Εικονογράφηση από τον Nicolás Ortega. Πηγή: «Turris Babel», Coenraet Decker, 1679.
Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Στέκομαι στην άκρη ενός ψηφιακού γκρεμού, όχι ως συμμετέχων, αλλά ως ένας εθελούσια απόμακρος μάρτυρας. Σε μια εποχή που η δημόσια έκθεση θεωρείται υποχρέωση και ο θόρυβος αρετή, επιλέγω τον ρόλο του απλού παρατηρητή αυτής της άθλιας ζωής. Δεν είναι μια στάση υπεροψίας, αλλά μια ανάγκη επιβίωσης απέναντι σε έναν ωκεανό πληροφορίας που στερείται ουσίας. Παρακολουθώ, λοιπόν, με μια μείξη απορίας και θλίψης, το θέατρο του παραλόγου που εκτυλίσσεται στις οθόνες μας…
Σε αυτό το απέραντο ηλεκτρονικό πανηγύρι, η σιωπή θεωρείται πλέον ηττοπάθεια. Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, αλλά εκκενώνουν. Το διαδίκτυο μετατράπηκε από εργαλείο γνώσης σε ένα τεράστιο ηχείο για τον «εαυτό» που τρέφεται από την επικύρωση των ομοίων του.
Η σκέψη δεν είναι πια καρπός ζύμωσης. Είναι ένα «έτοιμο γεύμα» (fast-food) πληροφορίας. Ο λόγος δεν γεννιέται από την ανάγκη για αλήθεια, αλλά από την ανάγκη για παρουσία. Δανείζονται εκφράσεις, κλέβουν συναισθήματα και ανακυκλώνουν οργή, νομίζοντας πως έτσι αποκτούν οντότητα.
Η ελληνική γλώσσα, αντί για όχημα πολιτισμού, καταντά ένα κακοποιημένο εργαλείο. Λέξεις χωρίς βάρος, συντακτικό υπό κατάρρευση, και μια επιθετικότητα που προσπαθεί να καλύψει το κενό του επιχειρήματος.
Το «απελπιστικά καθημερινό» είναι ο νέος κανόνας. Η πνευματική αναζήτηση θεωρείται γραφική ή σνομπισμό, ενώ η κοινοτοπία αποθεώνεται ως αυθεντικότητα.
Ζούμε στην εποχή όπου η εικόνα της σκέψης έχει αντικαταστήσει την ίδια τη σκέψη. Οι άνθρωποι δεν ‘είναι’, αλλά ‘φαίνονται’ μέσα από τα θραύσματα της λεηλατημένης τους γνώσης.
Και μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα της ρηχότητας, ο παρατηρητής αναρωτιέται: Υπάρχει άραγε χώρος για μια λέξη που δεν θα είναι κραυγή; Για μια σκέψη που θα έχει το θάρρος να παραμείνει αδιατύπωτη μέχρι να ωριμάσει; Ή μήπως η μοίρα μας είναι να πνιγούμε σε έναν ωκεανό από “κοινοποιήσεις” ξένων ζωών και “αναδημοσιεύσεις” κενών νοημάτων, περιμένοντας μια αυθεντική φωνή που δεν θα έρθει ποτέ;
Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσο συνεννόησης· είναι το σώμα της σκέψης μας. Όταν η γλώσσα φτωχαίνει, στενεύουν και οι ορίζοντες της αντίληψής μας. Στο ψηφιακό περιβάλλον, η απώλεια της γλώσσας δεν είναι ένα ατύχημα, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας εποχής που προτιμά την ταχύτητα από το βάθος.
Η ελληνική γλώσσα, με την πλαστικότητα και την ιστορικότητα των χιλιάδων ετών της, υφίσταται σήμερα μια ιδιότυπη γλωσσική λοβοτομή. Στα χέρια του βιαστικού χρήστη του διαδικτύου, η λέξη παύει να είναι φορέας νοήματος και γίνεται ένα πρόχειρο «εργαλείο επιβολής». Έτσι έχουμε συρρίκνωση του λεξιλογίου, τον λόγο-πυροτέχνημα και τη μετατροπή της διαλεκτικής σε κραυγή.
Η πολυσημία δίνει τη θέση της σε μια στερεοτυπική επανάληψη. Χρησιμοποιούμε δέκα λέξεις για να περιγράψουμε χίλια διαφορετικά συναισθήματα, καταλήγοντας σε έναν λόγο ισοπεδωμένο, όπου η απόχρωση και η λεπτομέρεια θεωρούνται περιττή πολυτέλεια.
Η κακομεταχείριση ξεκινά από την ανάγκη για εντυπωσιασμό. Όταν ο «διδάσκαλος από καθέδρας» δεν έχει το πνευματικό ανάστημα να υποστηρίξει την άποψή του, καταφεύγει στον βερμπαλισμό ή στην ακυρολεξία. Κακοποιεί τη σύνταξη γιατί η σκέψη του είναι ασύντακτη· κακοποιεί την ορθογραφία γιατί η σχέση του με τη γνώση είναι ευκαιριακή.
Όταν χάνεται η ικανότητα να ονομάζουμε τα πράγματα με ακρίβεια, χάνεται και η ικανότητα του διαλόγου. Η γλώσσα της λογικής αντικαθίσταται από τη γλώσσα της επίθεσης. Χωρίς πλούσιο λεξιλόγιο, ο άνθρωπος αδυνατεί να εκφράσει τη διαφωνία του πολιτισμένα και καταφεύγει στη βρισιά – το έσχατο καταφύγιο εκείνου που του τελείωσαν οι λέξεις.
Η κακοποίηση της γλώσσας είναι το πρώτο σύμπτωμα της πνευματικής παραίτησης. Όταν οι λέξεις χάνουν το βάρος τους, οι άνθρωποι χάνουν την επαφή με την ουσία των πραγμάτων.
Φυσικά ο λόγος των περισσότερων δεν πηγάζει από μέσα, δεν έχει υποστεί εσωτερική κατεργασία, αλλά κινείται στην επιφάνεια, Τα ενδιαφέροντά τους είναι απελπιστικά καθημερινά και κοινά. Υπάρχουν και κάποιοι που θέλουν να πρωτοτυπήσουν, διατυπώνοντας κάποια υποτίθεται σοβαρότερη σκέψη και κινούν τη συνομιλία με δάνεια: αναγνώσματα από εφημερίδες, ακροάματα από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, όλα προϊόντα επιδέξιας λεηλασίας…
Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η «επιδέξια λεηλασία» ξένων φράσεων, λειτουργεί ως προσωπείο: οι άνθρωποι φορούν ξένες λέξεις σαν ρούχα που δεν τους ταιριάζουν, μόνο και μόνο για να κρύψουν τη γύμνια της δικής τους έκφρασης. Είναι η στιγμή που η γλώσσα σταματά να είναι «σπίτι» και γίνεται «φυλακή» – μια φυλακή γεμάτη θόρυβο, αλλά χωρίς καθόλου αντίλαλο.
Όταν οι λέξεις χάνουν το βάθος τους, οι άνθρωποι χάνουν τον δρόμο τους προς τον Άλλο. Η γλωσσική ένδεια δεν μένει απλώς στα χαρτιά ή στις οθόνες· μεταφράζεται σε μια βαθιά, παγωμένη αποξένωση. Ο «απλός παρατηρητής», καταλήγει να είναι ένας εξόριστος μέσα στο ίδιο του το περιβάλλον.
Η αποξένωση στον ψηφιακό κόσμο είναι ένα παράδοξο: ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσα μέσα για να μιλήσουμε, και ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσο λίγα να πούμε.
Οι άνθρωποι “συνδέονται”, αλλά δεν συναντιούνται. Εύκολα λειτουργεί η ψευδαίσθηση της εγγύτητας. Η επικοινωνία γίνεται μια παράλληλη σειρά μονολόγων. Καθώς ο καθένας χρησιμοποιεί τα δάνεια «ακροάματα» και τις «λεηλατημένες» σκέψεις, δεν εκθέτει την ψυχή του, αλλά μια κατασκευασμένη βιτρίνα. Πώς να συνδεθείς με μια βιτρίνα;
Ως παρατηρητής κάποιος, νιώθει την “αθλιότητα” αυτής της ζωής ακριβώς επειδή διατηρεί ακόμα την ικανότητα να βλέπει το κενό. Η αποξένωση είναι το τίμημα της συνείδησης. Όταν αρνείσαι να συμμετάσχεις στην κραυγή και στη συκοφαντία, αυτομάτως τίθεσαι εκτός “αγέλης”. Η μοναξιά σου είναι η απόδειξη της πνευματικής σου υγείας.
Η κακοποίηση της γλώσσας αφαιρεί από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να καταλάβει τον πόνο του διπλανού του. Χωρίς τις λέξεις που περιγράφουν το “μέσα”, ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται “αντικείμενο” κριτικής, στόχος για βρίσιμο ή νούμερο σε μια στατιστική συνωμοσίας. Δηλαδή, έχουμε την απώλεια της ενσυναίσθησης.
Σε ένα περιβάλλον όπου η «εσωτερική κατεργασία» της σκέψης είναι είδος προς εξαφάνιση, η αποξένωση γίνεται το μοναδικό καταφύγιο του σκεπτόμενου ανθρώπου.
Η τραγωδία δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν συμφωνούν, αλλά ότι δεν έχουν πια τη γλώσσα για να διαφωνήσουν με τρόπο που να τους επιτρέπει να παραμείνουν άνθρωποι.
Είναι η στιγμή που ο παρατηρητής συνειδητοποιεί ότι η «άθλια ζωή» δεν πηγάζει από την έλλειψη αγαθών, αλλά από την αδυναμία του ανήκειν. Όταν η κοινή μας γλώσσα λεηλατείται, χάνεται ο κοινός μας κόσμος. Μένουν μόνο μονάδες που κραυγάζουν στο κενό, φοβισμένες μήπως η σιωπή αποκαλύψει την απελπιστική τους γύμνια. Αυτή η πορεία από την κακοποίηση της λέξης μέχρι την πλήρη απομόνωση της ψυχής κλείνει τον κύκλο της σκέψης.
Τελικά, αυτό που απομένει μετά την παύση της πληκτρολόγησης και το σβήσιμο της οθόνης, είναι μια εκκωφαντική ερημιά. Όταν η γλώσσα γίνεται όπλο κακίας και η σκέψη ένα φτηνό δάνειο από το “ράφι” της επικαιρότητας, ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο την επικοινωνία με τον άλλον, αλλά και την επαφή με τον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως η μόνη αυθεντική πράξη που μας απέμεινε είναι αυτή ακριβώς η πικρή διαπίστωση: ότι σε έναν κόσμο που κραυγάζει για να ακουστεί, η πιο επαναστατική πράξη είναι η εσωτερική σιωπή και η αναζήτηση της χαμένης μας λέξης.
