ΠΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Η ΑΠΕΝΑΝΤΙ
Η υγεία του χειροτέρευε μέρα με την ημέρα. Σαν να φυλλορροούσε αυτός ο ίδιος ψυχή τε και σώματι, με ρυθμό ανεξέλεγκτο πλέον. Και τούτο το φυλλορρόημα της ψυχής και του σώματος μαζί, το χάσιμο της γης κάτω από τα πόδια του, θα πρέπει να λογίζεται ως μία ανεπανόρθωτη τιμωρία της ύπαρξης που αργότερα ή νωρίτερα έρχεται και καταστρέφει, όνειρα, ελπίδες και τα λοιπά και γεμίζει συνάμα την ζωή με προβλήματα αδιανόητα τις παλιές, καλές εκείνες μέρες της ανεμελιάς των νιάτων.
Ήταν πλέον ένας μεσήλικας που έσβηνε σιγά σιγά με ταχύτερο ρυθμό από τον αναμενόμενο. Έσβηνε, διαλυόταν το σώμα που συμπαράσερνε σαν αλυσοδεμένη σκλάβα θαρρείς και την ψυχή του. Πήγαινε καιρός όπου νοσηλευόταν από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και μάλιστα συνήθιζε να αστειεύεται με το γεγονός αυτό φέροντας στους εναπομείναντες ελάχιστους φίλους και γνωστούς τις τουρνέ των ηθοποιών σαν παράδειγμα. Μόνο που εδώ το θέατρο ήταν η ίδια η χαμοζωή που ζούσε εδώ και καιρό. Μία ζωή που δεν του έδινε καμιά προοπτική, κανένα παράθυρο στο φως, καμιάν ελπίδα. Ανέπνεε πλέον σχεδόν, αλλά δεν ζούσε. Ζούσε μάλλον αναγκαστικά. Κι αυτός ο ακούσιος εξαναγκασμός πίεζε και την ψυχή του αφόρητα σε σημείο που ένιωθε πως πρώτα θα χανόταν η ψυχή και έπειτα το σώμα του.
Εκείνο το απόγευμα (ή θα έλεγε κανείς νωρίς το βραδάκι) των αρχών του Οκτώβρη, είχε πιάσει μια ελαφρά ψύχρα. Ήταν η ώρα που θέλησε να σταθεί για λίγο στο παράθυρο του θαλάμου του, ο οποίος έβλεπε σε ένα εξίσου άχαρο κτίριο που μάλλον υπέθετε πως δεν θα ήταν παρά μια ακόμα πτέρυγα ενός τεράστιου νοσοκομείου που το μοναδικό του μέλημα αν το αναπαριστούσε κάποιος σαν ανθρώπινο στόμα δεν θα ήταν παρά να καταβροχθίζει σώματα και ψυχές, σαν ένας τεράστιος Κύκλωπας που δεν μούγκριζε, δεν μιλούσε, απλώς καταβρόχθιζε την ανθρώπινη δυστυχία με εξαιρετικούς ρυθμούς.
Ζήτησε το λοιπόν από τον εαυτό του, να σταθεί για μια στιγμή στο παράθυρο εκείνο του θαλάμου του κάνοντας μια υπερπροσπάθεια στο να σηκωθεί και να κοιτάξει απλώς προς τα έξω, εκεί απέναντι προς εκείνο το άχαρο δίδυμο τέρας που το ένα τον κρατούσε δέσμιο και το άλλο απλώς στεκόταν εμβληματικά και την ίδια ώρα αδιάφορα, απέναντι του στα πενήντα όπως πρόχειρα υπολόγιζε, μέτρα.
Νωρίς το βράδυ λοιπόν, κοντοστάθηκε με δυσκολία στο παράθυρο του μην περιμένοντας πλέον τίποτα. Και το να μην περιμένεις τίποτα από την ζωή, θα πρέπει να είναι μία κόλαση επί γης. Ξαφνικά δεν πέρασαν παρά πέντε λεπτά της ώρας όπου από εκείνο το άχρωμο κτίριο με τα ελάχιστα φωτισμένα παράθυρα από ένα φως άρρωστο και θαμπό, διέκρινε μία σιλουέτα ακριβώς απέναντι του και τρεις ορόφους παρακάτω. Αυτό και μόνο το γεγονός έδωσε φτερά στην πληγωμένη του καρδιά και τον γέμισε με την ελπίδα μιας άλλης έστω και ξένης ύπαρξης γύρω του που δεν είχε να κάνει με λόγους ιατρικούς αυτήν την φορά.
Σε λίγο η νεαρή γυναικεία φιγούρα χάθηκε από τον ορίζοντα του και ξαναμπήκε μέσα στο άχρωμο εκείνο κτίριο. Τότε ένιωσε σαν να έσβησε κάποιος το φως όχι του θαλάμου του αλλά ολάκερης της ύπαρξης του. Δίχως να τα χάσει παρέμεινε για λίγο ακόμη στο παράθυρο του και περίμενε ανέλπιδα να ξαναφανεί εκείνη η σιλουέτα της νεαρής γυναίκας που τον γέμισε μία πρωτόγνωρη και αδιόρατη συνάμα ελπίδα και χαρά. Κάτι τόσο μικρό, κάτι τόσο επουσιώδες για όλους τους άλλους, φάνταζε στο μυαλό του ως τεράστιο γεγονός.
Έφυγε από το παράθυρο του θαλάμου του μετά από κάποια ώρα απογοητευμένος και γύρισε με κόπο στο κρεβάτι του. Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε πως ήταν εντελώς υγιής και συνόδευε εκείνη την άγνωστη του σε έναν χορό. Σε έναν χορό που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον, δεν υπήρχε χώρος και χρόνος μόνον η αύρα της καλής διάθεσης του ότι απόψε θα βγει και θα περάσει καλά και τούτη η σκέψη και μόνον του ξανάφερε πίσω την ελπίδα μιας ανθρώπινης επαφής. Έστω και με μίαν άγνωστη, έστω και αν η έννοια της επαφής ήταν εντελώς ρητορικά εκφρασμένη.
Το επόμενο απόγευμα, υπολογίζοντας με το μυαλό του την ώρα που στάθηκε στο παράθυρο, ξανασηκώθηκε με κόπο και στάθηκε πάλι εκεί. Εκεί που σαν να του φάνηκε ως παιχνίδι του απελπισμένου του για ελπίδα και ζωή πραγματική μυαλού, τον περίμενε η νεαρή αυτή κοπέλα που ίσα ίσα ξεχώριζε τα χαρακτηριστικά της. Μετά από μερικά λεπτά η κοπέλα φάνηκε ξανά στον χώρο. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Μία καρδιά καταταλαιπωρημένη από απογοητεύσεις, από αρρώστια και από πληγές σωματικές και ψυχικές μα μια καρδιά που ακόμα χτυπούσε και ήθελε να ζήσει.
Εκείνη, στάθηκε και κοιτούσε στο κενό. Εκείνος καρδιοχτυπούσε σαν μαθητούδι που ένιωθε για πρώτη φορά μία αίσθηση συντροφιάς να τον αγγίζει έπειτα από πολλά χρόνια μοναξιάς και μαζί την ανάγκη να περάσει λίγο χρόνο μαζί της έστω και από τόσο μακριά.
Αυτά τα “ραντεβού” συνεχίστηκαν για δέκα περίπου ημέρες. Εκείνη, η απέναντί του κοπέλα που ισχνά ξεχώριζε τα χαρακτηριστικά της μόλις, πάντα έκανε τις ίδιες κινήσεις την ίδια περίπου ώρα. Στεκόταν εκεί απέναντι του για δέκα περίπου λεπτά που σε εκείνον φάνταζαν μία αιωνιότητα ευτυχισμένων καλών παλιών ημερών και κόντευε πλέον να του γίνει η ωραιότερη η πιο ευάρεστη συνήθεια της ημέρας που σαν να κρατούσε την φλόγα της ελπίδας του για συναναστροφή, ακόμα ζωντανή.
Ώρες-ώρες, έπιανε τον εαυτό του να θέλει να της φωνάξει από εκεί που βρισκόταν μα δεν το έκανε ποτέ, μόνον την παρατηρούσε να βγαίνει και να ξαναμπαίνει στο απέναντι κατάμαυρο από το σκοτάδι του Οκτώβρη κτίριο πριν η βαθιά νύχτα τον σκεπάσει για ακόμα μία φορά.
Ήταν πάντα ένας άνθρωπος “εσωτερικής καύσεως” που απέφευγε να εξωτερικεύει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του και τούτο δεν άλλαξε ούτε καν την στιγμή που η απελπισία του για συντροφικότητα είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της.
Το επόμενο απόγευμα, τέλη του Οκτώβρη πλέον είχε πιάσει για τα καλά η ψύχρα, μα εκείνος δεν ένιωθε τίποτα. Στο μυαλό του σφηνωμένη σαν ένα καρφί η ιδέα του πως θα περνούσε η ημέρα του και θα την ξανασυναντούσε όπως και συνέβη και κείνο το απόγευμα που πλέον σκοτείνιαζε πολύ νωρίτερα Αυτή την φορά η νεαρή απέναντι του γυναίκα στάθηκε λιγότερη ώρα στο σημείο που την είχε πρωτοδεί. Θέλεις η ψύχρα των τελών του Οκτώβρη, θες το οτιδήποτε εκείνη χάθηκε μέσα στο σκοτεινό κτίριο πάλι γρηγορότερα από το “κανονικό”.
Ξαφνικά ένας προβολέας από το εργοτάξιο που χώριζε τα δύο κτίρια του έδειξε την αλήθεια. Το απέναντι κτίριο δεν ήταν μία ακόμα πτέρυγα του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν για εβδομάδες, αλλά ένα κτίριο γραφείων μίας εταιρείας.
Εκείνη η κοπέλα, εκείνη η ολοζώντανη ελπίδα, δεν ήταν κάποια ασθενής τελικά όπως είχε αρχικά υποθέσει ή κάποια που φρόντιζε κάποιον. Ήταν μία απλή υπάλληλος των γραφείων της εταιρείας και απλώς έκανε ένα διάλειμμα από την εργασία της, δίχως ποτέ να του δώσει πραγματικά σημασία. Δίχως ποτέ να γνωρίζει πως κάποιος τρεις ορόφους από το απέναντι κτίριο ψηλότερα, σχεδόν την είχε ερωτευτεί και την είχε τεράστια ανάγκη. Ανάγκη πραγματικής ζωής.
Βλέπετε, πολλοί άνθρωποι (θα έλεγα δε μάλιστα οι περισσότεροι), δεν κοιτάζουν ποτέ ψηλά….
ΤΕΛΟΣ (;)
