε κι’. Επίσης, στην τελευταία στροφή του ‘Προανακρούσματος» και στον τελευταίο στίχο «στών ρόδων τη δροσιά λούω τη θωριά μου.», σ.467 του περιοδικού Στον Βαρθαλίτη διαβάζουμε «Στών ρόδων τη θωριά λούω τη θωριά μου…», σ.145..  Στο Γ (XVII) , στην δεύτερη  στροφή «Σε νέα μορφή και η έριδα θ’ ακμάσει» ο τρίτος στίχος «το άλμα των αγοριών και η χάρη, η πλάση» σ.468, στον Βαρθαλίτη γίνεται «Το άλμα των κοριτσιών και η χάρη, η πλάση», σ.146. Ενώ ο στίχος «Βέλος, που την ψυχή τρυπάει, ξεσκίζει.» της μεθεπόμενης στροφής, σ.469, στον Βαρθαλίτη γίνεται «Βέλος που την ψυχή τρυπάει, φωτίζει…», σ.146. Από την συλλογή «ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ» παρατηρούμε τα εξής: στο Β (VIII 25). Στον στίχο «κι’ άλλος προβάλλει πιό καλός-χαρά σου…», σ.470, στον Βαρθαλίτη έχουμε «Κι άλλος προβάλλει πιά καλός-χαρά σου…», σ.147.  Η ενότητα αυτή περιλαμβάνει τέσσερεις στροφές στο περιοδικό «ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» δηλαδή ο Π. Κανελλόπουλος μεταφράζει την Α, την Β, την Γ, και την Δ, σ.470-471. Στο βιβλίο του Γιώργου Βαρθαλίτη στην μεταφορά παραλείπεται ολόκληρη η Β Στροφή.  Την αντιγράφω από το περιοδικό:

Β

Ώ νέε, όταν σου αγγέλθηκε ο σκοπός σου
σε χώρους ήσουν κλεισμένος πνιγερό
κ’ ένας εσύ μαρτύραες μόνος για όλους!
Κ΄ έστειλες τότε στ’ άστρα μιά κραυγή
πού η γης, μα και τα ουράνια δεν ανθέξαν
κι’  απάντηση ήρθε απ’ τ’ άστρα σ’ έναν ήχο
που πρίν δε δόθηκε σ’ άλλο θνητό!…
Σε μάγεψε-κι’ ορθώθηκες: «Κρατήσου!
Ξένοι είναι οι δρόμοι όσοι όξω είν’ από σένα
Βοηθάει μονάχα ό,τι γεννήθηκε μαζί σου
Μην καταριέσαι τον καημό… Καημός εσύ είσαι.
Γύρισε πίσω σε ό,τι εικόνα είναι κι’ αχός!»., σ.470

Να τονίσουμε ακόμα ότι, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος σε αρκετά από τα δημοσιεύματά του για τον ποιητή Δημήτριο Καπετανάκη, μνημονεύει ή αναφέρει και τον Στέφαν Γκεόργκε, το ίδιο πράττουν και οι περισσότεροι που γράφουν για τον Δ. Καπετανάκη. Βλέπε πχ. το βιβλίο του Σπύρου Α. Γεωργίου που αναφέρω στο εισαγωγικό μου σημείωμα, σελίδες 41-43, 4. «Παρέκβαση για τον Στέφαν Γκεόργκε.

ΣΤ) ΡΙΤΑΣ ΜΠΟΥΜΗ- ΝΙΚΟΥ΄ΠΑΠΠΑ, ΝΕΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ. Τόμος Δ΄ ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ ΓΑΛΛΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ., επιμέλεια έκδοσης Διονύσης Ι. Τσουράκης, εκδόσεις «Διόσκουροι», Αθήνα χ.χ. σ. 1783-1785.

            Στέφαν  Γκεόργκε (1868-1933)

Επιφανής Γερμανός ποιητής, Ρηνανός την καταγωγή. Γνώρισε την έλξη του Παρισιού, του μπωντλαιρικού άντρου και του μαλλαρμικού εργαστηρίου, και ιστορικά σήμερα μπορούμε να τον κατατάξουμε πλάι στα μεγάλα γερμανικά πνεύματα των Νοβάλις, Χαίλντερλιν, Βάγκνερ, Νίτσε, Ντέμελ, Ρίλκε, που προσπάθησαν να δώσουν στην ανθρωπότητα (μιά ανθρωπότητα υγιέστερη) νέες και υψηλότερες αξίες ζωής. Στην κραυγή του ματεριαλιστικού βιομηχανικού αιώνα ο Γκεόργκε υποστήριζε πώς το μόνο και μέγα καθήκον του ανθρώπου είναι να φθάσει σ’ ένα αγνό ύψος πνευματικότητας. Και για να φτάσει σ’ αυτό το σκοπό, η τέχνη γίνεται ναός και ο καλλιτέχνης ο φιλέρημος μύστης. Η τέχνη δεν είναι αστική ψυχαγωγία (ηδονισμός), παρακολούθηση της πραγματικότητας (ρεαλισμός), ψυχική ένταση και φαντασία (ρομαντισμός), αλλά απρόσωπη και ανώνυμη αναπαράσταση των ψυχικών καταστάσεων, δηλαδή-υποστήριζε ο Γκεόργκε-η τέχνη είναι πνεύμα (Ρεμπώ, Μαλλαρμέ). Και σαν τέτοια, η ποίηση και η μουσική είναι οι ανώτατες μορφές της. Ο λόγος του Γκεόργκε βγάζει τα σπλάχνα και ανανεώνει. Είναι ένα ιερό όργανο στα χέρια του ποιητή. Κάθε λέξη του, κάθε συλλαβή του έχει μιά ανέπαφη αίσθηση στο σώμα της ποίησης. Μορφωμένος, λεπταίσθητος, προσεκτικός καλλιεργητής, ακέραιος σε ήθος, αγαπήθηκε από τους νέους σαν Δάσκαλος. Στα ποιήματά του, ζεστά από την πίστη του, λαξευμένα, αντανακλούν εμπειρίες του πολύτιμες, ορίζοντες περασμένων πολιτισμών (από την Αρχαία Ελλάδα, τη ρωμαϊκή παρακμή ως το γερμανικό μεσαίωνα) και επικυρώνει τις ποιητικές του θεωρίες. Το πιστεύω του αυτό το κήρυξε προς τους Γερμανούς ποιητές, ψέγοντας αυστηρά την ευκολία με την οποία παρασυρόμενοι από μιά γοητεία, απλώνονταν σε πλήθος τραγούδια, προορισμένα ν’ αφήσουν αδιάφορους τους ανθρώπους του μέλλοντος. Η επίδραση του Γκεόργκε και στους συγχρόνους του και στους μεταγενέστερους ήταν αποφασιστική. Ο Ρίλκε είπε γι’ αυτόν: «στη στιχουργική πλαστικότητα είναι άκαμπτος». Έργα του: «Αλγαμπάντν» (1892), «Τα βιβλία των βοσκών» (1894), «Το έτος της ζωής» (1897), «Το χαλί της ζωής» (1900), «Ο έβδομος ουρανός» (1907), «Το Άστρο της Συμμαχίας» (1914), «Νέα Αυτοκρατορία» (1928). Είναι γνωστός από μεταφράσεις σε όλες τις λογοτεχνίες του πολιτισμένου κόσμου., σ.1783

Ο ΚΎΡΙΟΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Ψαράδες διηγούνται πώς πέρα στο Νότο,
σε νησί πάνω πάμπλουτο σε κανέλλα και λάδι
και πετράδια πολύτιμα σπιθοβόλα στην άμμο,
ήταν ένα πουλί πού στο χώμα πατώντας
με το ράμφος μπορούσε να μαδήσει τις φούντες
στα ψηλότερα δέντρα. Σε βαριά, χαμηλά
πετάματα, ανοίγοντας τις δυό του φτερούγες
σε χυμό κοχλαδιών λές της Τύρου βαμμένες,
μ’ ένα σύννεφο έμοιαζε βαρύ σκοτεινό.
Τη μέρα μες στο δάσος ήταν χαμένο,
μα το βράδυ προβάλλοντας στ’ αμμουδερό ακρογιάλι,
μες στ’ ανέμου την πνοή, υγρή απ’ αλμύρα
και φύκια, περίγλυκο κελάδημα έστηνε
τα παθιάρικα, πού ‘κανε, για τραγούδι δελφίνια
να πλέουν παράγιαλα στα νερά τα χρυσόσπιθα
π’ αστράφταν απ’ τις δυό χρυσές του φτερούγες.
Έτσι απ’ την πρώτη στιγμή της ζωής είχε ζήσει
και μονάχα ναυαγοί το ‘χαν δει κι αντικρύσει.
Γιατί σαν πρωτανοίχτηκαν με ούριο άνεμο
στο πέλαγο τ’ άσπρα πανιά του ανθρώπου
και με πλώρη στη νήσο γοργά προχωρούσαν,
το πτηνό τότε ανέβηκε στο λόφον επάνω
το μονάκριβο τόπο του να δει ένα γύρο,
κι άπλωσε, πρίν πατηθεί, τα μεγάλα φτερά του
και ξεψύχισε βγάζοντας σπαραγμού πνιχτούς φθόγγους., σ.1783-1784

