Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης: “Έφυγε” ο θρύλος της θρακιώτικης μουσικής παράδοσης

Σίγησε ο θρύλος της θρακιώτικης μουσικής Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, ο οποίος έκανε γνωστή την παράδοση της Θράκης σ’ όλη την Ελλάδα, βασιζόμενος πάντα στο τρίπτυχο, τραγούδι, χορός, φορεσιά.

by Times Newsroom

Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς: Σίγησε χθες, στα 93 του χρόνια, η φωνή του θρύλου της θρακιώτικης παράδοσης Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη, ο οποίος «έφυγε» πλήρης ημερών, αφήνοντας ως παρακαταθήκη στους αιώνες το τεράστιο μουσικό έργο του ως δημιουργός, ερμηνευτής και μουσικός.

Το τρίπτυχο του Δοϊτσίδη

Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης έκανε γνωστή τη μουσική παράδοση της Θράκης σ’ όλη την Ελλάδα, βασιζόμενος πάντα στο τρίπτυχο, τραγούδι, χορός, φορεσιά.

Είχε γεννηθεί το 1930 στην Καρωτή Διδυμοτείχου από αγροτική οικογένεια, έχοντας και μουσικούς προγόνους, όπως τον Σταύρο Δοϊτσίδη (έπαιζε καβάλ), ο οποίος μάλιστα ήταν αρκετά γνωστός και είχε διδάξει την τέχνη του σε περισσότερους από εκατό νέους Βούλγαρους στις αρχές του 20 αιώνα, στη Στενήμαχο, στον Πύργο (Μπουργκάς) και το Ορτάκιοϊ της σημερινής Βουλγαρίας.

Από μικρή ηλικία τον γοήτευαν ιδιαίτερα τα παραδοσιακά τραγούδια που άκουγε στην πλατεία του χωριού του, στο χοροστάσι που στηνόταν κάθε Κυριακή και σε διάφορες γιορτές.

Αρχιζαν τον χορό οι γυναίκες, τραγουδώντας δύο στην αρχή του χορού και δύο στο τέλος συνήθως, και κατόπιν οι άνδρες, με τη συνοδεία οργάνων, κυρίως με τη συνοδεία της γκάιντας, της φλογέρας και της λύρας που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο σε σχέση με τα νεότερα παραδοσιακά όργανα όπως κλαρίνο, βιολί, ούτι και κρουστά. Επίσης, αυτά τα παραδοσιακά τραγούδια άκουγε και στο σπίτι από τη μητέρα του Θεοπούλα και τη γιαγιά του Χρυσάνθη.

Το 1950, τελικώς, πείθει τον πατέρα του, που αρχικά ήταν αρνητικός εξαιτίας των αντιλήψεων της εποχής για το επάγγελμα του μουσικού, να του πάρει ούτι. Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι της υπαίθρου αλλά και όχι μόνο θεωρούσαν υποτιμητικό το να γίνεις μουσικός και να γυρνάς στις πόλεις και στα χωριά.

Το πρώτο του ούτι

Αγοράζει με 250 δραχμές το πρώτο του ούτι από τα Λάβαρα, ένα χωριό λίγο έξω από το Σουφλί, εκπληρώνοντας έτσι την παιδική του επιθυμία γι΄ αυτό το μουσικό όργανο.

Τον ίδιο χρόνο πηγαίνει για μία εβδομάδα στην Ορεστιάδα και παίρνει τα πρώτα του μαθήματα από τον Αρμένη, δεξιοτέχνη στο ούτι Σαρκίζ, ο οποίος ήταν και ψάλτης της αρμενικής εκκλησίας του Διδυμοτείχου.

Ορισμένα άλλα μαθήματα όμως παίρνει και από τον λαϊκό οργανοπαίχτη της περιοχής στο ούτι, Γιάννη Νταντή, από τον Πύργο Ορεστιάδας. Επειτα απ’ αυτά τα πρώτα μαθήματα επιστέφει στο χωριό του.

Από κεί πλέον προσπαθεί να μάθει μόνος του να παίζει τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια του χωριού του και της ευρύτερης περιοχής, σχεδιάζοντας μουσικές εισαγωγές και ταξίμια, ενώ συγχρόνως εργαζόταν στα χωράφια του πατέρα του. Οι πρώτες δειλές καλλιτεχνικές εμφανίσεις του έγιναν στα καφενεία του χωριού του, και λίγο αργότερα βγήκε παρά έξω, στα διπλανά χωριά.

Κατά την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το 1950, παντρεύτηκε τη Μόρφω Γρηγορίδου και λίγο αργότερα απέκτησαν μαζί τις δύο κόρες τους τη Θεοπούλα και τη Λαμπριάννα, το 1952 και 1955 αντίστοιχα, οι οποίες έμελλε να τον ακολουθήσουν στο τραγούδι και να βρεθούν στο πλάι του πατέρα τους από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι και σήμερα, αποτελώντας τις ποιο αντιπροσωπευτικές γυναικείες φωνές της θρακιώτικης μουσικής.

Ετσι, δημιουργήθηκε ένα αναπόσπαστο μουσικό και φωνητικό τρίο της ελληνικής μουσικής παράδοσης και κυρίως της θρακικής.

Εισάγει το τζιουμπούς

Το 1954 αγοράζει ένα τζιουμπούς με περίπου 500δρχ. για τους γάμους, τους αρραβώνες, τα πανηγύρια αλλά και κάθε λογής εκδήλωση, επειδή την εποχή εκείνη έπαιζαν οι μουσικοί φυσικά, χωρίς ηχητική υποστήριξη και το τζιουμπούς είχε δυνατότερο ακουστικό ήχο από το ούτι στους εξωτερικούς χώρους.

Ετσι, πρώτος ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης εισάγει ένα νέο όργανο στην τυπική ορχήστρα της Θράκης που εξαιτίας της χρησιμότητας του γίνεται γρήγορα αποδεκτό από τους τοπικούς μουσικούς, οι οποίοι μάλιστα παραδέχονται ότι το όργανο αυτό το πρόσθεσε πρώτος αυτός, αν και δεν αποκλείεται να παιζόταν από κάποιο άλλο μουσικό σε κάποια περιοχή της Θράκης για προσωπική ευχαρίστηση, σίγουρα όμως δεν το συναντούσε κανείς σε ορχήστρες.

Το τζιουμπούς όμως, μετά την βελτίωση με ηχητική υποστήριξη της ακουστικότητας των μουσικών οργάνων, παραμελήθηκε και επανήλθε το ούτι, μ’ αποτέλεσμα σήμερα να παίζεται από ελάχιστους μουσικούς και να μην χρησιμοποιείται σε ορχήστρες σχεδόν καθόλου.

Το πρώτο χορευτικό με θρακιώτικα

To 1960, ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης συλλαμβάνει την ιδέα δημιουργίας τοπικού χορευτικού συγκροτήματος, το οποίο θα χόρευε τους χορούς της Θράκης.

Αργότερα, το μουσικοχορευτικό συγκρότημα αρχίζει να εμφανίζεται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Θράκη, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.

Ηταν το πρώτο χορευτικό συγκρότημα που παρουσίαζε θρακιώτικους χορούς, γιατί μέχρι τότε στα σχολεία, στα γυμνάσια αλλά και σε διάφορους άλλους οργανωμένους φορείς της Θράκης που μπορεί να οργάνωναν χορευτικές παραστάσεις, χορεύονταν πανελλαδικοί χοροί.

Το συγκρότημα Δοϊτσίδη της Καρωτής θεωρούνταν από τους Θρακιώτες το καλύτερο χορευτικό συγκρότημα της Θράκης. Από το 1958 αρχίζει παράλληλα να συμμετέχει σε εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού Ε.Ι.Ρ. Κομοτηνής, παρουσιάζοντας μουσικούς από τον Βόρειο Εβρο, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι το 1968, χρονιά που εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα.

Στον ραδιοφωνικό σταθμό της Κομοτηνής γνωρίζεται με τον λαογράφο Παντελή Καβακόπουλο, ο οποίος πραγματοποιούσε επιτόπιες έρευνες στη Θράκη. Στη συνέχεια, μεταβαίνει στην Καρωτή για να καταγράψει τη μουσικοχορευτική παράδοση της περιοχής.

Σ’ αυτή την προσπάθεια τον βοήθησε η οικογένεια Δοϊτσίδη, προσφέροντάς του πολύτιμο υλικό της περιοχής.

Οι ηχογραφήσεις

To 1961 με τη μεσολάβηση του Καβακόπουλου γίνεται η πρόταση στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την εταιρία Music Box να ηχογραφήσει τραγούδια της Θράκης. Ηταν εννέα τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε. Μερικά απ’ αυτά: «Σ’αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ», «Μια κόρη μια διαβάτισσα», «Αλάργα ξένη μ’ τον χορό» κ.α.

Στα τραγούδια αυτά συμμετέχει και η Ειρήνη Καβακοπούλου, γυναίκα του Παντελή Καβακόπουλου, ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ενορχηστρωτής της συγκεκριμένης ηχογράφησης.

Οι μουσικοί που έπαιξαν ήταν: Μανώλης Παπαγεωργίου – κλαρίνο, Δημήτρης Μπάγιας (Λαβίδας) – βιολί, Αριστείδης Μόσχος – σαντούρι, Χρήστος Λαβίδας – κιθάρα, Γιάννης Αγαπητός – κόντρα μπάσο και Φώτης Τσιλιπάνος – κρουστά .

Το 1965 συμμετείχε με την ελληνική αποστολή στο βαλκανικό φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας, μαζί με γνωστούς καλλιτέχνες της δημοτικής μας μουσικής όπως: Ξανθίππη Καραθανάση, Ειρήνη Καβακοπούλου, Γιάννης Δερμιτζογιάννης, Φώτης Πάνου, Μανώλης Παπαγεωργίου κ.α.. Η ελληνική αποστολή κερδίζει το πρώτο βραβείο και τελικά γυρίζει όλες τις μεγάλες πόλεις της Βουλγαρίας δίνοντας συναυλίες.

Με τη Δόρα Στράτου

Το 1968 η μουσικοχορευτική αποστολή της Καρωτής συμμετείχε σε πολιτιστική εκδήλωση που έλαβε μέρος στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Υπεύθυνη της πολιτιστικής εκδήλωσης ήταν η Δόρα Στράτου. Η Δόρα Στράτου ενθουσιασμένη από τα τραγούδια και τους χορούς της Θράκης, που για πρώτη φορά παρουσιάζονταν στο αθηναϊκό κοινό, προτείνει στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη να συνεργαστεί μαζί της στο θέατρό της.

Μετά από λίγο καιρό, το φθινόπωρο του 1968, μεταβαίνει με το μουσικοχορευτικό συγκρότημα και την οικογένεια του στην Αθήνα, όπου εγκαθίσταται πλέον μόνιμα το 1969. Στο θέατρο της Δόρας Στράτου δίνει παραστάσεις από το 1968 μέχρι και το 1973, φέρνοντας παράλληλα στο θέατρο μουσικούς και χορευτές από τη Θράκη.

Μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τη Δόρα Στράτου, αρχίζει να συνεργάζεται με τον μουσικοσυνθέτη Χρήστο Λεοντή και τη Μαρίζα Kωχ σε μπουάτ στην Πλάκα, καθώς επίσης να κάνει ενορχηστρώσεις σε θεατρικά έργα.

Εκτός από τα θεατρικά συμμετείχε ως μουσικός σε μια τηλεοπτική σειρά με πρωταγωνιστή τον Κώστα Βουτσά που γυριζόταν στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα.

Σπουδαίες συνεργασίες

Στη συνέχεια η οικογένεια Δοϊτσίδη συνεργάζεται με τη Δόμνα Σαμίου, με την οποία επισκέφτηκαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Σταύρο Ξαρχάκο, αλλά και τον Παναγιώτη Μυλωνά, τον Χρυσόστομο Μητροπάνο, τον Νίκο Μπαζιάνα, τον Κώστα Στρατηγάκη, τη Φεβρωνία Ρεβύνθη, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές της ΕΡΤ.

Επίσης, με τον Θανάση Γκαϊφύλλια και τη Μαρίζα Κώχ επισκέφτηκαν όλες τις πρωτεύουσες των κρατών της Σοβιετικής Ενωσης δίνοντας συναυλίες. Την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα από το 1971 και μετά αρχίζουν να κυκλοφορούν οι μεγάλοι προσωπικοί δίσκοι της οικογένειας, των 33 στροφών. Πιο πριν, από το 1961 και μετά, είχαν ηχογραφηθεί και αρκετοί δίσκοι 45 στροφών.

Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης στην προσπάθειά του να διασώσει τον μουσικό πολιτισμό της Θράκης πραγματοποιούσε κατά καιρούς επιτόπιες καταγραφές-έρευνες. Επίσης για τη διάδοση του μουσικού πολιτισμού, λειτούργησε και διατήρησε από το 1980 και για 14 ολόκληρα χρόνια το πρώτο και μοναδικό στέκι μουσικής για τους θρακιώτες, το «Θρακιώτικο Στέκι» στην Καλλιθέα, τραγουδώντας την παράδοση της Θράκης.

Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας

Το 1985 η οικογένεια Δοϊτσίδη κερδίζει, για τον ενδέκατο σε σειρά μεγάλο δίσκο με τίτλο «Το κάστρο της Θρακιάς», το 1ο βραβείο Οπτικοακουστικών Μέσων της Γαλλικής Ακαδημίας που διεξήχθη στο Παρίσι.

Συνολικά, η οικογένεια Δοϊτσίδη, έχει κυκλοφορήσει 18 προσωπικούς δίσκους, ενώ παράλληλα έχει στο ενεργητικό της πάρα πολλές συμμετοχές σε δίσκους άλλων μεγάλων καλλιτεχνών, μέσω των οποίων έχουν διασωθεί περισσότερα από διακόσια παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης.

Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας ο Καρυοφύλλης και οι κόρες Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη πήραν πολλά βραβεία και υψηλές διακρίσεις για την προσφορά τους στην ελληνική μουσική παράδοση και συγκεκριμένα στη θρακιώτικη, αλλά σημαντικότερη επιτυχία θεωρήθηκε από τους ίδιους η βράβευση από το χωριό τους, Καρωτή, το 1997 για τη διάδοση και διάσωση της θρακικής μουσικής.

Γεγονός πολύ σημαντικό για την οικογένεια, ν’ αναγνωρίζεται η προσφορά της από τον τόπο καταγωγής τους. Ακόμα, και η βράβευση του Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την Ενωση Μάρηδων (Θρακικό Σωματείο), το 2002, ως μουσικοσυνθέτη ήταν μια σημαντική αναγνώριση για το έργο που προσέφερε στη Θράκη.

Τα προσωπικά τραγούδια

Τα τραγούδια, σε παλαιότερες εποχές, δεν είχαν μουσική επένδυση. Κυρίως τα τραγουδούσαν γυναίκες στον χορό, αλλά και άνδρες κάπως πιο σπάνια, οι οποίοι έλεγαν συνήθως καθιστικά, και οι μουσικοί είτε έπαιζαν οργανικά κομμάτια, είτε επαναλάμβαναν το τραγούδι.

Επομένως, για να ηχογραφηθούν τα τραγούδια αυτά έπρεπε να δημιουργηθούν εισαγωγές και ανταποκρίσεις, ώστε να είναι ακουστικά και χορευτικά ομορφότερα λόγο των αναγκών που προέκυψαν από τη διαδικασία εγγραφής του δίσκου. Ενα πολύ μεγάλο ποσοστό μουσικών εισαγωγών και ανταποκρίσεων των τραγουδιών της Θράκης οφείλονται στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη.

Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, τραγουδιστής, ενορχηστρωτής και μουσικοσυνθέτης προσέθεσε και ορισμένα δικά του κομμάτια στο μουσικό ρεπερτόριο της Θράκης, όπως: «Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς», «Τώρα που ήρθε η άνοιξη», «Στέργιος ξεπισμάνιψι», «Στέργιος παντρεύητι», «Η Καρακατσιανή», «Ο δικέφαλος αετός της Θράκης» και αλλά πολλά, τραγούδια τα οποία αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τους Θρακιώτες και όχι μόνο.

Εκτός από την αρκετά μεγάλη δισκογραφική δραστηριότητα που ανέπτυξε η οικογένεια, γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα, αλλά και παρά πολλές χώρες του κόσμου όπως Η.Π.Α., Καναδά, Αυστραλία, Μέση Ανατολή, σχεδόν σ’ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη κ.α., δίνοντας συναυλίες. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει στο συγκρότημα της οικογένειας και ο εγγονός, ο Νίκος Αγγούσης- Δοϊτσίδης, στο κλαρίνο.

Η νεκρώσιμη ακολουθία θα τελεστεί τη Δευτέρα 23/1 στις 12.00 στον ναό Αγ. Γεωργίου, στην Καρωτή Διδυμοτείχου.

Πηγή: evros-news.gr

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή