Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Ο Γκόγκολ, με τη ματιά ενός ανατόμου που γελά για να μη θρηνήσει, αποκάλυψε τη ρηχότητα και τη μηχανική φύση της κοινωνίας, μετατρέποντας την καθημερινή απάτη σε υψηλή τέχνη. Ο Ντοστογιέφσκι, πατώντας πάνω στην κληρονομιά του Γκόγκολ («Όλοι βγήκαμε κάτω από το Παλτό του Γκόγκολ», φέρεται να είπε), πήγε βαθύτερα: πέρασε από το κοινωνικό στο ψυχολογικό και το μεταφυσικό. Εκεί που ο Γκόγκολ βλέπει το «κενό» της ψυχής, ο Ντοστογιέφσκι αναζητά το «πλήρωμα» της ψυχής, ακόμα και μέσα στην τρέλα.
Αν κάνουμε μια σύγκριση ανάμεσα στον Ηλίθιο και τις Νεκρές Ψυχές, θα παρατηρήσουμε ότι είναι εντυπωσιακό πώς ο Γκόγκολ βλέπει τη Ρωσία μέσα από την απάτη (Τσίτσικοφ), ενώ ο Ντοστογιέφσκι μέσα από την απόλυτη αγνότητα (Μίσκιν).
Είναι μια συναρπαστική αντίθεση που αγγίζει την καρδιά της ρωσικής λογοτεχνικής ψυχής: τη διαρκή αναζήτηση της “αλήθειας” της Ρωσίας μέσα από δύο διαμετρικά αντίθετους φακούς.
Ενώ ο Γκόγκολ σκάβει στη λάσπη της διαφθοράς για να βρει κάτι ζωντανό, ο Ντοστογιέφσκι ρίχνει ένα εκτυφλωτικό φως ηθικής τελειότητας για να δει ποιος μπορεί να το αντέξει.
Δύο δρόμοι για την ίδια Ιθάκη
Στις Νεκρές Ψυχές του Γκόγκολ ο κεντρικός ήρωας, ο Πάβελ Ιβάνοβιτς Τσίτσικοφ, είναι ο δαιμόνιος “μεσάζων”, ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο, ο ορισμός της ρηχότητας, της χυδαιότητας. Η μηχανή της πλοκής είναι η απάτη, με την αγοραπωλησία ανύπαρκτων δούλων για τον πλουτισμό. Παρουσιάζεται η εικόνα μιας απέραντης Ρωσίας, που είναι γεμάτη καρικατούρες, πνευματική στασιμότητα και γραφειοκρατικό παραλογισμό. Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε μια κωμωδία του παραλόγου και το γέλιο να βγαίνει αβίαστα μέσα από τα δάκρυα για την κατάντια του ανθρώπου.
Στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι ο πρωταγωνιστής είναι ο Πρίγκιπας Μίσκιν, ο «θετικός καλός άνθρωπος», μια χριστολογική φιγούρα, ο “Ηλίθιος” λόγω της έλλειψης δόλου. Παρακολουθούμε την προσπάθεια του Μίσκιν να ζήσει με απόλυτη αλήθεια σε έναν κόσμο συμφέροντος, σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε κρίση, που σπαράσσεται ανάμεσα στον υλισμό, το πάθος και την ανάγκη για πνευματική αναγέννηση. Είναι προφανές ότι η αγνότητα καταρρέει κάτω από το βάρος της ανθρώπινης σκοτεινιάς.

Η Απάτη vs. Η Αγνότητα
Ο Γκόγκολ χρησιμοποιεί τον Τσίτσικοφ ως έναν “κενό” χαρακτήρα που κινείται ανάμεσα στους κτηματίες. Η απάτη του δεν είναι απλώς οικονομική, είναι οντολογική. Οι Νεκρές Ψυχές δεν είναι μόνο οι πεθαμένοι δούλοι, αλλά και οι ζωντανοί που συναντά στον δρόμο του. Η Ρωσία εδώ είναι μια σκουριασμένη μηχανή που χρειάζεται ένα πνευματικό θαύμα για να πάρει μπροστά (εξού και το ημιτελές δεύτερο μέρος όπου ο Γκόγκολ προσπάθησε, αποτυχημένα, να δείξει τη μετάνοια).
Ο Ντοστογιέφσκι κάνει το αντίστροφο πείραμα. Τι θα γινόταν αν ένας “τέλειος” άνθρωπος έμπαινε στη ρωσική κοινωνία; Ο Μίσκιν δεν προσπαθεί να εξαπατήσει κανέναν, αλλά η παρουσία του προκαλεί το χάος. Η αγνότητά του βγάζει στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτα των άλλων. Εδώ, η Ρωσία είναι ένας φλεγόμενος οίκος, όπου η απόλυτη καλοσύνη εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή τρέλα.
Ο Γκόγκολ ξεκίνησε να γράψει τις Νεκρές Ψυχές ως μια «Θεία Κωμωδία», με τον Τσίτσικοφ να περνά από την Κόλαση στο Καθαρτήριο. Ο Ντοστογιέφσκι, από την άλλη, έγραψε τον Ηλίθιο ως μια σπουδή πάνω στην αποτυχία του Καλού να σώσει τον κόσμο χωρίς τη θεία παρέμβαση.
Είναι εντυπωσιακό ότι και οι δύο συγγραφείς κατέληξαν σε μια μορφή απόγνωσης: ο Γκόγκολ έκαψε το χειρόγραφο του δεύτερου μέρους, και ο Ντοστογιέφσκι οδήγησε τον Μίσκιν πίσω στην πλήρη πνευματική αποσύνθεση.
Να εστιάσουμε στην πρώτη εμφάνιση του Τσίτσικοφ στην πόλη Ν. σε σύγκριση με την άφιξη του Μίσκιν στο τρένο. Είναι πραγματικά αριστουργηματικό το πώς οι δύο συγγραφείς στήνουν τη “σκηνή” τους. Η άφιξη του ήρωα είναι το DNA ολόκληρου του βιβλίου. Ας δούμε πώς ο καθένας συστήνει το όραμά του για τη Ρωσία μέσα από την πρώτη επαφή του πρωταγωνιστή με τον κόσμο.
Η άφιξη του Τσίτσικοφ (Η εισβολή του “τίποτα”)
Στις Νεκρές Ψυχές, ο Τσίτσικοφ φτάνει σε μια επαρχιακή πρωτεύουσα μέσα σε ένα αρκετά ωραίο αμάξι με σούστες, μια “μπρίτσκα”, απ’ αυτές που χρησιμοποιούν οι εργένηδες, απόστρατοι ταγματάρχες και λοχαγοί, γαιοκτήμονες που έχουν στην κατοχή τους καμιά εκατοστή ψυχές. Και ο Γκόγκολ αφιερώνει σελίδες στο να μας πει ότι δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο: Δεν ήταν ούτε ωραίος ούτε άσχημος, ούτε παχύς ούτε αδύνατος, ούτε γέρος ούτε νέος. Κανείς δεν πρόσεξε τον ερχομό του στην πόλη. (Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές Ψυχές. Μετάφραση Α. Μοσχοβάκη, εκδόσεις Γαλαξία)
Ο Τσίτσικοφ είναι ένας χαμαιλέοντας. Η άφιξή του είναι αθόρυβη και υπολογισμένη. Κολακεύει τους πάντες, από τον αστυνόμο μέχρι τον επιθεωρητή, για να “γίνει ένα” με το περιβάλλον. Η είσοδός του αντιπροσωπεύει τη χυδαιότητα που εισχωρεί παντού. Δεν έρχεται για να αλλάξει τον κόσμο, αλλά για να τον εκμεταλλευτεί, γλιστρώντας μέσα στις ρωγμές της γραφειοκρατίας.
Η άφιξη του Μίσκιν (Η εισβολή του “φωτός”)
Στον Ηλίθιο, ο Μίσκιν φτάνει με το τρένο από την Ελβετία, μέσα στην ομίχλη και το κρύο, φορώντας ρούχα εντελώς ακατάλληλα για τον ρωσικό χειμώνα: Ο Μίσκιν είναι διάφανος. Δεν έχει κανένα προσωπείο. Αντίθετα με τον Τσίτσικοφ που “ελέγχει” την εντύπωση που δίνει, ο Μίσκιν προκαλεί αμέσως τα γέλια ή την περιέργεια των συνταξιδιωτών του (όπως του Ρογκόζιν). Με το που ανοίγει το στόμα του, λέει την αλήθεια, ακόμα και αν αυτή τον κάνει να φαίνεται ευάλωτος ή “ηλίθιος”. Η είσοδός του είναι μια πνευματική εισβολή. Φτάνει σαν “ξένος” (ο Χριστός που επιστρέφει) σε μια Ρωσία που έχει ξεχάσει την παιδική αθωότητα και είναι βυθισμένη στον κυνισμό.
Ο Τσίτσικοφ είναι ο άνθρωπος που θα σου πουλήσει μια “νεκρή ψυχή” και θα τον ευχαριστήσεις κιόλας. Ο Μίσκιν είναι ο άνθρωπος που θα σου προσφέρει τη δική του ζωντανή ψυχή και θα τον θεωρήσεις τρελό.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο Γκόγκολ ξεκινά από το εξωτερικό (ρούχα, άμαξες, φαγητά) για να φτάσει στην κενή ψυχή, ενώ ο Ντοστογιέφσκι ξεκινά από το εσωτερικό (το βλέμμα του Μίσκιν) για να δείξει πόσο άρρωστο είναι το περιβάλλον.
Αν δούμε πώς αυτοί οι δύο χαρακτήρες αντιμετωπίζουν τις γυναίκες στα έργα, θα καταλάβουμε ότι η διαφορά “απάτης” και “αγνότητας” γίνεται ακόμα πιο έντονη. Εδώ η αντίθεση γίνεται σχεδόν ηλεκτρική. Για τον Τσίτσικοφ, οι γυναίκες είναι εργαλεία κοινωνικής αναρρίχησης ή “εμπόδια” στην επιχειρηματική του δραστηριότητα. Για τον Μίσκιν, οι γυναίκες είναι ο καθρέφτης της δικής του θυσιαστικής φύσης.
Τσίτσικοφ: Ο υπολογιστής των τύπων
Στον κόσμο του Γκόγκολ, οι γυναίκες αντιμετωπίζονται συχνά ως καρικατούρες ή ως μέρος του “σκηνικού”. Η επαφή του Τσίτσικοφ με την κυρά Κορόμποτσκα είναι μια κωμωδία παρανοήσεων. Εκείνος βλέπει μια ευκαιρία για κέρδος, εκείνη φοβάται μην τον «πουλήσει φτηνά». Δεν υπάρχει ίχνος πνευματικότητας· μόνο παζάρι.
Ο Τσίτσικοφ προσπαθεί να παίξει, στην κόρη του Κυβερνήτη, τον ρόλο του γοητευτικού μνηστήρα, αλλά όχι από έρωτα. Το κάνει γιατί έτσι επιβάλλουν οι κανόνες του «καλού κόσμου» για να στεριώσει την απάτη του.
Για τον Τσίτσικοφ, η γυναίκα είναι ένα διακοσμητικό στοιχείο ή ένα κεφάλαιο. Η προσέγγισή του είναι στεγνή, απαλλαγμένη από πάθος, γεμάτη από την “ευγένεια” του απατεώνα που θέλει να φανεί αξιοπρεπής.
Μίσκιν: Ο σωτήρας της κατεστραμμένης ομορφιάς
Στον Ντοστογιέφσκι, οι γυναίκες είναι το επίκεντρο του πνευματικού δράματος. Ο Μίσκιν δεν ερωτεύεται την Ναστάσια Φιλίπποβνα με την παραδοσιακή έννοια. Την “ερωτεύεται” μέσα από τη συμπόνια. Βλέπει την ταλαιπωρημένη της ψυχή πίσω από την προκλητική της ομορφιά. Η περίφημη φράση του ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» δοκιμάζεται πάνω της.
Στην περίπτωση της Αγλαΐας Επάντσινα έχουμε την αντιπαράθεση της αγνής, γήινης αγάπης. Ο Μίσκιν διχάζεται, όχι από λαγνεία, αλλά από μια αδυναμία να διαλέξει ανάμεσα στην ανάγκη να “σώσει” (Ναστάσια) και στην ανάγκη να “ζήσει” (Αγλαΐα).
Ο Μίσκιν βλέπει τη γυναίκα ως ιερό ον που υποφέρει. Η αγνότητά του είναι τόσο απόλυτη που γίνεται καταστροφική: προσπαθώντας να τις σώσει όλες, καταλήγει να τις καταστρέφει, γιατί ο κόσμος δεν είναι έτοιμος για μια αγάπη χωρίς εγωισμό.
Ο Τσίτσικοφ χρησιμοποιεί τις γυναίκες για να γεμίσει το πορτοφόλι του, ενώ ο Μίσκιν προσφέρει τον εαυτό του για να γεμίσει το κενό στις δικές τους ψυχές. Ο πρώτος είναι ένας “επιτυχημένος” απατεώνας που αποτυγχάνει ηθικά, ο δεύτερος είναι ένας “αποτυχημένος” άγιος που θριαμβεύει ηθικά.
Είναι πραγματικά ειρωνικό: ο απατεώνας Τσίτσικοφ επιζεί (και συνεχίζει τις μηχανορραφίες του), ενώ ο αγνός Μίσκιν “σβήνει”. Ο Γκόγκολ σε κάνει να γελάς μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι κλαις, ενώ ο Ντοστογιέφσκι σε κάνει να πονάς μέχρι να βρεις τη λύτρωση.
Το γέλιο και το κλάμα: Η τελική αναμέτρηση
Ο Γκόγκολ έγραψε κάποτε ότι το έργο του είναι «ένα γέλιο ορατό στον κόσμο, μέσα από δάκρυα αόρατα σ’ αυτόν». Ο ήρωας του Γκόγκολ προκαλεί ένα γέλιο σατιρικό, σχεδόν χαιρέκακο. Γελάμε με τη γελοιότητα των καταστάσεων, με τον τρόπο που η απάτη του Τσίτσικοφ ξεσκεπάζει τη βλακεία των άλλων.
Η τραγωδία κρύβεται στην απουσία. Κλαίμε (ή μελαγχολούμε) γιατί συνειδητοποιούμε ότι πίσω από το γέλιο υπάρχει ένα πνευματικό κενό. Η Ρωσία του Γκόγκολ είναι μια “νεκρή” χώρα που γελάει νευρικά για να μη δει το σκοτάδι της.
Στον Ηλίθιο, το γέλιο είναι συχνά σκληρό και στρέφεται κατά του Μίσκιν. Η κοινωνία γελάει με τον Μίσκιν. Τον θεωρούν “ηλίθιο”, τον κοροϊδεύουν για την αφέλειά του. Όμως, αυτό το γέλιο είναι η άμυνα των ανθρώπων απέναντι στην απόλυτη αλήθεια του.
Ο Ντοστογιέφσκι χρησιμοποιεί το κλάμα ως κάθαρση. Η συμπόνια του Μίσκιν προκαλεί δάκρυα που δεν είναι απελπισμένα, αλλά λυτρωτικά. Όταν ο Μίσκιν κλαίει, κλαίει για όλη την ανθρωπότητα. Η τραγωδία του τέλους δεν είναι η αποτυχία του, αλλά η αδυναμία του κόσμου να τον ακολουθήσει.
Ο Τσίτσικοφ είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής σήψης που προκαλεί το πικρό γέλιο της συνειδητοποίησης. Ο Μίσκιν είναι ο καθρέφτης της θείας αγνότητας που προκαλεί το δάκρυ της συντριβής.
***
Κλείνοντας αυτή τη σύγκριση, παρατηρούμε κάτι τραγικό και ταυτόχρονα μεγαλειώδες: τόσο η Απάτη (Τσίτσικοφ) όσο και η Αγνότητα (Μίσκιν) οδηγούν σε ένα αδιέξοδο όταν έρχονται αντιμέτωπες με την πραγματική Ρωσία.
Ο Τσίτσικοφ αποτυγχάνει γιατί η απάτη του είναι πολύ «λογική» για έναν κόσμο που είναι ήδη παράλογος.
Ο Μίσκιν αποτυγχάνει γιατί η αγνότητά του είναι πολύ «θεϊκή» για έναν κόσμο που είναι απελπιστικά ανθρώπινος.
Η σύγκρουση ανάμεσα στις «Νεκρές Ψυχές» και τον «Ηλίθιο» είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο άνθρωπος (ένα ον που συχνά εμπορεύεται την ύπαρξή του) και σε αυτό που θα μπορούσε να είναι (ένας φορέας απόλυτης αγάπης). Το γεγονός ότι και οι δύο ήρωες καταλήγουν στην απομόνωση ή την πνευματική φυγή, υποδηλώνει ότι η αλήθεια της Ρωσίας –και της ανθρωπότητας– βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο, σ’ αυτό το σκοτεινό και φωτεινό χάος που μόνο αυτοί οι δύο συγγραφείς κατάφεραν να χαρτογραφήσουν τόσο πιστά.

- Αναδημοσίευση από το διαδικτυακό περιοδικό ΕΞΟΔΟΣ Κ0ΙΝΔΥΝΟΥ, τεύχος 29, Μάρτιος