                                       (Νίκος  Παππάς)

Σημείωση: Το δεύτερο ποίημα είναι «Από «Το ταπέτο της Ζωής»» σε μετάφραση Παναγιώτη Κανελλόπουλου, σ.1784-1785. Το ποίημα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Ζωή» το αντιγράφω παραπάνω.

Ο Δ΄ τόμος της «Νέας Παγκόσμιας Ποιητικής Ανθολογίας» των Ρίτα Μπούμη και Νίκου Παππά, περιλαμβάνει ποιητές και ποιήτριες από τις εξής χώρες: Γαλλία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία, Εσθονία, Ισημερινός, Ισλανδία, Ισπανία. Η Γερμανία αντιπροσωπεύεται από 30 αντρικές και γυναικείες φωνές.

Ο θεατρολόγος και ποιητής ομότιμος καθηγητής κ. Βάλτερ Πούχνερ, υπογράφει το λήμμα για τον γερμανό ποιητή του Λεξικού των εκδόσεων Πατάκη, αναφέρει μεταξύ άλλων:  «George, Stefan (Γκέοργκ, Στέφαν’ Μπύντεσχαϊμ, Έσσεν, 1868- Μινούζιο Ελβετίας, 1933): Γερμανός συμβολιστής ποιητής, εκπρόσωπος του δόγματος »η τέχνη για την τέχνη». Σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία τέχνης στο Βερολίνο, στο Μόναχο και στο Παρίσι. Στο Παρίσι συνδέθηκε με τον κύκλο των συμβολιστών ποιητών και, γενικότερα, με την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής του. Επιστρέφοντας στη Γερμανία, ηγήθηκε μιάς ομάδας λογοτεχνών και διανοουμένων, η οποία αναπτύχθηκε στους κύκλους του περιοδικού Blatter fur die Kunst, και άσκησε σημαντική επίδραση στην πνευματική ζωή της χώρας μέχρι την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία.

Έργα:

Επηρεασμένος τόσο από τον γαλλικό συμβολισμό όσο και από τη γερμανική ρομαντική παράδοση, ο G. επιχείρησε να προβάλει  εκ νέου την ποίηση ως αντίδραση στον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό. Θεωρούσε την ποίηση ως μέσο υπέρβασης της πεζής καθημερινότητας. Το αίτημά του για «καθαρή ποίηση» με έμφαση στην εκφραστική αρτιότητα, όπως αναπτύχθηκε τόσο στο ποιητικό όσο και στο δοκιμιακό του έργο, καθιστά τη σκέψη του συγγενή με το ρεύμα του αισθητισμού.

Οι επιδράσεις της συμβολιστικής ποίησης στην Ελλάδα έρχονται συνήθως από τη Γαλλία. Εξαίρεση αποτελούν ο Hofmannsthal και ο G.Τον παρουσιάζει ο Γ. Καμπύσης σε άρθρο του στο περιοδικό Η Τέχνη το 1899 και τα επόμενα χρόνια ακολουθούν μεταφράσεις μερικών ποιημάτων του. Ο ίδιος ο Καμπύσης φαίνεται επηρεασμένος από τον  G. Σε ορισμένα πεζά ποιήματά του. Επίσης, το περιοδικό Ο Διόνυσος παρουσιάζει, ανάμεσα σε άλλους συγγραφείς της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης, και τον G. Ο Κ. Χατζόπουλος γνωρίζει τον G, το 1900 στο Μόναχο και ενθουσιάζεται από την ποίησή του. Ο G. συγκαταλέγεται και στα διαβάσματα του Παλαμά.

Στον Μεσοπόλεμο η πρόσληψή του είναι ευρύτερη. Ο Δημήτριος Καπετανάκης γράφει ένα δοκίμιο για τον G. Και παρουσιάζεται επηρεασμένος από  τον αισθητικό ερμητισμό του (Μυθολογία του ωραίου, 1937). Ποιήματά του μεταφράζουν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1934-1937), ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1934) και ο Δημήτριος Καπετανάκης (στο έργο του Έρως και χρόνος, 1939) κ.ά. Ποιητικά του κείμενα δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως Ο Κύκλος (στη «Νέα Σειρά» του) και η Νέα Ζωή. Οι φιλοσοφικές και αισθητικές αντιλήψεις του Γκ. Παρουσιάζονται στο κατατοπιστικό άρθρο του Χρ. Θεοδωρίδη (ψευδ. Χρ. Θρακιάς).Τέλος, ο Μηνάς Δημάκης μετέφρασε Γκ. , ενώ το έργο του, τουλάχιστον στην πρώιμη περίοδό του, φέρει επιδράσεις από τον Γερμανό ποιητή.

ΒΛ. ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ-ΕΠΙΔΡΑΣΗ-ΠΡΟΣΛΗΨΗ-ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ-ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ-ΤΕΧΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, Η.

Βιβλιογραφία -Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, τόμος 1, σελ. 55, 359,-Τόμος 2ος, σελ. 1026, 1030.-Τόμος 3ος, σελ.117.-Η Μεσοπολεμική πεζογραφία, τόμος 5ος, σελ. 51.  Τόμος 6ος, ελ. 10, 14, 30, 36. -Η Παλαιότερη πεζογραφία μας, τόμος Θ΄, σελ. 16, 17, 20. Τόμος Ι΄, σελ. 52.-Χ. Λ. Καράογλου (εποπτεία) Περιοδικά Λόγου και Τέχνης, τόμος 2ος, σελ. 415 -Γιάννης Κορδάτος, ΙΝΕΛ, τόμος 1ος, σελ. 417, 475..-ΜΕΕ, τόμος 7ος, σελ.38-39.-ΠΒΛ, τόμος 3ος, σελ. 96.-ΠΛΜ, τόμος 18ος, σελ. 11.-G. Velοudis, GG, passim.-M. VITTI, ΙΝΛ, σελ. 318.-Χρ. Θρακιάς,  Stefan George Ο λυρικός ποιητής, περ. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, τόμος 9ος (1921), σελ. 59-76. -J. Rieckmann  (επιμέλεια) A Companion to the Work of Stefan George, Camden House, Rochester 2005. ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ, Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ.745-746.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και αρχές της δεκαετίας του 1960, ο ψηλός ποιητής από την Θεσσαλονίκη, ποιητής, αρθρογράφος και ανθολόγος, ιατρός στο επάγγελμα ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, εκδίδει και διευθύνει την ΔΙΜΗΝΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ, την γνωστή μας «ΚΡΙΤΙΚΗ»  ένα αξιόλογο λογοτεχνικό περιοδικό αντάξιο της εκδοτικής και περιοδικής παράδοσης της συμπρωτεύουσας. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το δίμηνο Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1959, τεύχος 1. Διευθυντής του είναι ο ίδιος ο εκδότης, ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης. Το περιοδικό είχε λαμπρά πορεία και συνεργάτες του ήσαν οι σημαντικότερες κριτικές γραφίδες της εποχής.  Τον δεύτερο χρόνο της έκδοσης του περιοδικού, και στο τεύχος 10/ Ιούλιος-Αύγουστος 1960 η «ΚΡΙΤΙΚΗ» αφιερώνει σελίδες του στον πρόωρα χαμένο ποιητή και αισθητικό Δημήτριο Καπετανάκη. Το περιοδικό δημοσιεύει την μελέτη του Δ. Κ. «ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ 1912-1944, ΕΝΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ» σελίδες 137-152 (η σελιδαρύθμιση του περιοδικού είναι συνεχής) σε μετάφραση Π. ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ. Ενώ, ο ποιητής, κριτικός και μεταφραστής γερμανομαθής Θεόφιλος Δ. ΦΡΑΓΚΌΠΟΥΛΟΣ, δημοσιεύει το άρθρο «ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ», σελίδες 152-155. Για την εξέλιξη της συγγραφικής διαδρομής του κειμένου του Δ. Κ., για το έργο του Στέφαν Γκεόργκε, βλέπε παραπάνω.  Αντιγράφω άτακτα τις μεταφράσεις ποιημάτων και αποσπασμάτων του Σ. Γ. που είναι διάσπαρτα στα VIII της μελέτης του Καπετανάκη. Η σελίδα μετά τους στίχους παραπέμπουν στο περιοδικό «ΚΡΙΤΙΚΗ».

Ι.

Από τότε που δόθηκα απόλυτα, βρήκα ολοκληρωτικά τον εαυτό μου, 138

ΙΙ

Περιπλανιόμουν σ’ έρημους και θλιβερούς χώρους
Χωρίς σκοπό κυλούσεν η ζωή μου
Κανένα πέταγμα ψηλό μεσ’ την καρδιά μου
Τίποτε μέσα μου που να καλεί την ομορφιά.
Όταν ξάφνου είδα- ποιός θα μπορούσε να το πή;-
μιά θεία μορφή να κυματίζει μπρός στα μάτια μου
ένα ρίγος συγκλόνισε βαθειά την ύπαρξή μου.
Κι’ ο έρωτας ύψωσε τα νικηφόρα του τρόπαια., 139

Οι στίχοι είναι του Χαίλντερλιν:
Ά! πότε, πότε λοιπόν
Θα ξεχυθή επιτέλους ο χείμαρρος
πάνω στην  ξηρασία μας;
Αλλά που είναι αυτός
που θα επικαλεστή το ζωντανό πνεύμα;, 140

Σημείωση: Κάτι ανάλογο δεν αναγνωρίζουμε σε στίχο-τραγούδι του ποιητή Νίκου Γκάτσου. Βλέπε σειρά τραγουδιών του δίσκου 11 Εντολή.

ΙΙΙ

Δε χρειάζεται ούτε αέρα ούτε ήλιο
οι κήποι μου
Οι κήποι που έφτιασα μόνο για μένα
Και τα παγωμένα πουλιά που τους κατοικούν
δέν γνώρισαν ποτέ την άνοιξη.
Οι κορμοί είναι από κάρβουνο
κι’ από κάρβουνο είναι τα κλαδιά
Τα χωράφια είναι σκοτεινά
και σκοτεινές είναι οι πλαγιές
Κι’ οι καρποί που δεν τους μάζεψε
ποτέ κανείς
λαμποκοπούν σαν λάβα
ανάμεσα στα πεύκα., 141

Πώς να σε κάνω να φυτρώσης
στο άγιο χώμα
μεγάλο, σκοτεινό, μαύρο λουλούδι;, 142

IV

Είδα τα μεγάλα κοράκια να πετούν
τις μαύρες και σταχτιές κουρούνες
χαμηλά πάνω απ’ τα ερπετά
μιάς γης μαγεμένης.
Τώρα ξαναβλέπω το σμήνος των χελιδονιών
φτερούγισμα χιονιού φτερούγισμα από λευκό ασήμι
όπως ζυγίζουν τα φτερά μεσ’ στον αέρα
στον παγωμένο και διάφανο αέρα., 142-143

Δεν δίδαξε ο σοφός: να προτιμάς
την ομορφιά της ψυχής από την ομορφιά
του σώματος;
Κορμί, ψυχή, είναι μόνο λέξεις
πού μιλούν για μιά και μόνη
κινούμενη πραγματικότητα. Η χώρα σήπονταν
κι’ οι άνθρωποι βυθίζονταν στη μωρία και στην αναισχυντία.
Τότε ο θείος σοφός ξεχώρισε την ψυχή για να τους σώση.
Δεν είναι πολύ ώρα που μας μιλούσατε για την αλλοτινή ψυχή
Σκοτείνιασε το φωτεινό του μάτι, μαράθηκε
το ανθισμένο στόμα του και στένεψε το
μέτωπό του το πλατύ. Δεν ξέρω
για ποιό απ’ τα δύο μιλούσατε
το σώμα ή την ψυχή;, 143
Μιλάτε για χαρές που δεν επιθυμώ
Μεσ’ στην καρδιά μου καίει η αγάπη για τον μεγάλο μου Κύριο
Σεις ξέρετε την τρυφερότητα εγώ ξέρω τη φωτιά
Και ζω μονάχα για τον μεγάλο Κύριό μου,, 144
Κι ‘ εκείνους που άγγιζαν με σεβασμό το γόνατό μου
Κι’ εκείνους που οδηγώ μ’ ένα μου νεύμα μόνο
Κι’ εκείνους που το κεφάλι τους αναπαύθηκε στο στήθος μου, 145

Αγάπη δίνουν οι μαθητές αλλά δεν είναι ούτε γενναίοι ούτε δυνατοί, 145

Με κάνεις να τρέμω από οίκτο: Αλήθεια
εκτός από μένα και τον εαυτό σου τί άλλο σου απομένει;, 145

VII

Όχι, όχι, δεν κουράστηκε πολύ από την
παρουσία του θανάτου’ όχι όσο φτάνει.
Επικαλούμαι το θάνατο να δώση στη ζωή μας
περισσότερη τιμή και αξιοπρέπεια
Κι’ όταν ο θάνατος προβάλλει τόσο κοντά
που βλέπετε το πρόσωπό του ένα σας συμβουλεύω:
Σκεφτείτε τη ζωή!, 150,

Το απόσπασμα είναι  από την συλλογή   “Light and Darkness, του άγγλου ποιητή Stephen Spender.

VIII

Δεν μας ταιριάζει εμάς που γεννηθήκαμε για την πορφύρα,
να ταραχθούμε απ’ τους επίγειους καϋμούς., 150

Μισούσα τους μάταιους δρόμους του σκότους, 150.

Τέλος, διατηρώντας τις ενστάσεις και επιφυλάξεις μας για τις απόψεις του Δημητρίου Καπετανάκη όσον αφορά την ποίηση του Στέφαν Γκέοργκ μια και ο Καπετανάκης συναναστράφηκε με την ομάδα των μαθητών του Ποιητή-Δασκάλου και ασφαλώς έβλεπε την καταστροφική και φονική λαίλαπα του ναζιστικού φαινομένου να εξαπλώνεται σαν τοξικό σύννεφο πάνω από την Γερμανία και σε λίγο πάνω από ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, και να μολύνει χώρο και ανθρώπους, παραβλέπει το γεγονός ότι οι απόψεις του Γκεόργκε όπως και άλλων γερμανών ποιητών δεν εκφράζουν παρά την επιθυμία του απλού γερμανού κατοίκου να βρει τρόπους να συνενώσει όλα τα σκόρπια γερμανικά κρατίδια σε ένα. Να ενωθούν και να κυβερνηθούν κάτω από μία κεντρική αρχή, όπερ και πραγματοποιήθηκε. Ο Καπετανάκης δεν τον πρόλαβε ζωντανό τον ποιητή, ο ποιητής είχε πεθάνει εξόριστος στην Ελβετία μην έχοντας καθόλου καλή γνώμη για το ναζιστικό καθεστώς και τους ανθρώπους του. Ο Γκεόργκε αυτός ο μυστικοπαθής και εσωστρεφής χαρακτήρας, ο κοσμοπολίτης αριστοκράτης συμβολιστής ποιητής υπήρξε όπως φαίνεται ένας ιδεαλιστής διανοούμενος που λάτρεψε το αντρικό σώμα όπως οι αρχαίοι έλληνες το αντικατόπτριζαν στην πλαστική τους τέχνη. Τα ελληνικά αγάλματα, Το πώς εξέλαβαν και πως χρησιμοποίησαν τις ποιητικές του θεωρίες οι  μαθητές του, οι άνθρωποι του κύκλου του, είναι ένα άλλο ζήτημα. Ας μην λησμονούμε τέλος, ότι κάθε μορφή πολιτικής ή κυβερνητικής εξουσίας δημοκρατικής ή δικτατορικής, φιλελεύθερης ή κομμουνιστικής, φασιστικής η αστικής, ακόμα και οικονομικής και θρησκευτικής χρησιμοποιούσαν πάντα μέσα στην Ιστορία  της ανθρωπότητας, τους ανθρώπους της Τέχνης για δικό τους και μόνο όφελος. Πόσα και πόσα έργα καλλιτεχνικά και πνευματικά δεν έγιναν κατά παραγγελία μόνο και μόνο για να δοξαστούν οι πλούσιες οικογένειες οι έμποροι και οι τραπεζίτες την περίοδο της Αναγέννησης. Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ δίνει ίσως την απάντηση για τον ρόλο και την σημασία της Τέχνης μέσα στην Κοινωνία. Και μετά του “fin de siècle”.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

10-29 Σεπτεμβρίου 2022

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή