Η «Ματωμένη Κυριακή» συνέβη στις 13 Νοεμβρίου 1887 στο Λονδίνο και ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία του βρετανικού εργατικού και ριζοσπαστικού κινήματος. Η διαδήλωση οργανώθηκε από σοσιαλιστικές και αναρχικές ομάδες (όπως η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία και η Ιρλανδική Εθνική Ένωση) για να διαμαρτυρηθούν:
Ενάντια στη βρετανική πολιτική καταπίεσης στην Ιρλανδία (συμπεριλαμβανομένων των “Irish Coercion Acts” και της φυλάκισης του Ιρλανδού βουλευτή Γουίλιαμ Ο’ Μπράιεν).
Ενάντια στην οικονομική πολιτική της Συντηρητικής κυβέρνησης των Τόρυδων και την αυξανόμενη ανεργία στο Λονδίνο.
Περίπου 10.000 διαδηλωτές (εργάτες, ριζοσπάστες, σοσιαλιστές) κατευθύνθηκαν προς την Πλατεία Τραφάλγκαρ (Trafalgar Square) από διάφορα σημεία του Ανατολικού Λονδίνου. Μεταξύ των διαδηλωτών ήταν προσωπικότητες όπως ο συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, ο Γουίλιαμ Μόρις και η Έλεανορ Μαρξ.
Οι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με περίπου 2.000 αστυνομικούς και 400 στρατιώτες (με ξιφολόγχες) που είχαν διαταχθεί να εμποδίσουν την πρόσβαση στην πλατεία, καθώς οι δημόσιες συγκεντρώσεις είχαν απαγορευτεί.
Από τις βίαιες συγκρούσεις με τα αστυνομικά γκλομπ και τα άλογα:
Τουλάχιστον τρεις διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους (ένας εκ των οποίων, ο Άλφρεντ Λίνελ, υπέκυψε αργότερα στα τραύματά του αφού τον ποδοπάτησε αστυνομικό άλογο την επόμενη εβδομάδα σε σχετική διαμαρτυρία).
Περίπου 200 άτομα τραυματίστηκαν, ενώ 400 συνελήφθησαν.
Το γεγονός αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αφύπνιση των ριζοσπαστικών και εργατικών δυνάμεων στη Βρετανία, οδηγώντας τελικά στη μεγαλύτερη υποστήριξη και στην ίδρυση του Εργατικού Κόμματος το 1900.
Αυτή η «Ματωμένη Κυριακή» είναι η πρώτη από μια σειρά γεγονότων με το ίδιο όνομα που συνδέονται με τις αγγλοϊρλανδικές σχέσεις, με πιο γνωστές αυτές του Δουβλίνου (1913) και του Ντέρι (1972).
