“Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού” | Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Γιαν Καντάρ και ο Ελμάρ Κλος έχουν κατασκευάσει μια φωτεινή παραβολή. Προτρέπει τους θεατές να εξετάσουν την τραγωδία της κοινωνικής και πολιτικής μισαλλοδοξίας

by Γιάννης Φραγκούλης

Η ταινία «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» τοποθετείται την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Σλοβακικό Τμήμα της Τσεχοσλοβακίας. Ο Άντον “Τόνο” Μπρτκο είναι ένας φτωχός ξυλουργός. Ζει με τη γυναίκα του, την φιλάργυρη και λάγνα Εβελίνα, η οποία δεν τον εκτιμά και πολύ. Ένα βράδυ, θα τους επισκεφτεί η αδελφή της με τον σύζυγό της. Αυτός είναι διοικητής στην πόλη. Τότε θα του δώσει την ιδιοκτησία ενός μαγαζιού κουμπιών που βρίσκεται στην Κεντρική Οδό. Η ιδιοκτήτρια του είναι μία ηλικιωμένη Εβραία, σχεδόν κωφή. Όλο αυτό είναι μέρος της διαδικασίας αποκλεισμού και εξόντωσης των Εβραίων της πόλης.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Όταν ο Τόνο πηγαίνει την επόμενη μέρα στο μαγαζί γνωρίζει την κυρία Λατμάνοβα. Μια καλοσυνάτη και αγαθή ιδιοκτήτρια, η οποία όμως δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ένα μέλος της αντίστασης, ο Κουχάρ, προτείνει στον Τόνο να μείνει κι αυτή στο μαγαζί. Να της πουν ότι απλά ότι θα τη βοηθούσε κι έτσι έκανε. Αυτή πιστεύει ότι έχει σταλεί από μακρινούς συγγενείς για να την βοηθήσουν.  Στην πορεία η καλοσύνη και η αφέλεια της ηλικιωμένης σκλαβώνουν τον Τόνο. Αρχίζει και τη συμπαθεί. Ωστόσο της φτιάχνει και όλα τα έπιπλα τα οποία ήταν ερείπια. Με τον καιρό, φτάνει η ώρα που οι Αρχές θα μαζέψουν του Εβραίους. Θα τους στείλουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Τόνο βρισκόταν σε αμηχανία γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Αρχίζει και πίνει μες το μαγαζί, βλέποντας, μπροστά από ένα μνημείο που μόλις φτιάχτηκε, τις Αρχές να μαζεύουν τους Εβραίους. Όταν ξύπνησε η κυρία Λατμάνοβα, αρχικώς νευρίασε που είδε, ημέρα Σαββάτου, ανοιχτό το μαγαζί. Παρά τις προσπάθειες του Τόνο να της εξηγήσει τι γίνεται. Πως πρέπει οπωσδήποτε να κρυφτεί. Εκείνη δεν καταλαβαίνει. Αργότερα, όμως και καθώς έπινε ο Τόνο, φοβήθηκε πως ο κουνιάδος του, του είχε δώσει το μαγαζί για να τον ονομάσει φιλοεβραίο. Τελικά από ό,τι έμαθε, από τον Κουχάρ, είναι χειρότερο από το να είσαι Εβραίος για αυτούς. (Ο Κουχάρ επίσης συλλήφθηκε και βασανίστηκε). Έτσι, αποφασίζει να την παραδώσει από μόνος του. Η Λουντμάνοβα μέσα στον πανικό τρόμαξε και δεν ήθελε να φύγει.

Οι Εβραίοι έχουν φύγει και φαινομενικά η κυρία Λατμάνοβα έχει γλιτώσει. Όμως, στο μαγαζί πλησιάζει ο μπατζανάκης του. Καθώς παλεύει να την κρύψει για να μη τη δουν, τη σκοτώνει κατά λάθος. Μόλις τη βλέπει νεκρή, κλείνει το μαγαζί και αυτοκτονεί δια απαγχονισμού. Μετά και οι δυο σαν σε όνειρο βγαίνουν καλοντυμένοι από το μαγαζί με τη συνοδεία φιλαρμονικής.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ταινία «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» κέρδισε το 1965, Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Από την Αμερικανική Ακαδημία. Επίσης, η Καμίνσκα, υπήρξε και υποψήφια για Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου. Η ταινία επίσης μπήκε και στο Φεστιβάλ Καννών, την ίδια χρονιά.

Το σενάριο βασίστηκε σε ένα μυθιστόρημα του Λάντισλαβ Γκρόσμαν. Αυτός μαζί με τους δύο σκηνοθέτες, έγραψε και το σενάριο για μια ταινία για τη μαζική δολοφονία των κατοίκων του χωριού από τα γερμανικά στρατεύματα. Ως αποτέλεσμα της δειλίας των ανταρτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Η ταινία τοποθετείται την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην διαδικασία αριανοποίησης, που εφάρμοσαν οι Ναζί στο Σλοβακικό Τμήμα της Τσεχοσλοβακίας.

Πολλές ταινίες γυρίστηκαν για το ίδιο διάστημα και σε άλλες χώρες, όχι όμως με την ειλικρίνεια που έχει «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού». Μια ταινία με πολύ ασυνήθιστες αντιθέσεις. Φαίνεται σαν κωμωδία για έναν άνθρωπο που έχασε την τύχη του. Για διαφόρους λόγους συνεχίζει να περιπλέκει τη ζωή του. Ένα μέρος της ταινίας θυμίζει κλασικές κωμωδίες και ένα άλλο είναι νεορεαλιστικό δράμα. Στην σκηνοθεσία υπάρχει σε σημαντικό βαθμό  σχέση   μεταξύ  των αντιθέσεων και των ψυχολογικών στοιχείων της ιστορίας.

«Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού», είναι μια ταινία βαθιά επηρεασμένη από την άσκηση της ναζιστικής εξουσίας σε μια μικρή πόλη της Σλοβακίας από τη Γερμανία. Γυρίστηκε στο Σάμπινοβ στην ανατολική Σλοβακία, με πολλά τοπικά χαρακτηριστικά. Αλλά θα μπορούσε εύκολα να είναι η ιστορία μιας οποιασδήποτε  ευρωπαϊκής πόλης κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΕΝΑΡΙΟ

Το έτος είναι 1942. Ο Χίτλερ και το Τρίτο Ράιχ έχει κατακτήσει σχεδόν το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Με την αποτελεσματική χρήση της ωμής βίας. Ολοκληρωτικές κυβερνήσεις μαριονέτες, χειραγωγούνται  από το Βερολίνο. Καθορίστηκαν με τη βία για τις χώρες αυτές. Η Γαλλία, η Κροατία και η Σλοβακία ήταν κάποια από αυτά τα γερμανο-ελεγχόμενα περιφερειακά κράτη. Οι ναζιστικοί νόμοι και το ναζιστικό στάτους επιβλήθηκε σταθερά. Η καταδίωξη και η εξόντωση των Εβραίων έγινε ακριβώς με τον ίδιο ενθουσιασμό από πολλούς από τους συμμάχους της Γερμανίας. Σα να ήταν στο ίδιο το Τρίτο Ράιχ. Το «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού»  καταπιάνεται με αυτούς τους αντισημιτικούς νόμους στη Σλοβακία. Μας κατευθύνει στα ηθικά διλήμματα που επέφερε η εφαρμογή τους.

Η ταινία ανοίγει με έναν πυροβολισμό ενός λευκού πελαργού που πετάει στην κορυφή της καμινάδας στη φωλιά του. Περιχαρής μια μπάντα πόλκα πνευστών συνοδεύει το ξεκίνημα των εικόνων. Σύντομα τελειώνει ο πελαργός πάλι με τον ρυθμό της μπάντας. Ο θεατής υποθέτει ότι είναι Κυριακή, καθώς η κάμερα παρακολουθεί τους κατοίκους της πόλης με στόμφο να παρελαύνουν κάτω από τον κεντρικό δρόμο. Ντυμένοι με τα καλά τους.

Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ

Η ταινία δημιουργεί αμέσως ένα σαρδόνιο στραβό και ευδιάκριτο τόνο «Mitteleuropean». Ένα σχέδιο με οικονομική και πολιτιστική ηγεμονία στην κεντρική Ευρώπη από την γερμανική αυτοκρατορία. Την επακόλουθη οικονομική και χρηματοπιστωτική εκμετάλλευση αυτής της περιοχής. Σε συνδυασμό με άμεσες γεωγραφικές προσαρτήσεις των περιοχών. Τη γερμανοποίηση των μελών-μαριονέτων.

Διαφοροποιείται από άλλες ταινίες με θέμα τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Με επιθετικό πατριωτισμό και προπαγανδιστικές τακτικές. Ο σκηνοθέτης βάζει στις πρώτες σκηνές άλλο ένα κεφάτο παράδειγμα: Ένα τρένο φορτωμένο με όπλα και πυρομαχικά που περνά μπροστά από τον πρωταγωνιστή της ταινίας Τόνο. Ο Τζόζεφ Κρόνερ ένας κορυφαίος σλοβάκος ηθοποιός και το δείχνει στη σκηνή αυτή.

Αλλά το τελευταίο αυτοκίνητο που μπαίνει στη σκηνή μεταφέρει ένα τυχαίο άνθρωπο. Πιθανώς ένα στρατιώτη που κάθεται μόνος σε ένα καναπέ. Το ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ που βρίσκουμε σε αυτές τις πρώτες σκηνές έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις προσδοκίες των τηλεθεατών μιας πολεμικής ταινίας. Ενώ αυτή η ειρωνεία αρχικά είναι αφοπλιστική τελικά βοηθά να κάνει το τραγικό φινάλε της ταινίας όλο και πιο βασανιστικό.

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Είμαστε τυχεροί που αποκτήσαμε σαν πρωταγωνιστή μας τον Kroner  και την Kaminska. Η συνταρακτική τους ενότητα με εξέπληξε. Είμαι σίγουρος ότι οι θεατές θα δυσκολευτούν να ξεχάσουν την ασπρομάλλα, με δυσκολίες στην ακοή. Σαστισμένη ηλικιωμένη γυναίκα με το αθώο πρόσωπο. Είναι η πιο δυνατή υπενθύμιση που ξέρω του φασισμού και των θυμάτων του.», λέει ο σκηνοθέτης Γιάν Καντάρ

Ο Γιαν Καντάρ  είναι ένας σκηνοθέτης που ανέπτυξε σε σημαντικό βαθμό την Σλοβάκικη κινηματογραφία. Μετά έφυγε από την Μπρατισλάβα για την Πράγα. Έκανε ταινίες σε μαζί με τον Ελμαρ Κλος στη δεκαετία του 1950 και του 1960. Το 1968 αποσκίρτησε και ήταν ένας ανεξάρτητος κινηματογραφιστής στον Καναδά και στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1970. Το καλύτερο κοινό τους έργο, «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» βασίστηκε στην ιστορία της Σλοβάκικης συγγραφέως Λάντισλαβ Γκρόσμαν. Επικεντρώθηκε στην διάρκεια του πολέμου στη Σλοβάκικη Δημοκρατία.

Ο Γιαν Καντάρ αφιέρωσε η ταινία στους συγγενείς του. Έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και σε εκείνους που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να παραμείνουν ηθικά καθαροί. Ακόμη και μετά από συνεργασία με τους εγκληματίες πολέμου. Ο κοινωνικά ασήμαντος κύριος χαρακτήρας που υποδύεται ο Κρόνερ γίνεται ξαφνικά ένα αντικείμενο για μαζική δολοφονία. Αλλά επειδή αυτό έρχεται σε αντίθεση με ολόκληρη τη ζωή του, την προδοσία του εαυτού του, τελειώνει με τραγικό τρόπο.

Η ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

«Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα των στενών δεσμών μεταξύ των δύο εθνικών κινηματογράφων. Σλοβακίας και Τσεχίας. Σε μια ταινία Τσεχοσλοβάκικης παραγωγής. Η ταινία παράχθηκε στην Πράγα. Αλλά αναπτύχθηκε δημιουργικά έτσι ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί είτε Τσεχο-Σλοβάκικη ή Σλοβακο-Τσέχικη ταινία.

Ο Γιαν Καντάρ πίστευε ότι δεν είναι η τέχνη το πιο σημαντικό πράγμα στην ταινία. Αλλά η τέχνη που θα μπορούσε να αλλάξει την κοινωνία. Ότι η ταινία  μπορεί να επηρεάσει τη συνείδηση των θεατών και της κοινωνίας.

Οι μετέπειτα Τσεχοσλοβάκοι κινηματογραφιστές απέρριψαν αυτήν την ανάγκη. Άλλαξαν εντελώς την ιδέα ότι μια ταινία θα πρέπει να είναι στυλιστικά ομοιογενής. Την ίδια στιγμή έχουμε κατά νου ότι ο θεατής δεν κοίταζε την πραγματικότητα. Παρατηρώντας μια εικόνα, ένα έργο τέχνης. Έτσι ώστε σαν να ήταν ο θεατής ένας συμμετέχων σε μια επίδειξη, ένα παιχνίδι. Δεν ήταν ένας απλός  παρατηρητής στις ζωές των ανθρώπων. Κάνοντας αυτή την αλλαγή, η νέα γενιά είχε πάει στα άκρα. Μετά την εξάντληση όλων των δυνατοτήτων αυτής της προσέγγισης. ‘Ηταν φυσικό ο κινηματογράφος της Σλοβακίας να επιστρέψει και πάλι στο «ρεαλισμό».

ΜΙΑ ΠΑΡΑΒΟΛΗ

Ο Γιαν Καντάρ και ο Ελμάρ Κλος έχουν κατασκευάσει μια φωτεινή παραβολή. Προτρέπει τους θεατές να εξετάσουν την τραγωδία της κοινωνικής και πολιτικής μισαλλοδοξίας. Ο Τόνο και η κα Λουντμάνοβα είναι τόσο πλούσιοι και ολοκληρωμένοι χαρακτήρες. Τα πλεονεκτήματα και οι αδυναμίες τους αφειδώς  παρουσιάζονται στην οθόνη. Η έμφυτη καλοσύνη και η παραλυτική δειλία του Τόνο, η υπερβολική ευγένεια και απογοητευτική αφέλεια της κα Λουντμάνοβα.

«Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» δείχνει ότι τα προβλήματα μεταξύ των Εβραίων και των μη-εβραϊκών κοινοτήτων υπήρχαν πριν από τον πόλεμο. Μια υπόθεση που υποστηρίζεται από τον Τόνο και την φυσική αλληλεπίδραση που βλέπουμε στην οθόνη με την κα Λουντμάνοβα. Με ρεαλισμό απεικονίζεται αυτή η ιδιόμορφη και αληθινή σχέση από τους κινηματογραφιστές. Έχουν εκφράσει την πεποίθησή τους ότι όλοι οι άνθρωποι ανήκουν σε μια κοινότητα. Ανεξάρτητα από τη φυλή ή τη θρησκεία. Ότι μέσα στην επίθεση από ένα τμήμα της κοινωνίας μας, αναπόφευκτα καταστρέφουμε την ανθρωπιά και την ηθική μέσα σε όλους μας.

Η ταινία μετατοπίζεται αριστοτεχνικά από το φως και την αναβράζουσα ατμόσφαιρα. Σε πιο σκούρους τόνους καθώς οι θεατές παρασύρονται στην ηθική κρίση του Τόνο. Οι κινηματογραφιστές μας μεταφέρουν το εσωτερικά μαρτύριο του Τόνο με την συσκότιση της δράσης. Εγκαταλείποντας την αισιόδοξη μουσική των πνευστών για τα παράφωνα και αγωνιώδη έγχορδα. Τα γυρίσματα από παράξενες και ανησυχητικές γωνίες αντιπαραθέτουν εικόνες αθωότητας με αταίριαστες εικόνες πόνου και αγωνίας.

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ

Οι εικόνες από τις φωλιές των πελαργών πάνω στην κεντρική οδό  επαναλαμβάνονται συχνά στην ταινία! Είναι οι αμερόληπτοι μάρτυρες στην ανθρωπογενή τραγωδία που αποκαλύπτεται παρακάτω. Ακόμη και όταν οι Εβραίοι της πόλης συναθροίζονται για την εκτέλεση. Οι πελαργοί συνεχίζουν να ταΐζουν τα μωρά τους. Αυτό είναι ίσως ένα καθησυχαστικό σύμβολο της αδιαλλαξίας της ζωής.

Ο Ντάνκο Ελίας (J. Mittelmann), αν και ήσσονος σημασίας χαρακτήρας στην ταινία «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» παίζει επίσης σημαντικό συμβολικό ρόλο. Ο Τόνο γίνεται φίλος με το νεαρό εβραίο. Στο κατάστημα της κα Λουντμάνοβα του διδάσκει την τέχνη του ξυλουργού. Ενεργεί ως μέντοράς του και πατρική φιγούρα. Πριν κρεμαστεί βλέπει το αγόρι το οποίο έχει διαφύγει της απέλασης, να προστατεύεται από μια γειτόνισσα. Αυτή κρύβει γρήγορα το αγόρι στο σπίτι της. Αυτή η πράξη συμπόνιας και ανθρωπιάς καταδικάζει ακόμη περισσότερο τον Τόνο. Ο οποίος δεν κατάφερε να δείξει την ίδια συμπόνια στην ηλικιωμένη Λουντμάνοβα.

Η ταινία τελειώνει με ένα αραχνοΰφαντο όνειρο: Ο Τόνο  και η κα Λουντμάνοβα χορεύουν μαζί στην κεντρική οδό με λουλουδάτα και κομψά ρούχα. Η φαντασία είναι το περιτύλιγμα της σκληρής πραγματικότητας. Μόνο εξωπραγματικά μπορεί η κεντρική οδός να φιλοξενήσει και πάλι Εβραίους με την συνοδεία των έντονων ρυθμών της μπάντας των πνευστών. Να γίνει μια χαρούμενη σκηνή με ξέγνοιαστο και ευτυχισμένο χορό.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Από όλες τις ταινίες μου το «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» είναι πιο κοντά σε μένα. Ο Elmar Klos και εγώ συνήθως δουλεύουμε σαν ισότιμοι συνεργάτες. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση μου έδωσε ελευθερία κινήσεων.

Ξέρει πως δεν σκέφτομαι την μοίρα των 6 εκατομμυρίων βασανισμένων Εβραίων. Αλλά  η δουλεία  μου πήρε μορφή  από την μοίρα του πατέρα μου, τους πατεράδες και τις μητέρες  των φίλων μου, όσων είναι κοντά μου. Ανθρώπων που έχω γνωρίσει. Δεν με ενδιαφέρουν τα εξωτερικά στολίδια, εικόνες, δηλώσεις, γενικεύσεις. Θέλω να κάνω υποβλητικές ταινίες. Πιστεύω πως η αναβίωσή τους έρχεται. Οι υποβλητικές ταινίες  καλλιεργούνται από το συναίσθημα του σκηνοθέτη.»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Ο Γιαν Καντάρ (Ján Kadár, 1 Απριλίου 1918 – 1 Ιουνίου 1979)  γεννήθηκε στη Βουδαπέστη. Πρωτεύουσα τότε, του Βασιλείου της Ουγγαρίας, το οποίο βρισκόταν υπό την δικαιοδοσία της Αυστροουγγαρίας, εκείνη την περίοδο. Καιρό πριν, οι γονείς του τον φέρουν στη Ρόζναβα, της Σλοβακίας, μέρος του νεοσύστατου κράτους της Τσεχοσλοβακίας, όπου και μεγάλωσε.

Ο Καντάρ, μετά την εγκύκλια εκπαίδευσή του, ακολούθησε τη νομική. Όμως γρήγορα στράφηκε στο Τμήμα Κινηματογράφου της Τσεχοσλοβακίας. Πιθανώς το τρίτο τέτοιο, σε όλη την Ευρώπη. Το τμήμα ήταν μέρος του σχολείου της Μπρατισλάβα, Βιομηχανίας Τεχνών.

Εκεί γράφτηκε το 1938 και παρακολούθησε μαθήματα από τον Σλοβάκο, γνωστό σκηνοθέτη, Κάρελ Πλίτσκα, έως ότου το τμήμα κλείσει το 1939. Μετά τις πολιτικές αναταραχές της εποχής, το χωριό, όπου γεννήθηκε, πήρε ουγγρική ονομασία. Έγινε μέρος της Ουγγαρίας, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με την εφαρμογή των αντιεβραϊκών νόμων, ο Καντάρ περιορίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αργότερα είπε:

«Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που συμπεριφερόμουν σαν Εβραίος: Αρνήθηκα να αλλάξω και υπηρέτησα σε μία μονάδα με το κίτρινο περιβραχιόνιο και όχι με το άσπρο, το οποίο το έπαιρναν όσοι, τελικά, βαπτίστηκαν».

Η ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΟΥ

Ο Γιαν Καντάρ ξεκίνησε τη σκηνοθετική του καριέρα στη Μπρατισλάβα της Σλοβακίας. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με το ντοκιμαντέρ, «Na troskách vyrastá život» (1945). Μετά από αρκετά ντοκιμαντέρ, που εξέφραζαν τις απόψεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο οποίο και εντάχθηκε, ο Καντάρ, μετακόμισε στην Πράγα, το 1947.

Κατόπιν, επέστρεψε στην Μπρατισλάβα, προσωρινώς, και έκανε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινίας το «Katka» (1950). Από το 1952, ξεκίνησε μία μακρόχρονη συνεργασία με τον Έλμαρ Κλος. Με ίσως μεγαλύτερο καρπό της συνεργασίας του «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού». Με αυτό βραβεύτηκε με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Τον Νοέμβριο του 1968, μετακόμισε στις ΗΠΑ. Έκτοτε δε συνεργάστηκε ξανά με τον Κλος. Η υπόλοιπη σκηνοθετική του καριέρα έλαβε μέρος στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου σκηνοθετούσε για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Στις ΗΠΑ, απέκτησε φήμη, καθώς έγινε καθηγητής σκηνοθεσίας, στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Ο Τόνο (Josef Kroner) ζει σε μια μικρή πόλη της Τσεχοσλοβακίας. Μετά την κατάληψή της από τον Χίτλερ, οι άνθρωποι επικεντρώνονται στην οικογένειά τους. Είναι ξυλουργός αλλά δεν υπάρχει αρκετή δουλειά. Η σύζυγός του τον αγαπά και αρνείται να πιστέψει ότι αυτός κάνει ό,τι μπορεί για να κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη.

Υποστηρίζει ο ένας τον άλλο, όμως την τελευταία λέξη έχει πάντα η γυναίκα του. Στον απογοητευμένο Τόνο έρχεται ο Μάρκους. Ένας φιλόδοξος φασίστας αξιωματούχος. Του προσφέρει την θέση ενός ελεγκτή Αρίων. Του εξηγεί ότι αυτή είναι μια απλή δουλειά και εύκολη. Καθώς η πόλη σιγά-σιγά μεταμορφώνεται από το φασιστικό καθεστώς.

Ο Τόνο θα αναλάβει ένα μαγαζί στην κεντρική οδό και θα συνεχίσει να κάνει ότι έκανε μέχρι τότε η ηλικιωμένη εβραία ιδιοκτήτρια Λουντμάνοβα. Όταν ο Τόνο συναντά την τελείως κουφή Λουντμάνοβα προσπαθώντας να της εξηγήσει την επιστολή του διορισμού του, τελικά αυτή τον προσλαμβάνει αμέσως ως βοηθό της. Ένας τοπικός λογιστής τους αποκαλύπτει αφελώς  ότι τον Τόνο και την Λουντμάνοβα τους στηρίζουν στην πραγματικότητα δωρεές από την τοπική εβραϊκή κοινότητα. Παρά τις διαφορές τους θα βρουν τον τρόπο να συνυπάρχουν. Η σχέση τους θα περάσει δοκιμασία όταν οι φασίστες θα περιορίσουν τους Εβραίους πολίτες. Τελικά τους στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

ΤΟ ΔΙΠΟΛΟ

Ενώ ο Τόνο, στο «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού», αγωνίζεται για να ευχαριστήσει την απαιτητική σύζυγό του, αρχίζει ο ίδιος να συνειδητοποιεί σιγά σιγά ότι γίνεται αναίσθητος και ωμός. Όπως ο Μάρκους.

Από την μια είναι αγανακτισμένος με τον Μάρκους. Σιχαίνεται να αποδεχτεί την ευθύνη που του μεταβιβάζουν. Από την άλλη, για να κατευνάσει την σύζυγό του και να σταματήσει την γκρίνια, την επόμενη μέρα φοράει το καλό του κοστούμι και ξεκινάει το κατάστημά «του». Και όσο περισσότερο άβολα αισθάνεται με το νέο του ρόλο, τόσο σαφέστερο γίνεται, ότι στην πραγματικότητα δεν είναι η μόνη του προσπάθεια να συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση στην πόλη.

Η επικοινωνία με την κα Λουντμάνοβα δεν είναι δυνατή με τον πραγματικό ρόλο του Τόνο. Παίρνοντας την ηλικιωμένη κυρία με το μέρος του αντιλαμβάνεται ότι η νέα τους σχέση είναι αρκετά κερδοφόρα. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης αναγνωρίζει την βολική του φύση και με το φόβο αντικατάστασής του. Του δίνουν τακτικές πληρωμές για να μείνει. Κατά ένα ειρωνικό τρόπο ο Τόνο έρχεται κοντά στους Εβραίους της πόλης. Όπως ακριβώς υποτίθεται ότι  «θα έπρεπε» να τους εξοστρακίσει.

Στο άλλο άκρο είναι η κα Λουντμάνοβα,. Δν ερμηνεύει σωστά τις αντιδράσεις του Τόνο ή δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω της. Ως αποτέλεσμα, προκύπτει ένα περίεργο κενό μεταξύ των δύο,. Αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα μίνι αντίγραφο της επικίνδυνης ατμόσφαιρας που έκανε δυνατή την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων εβραϊκές κοινότητες σε όλη την Ευρώπη.

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Οι δυο πρωταγωνιστές στην ταινία «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» είναι συγκλονιστικοί. Ο Κρόνερ μοιάζει με ένα μέθυσο που αγωνίζεται με κάποιο ισχυρό δαίμονα. Προσπαθεί να τον αναγκάσει να σταματήσει να ενδιαφέρεται για την ηλικιωμένη γυναίκα. Και η Καμίνσκα είναι εξίσου πειστική ως η μοναχική χήρα. Δεν μπορεί να πιστέψει το κακό που κατέστρεψε έτσι ξαφνικά την πόλη που ζει.

Η καλοσύνη της κας Λουντμάνοβα αποτρέπει τον Τόνο να είναι πιστός στη φασιστική προπαγάνδα που τον περιβάλλει. Η κα Λουντμάνοβα γίνεται μια παρένθετη μητέρα για αυτόν. Η εβραϊκή κοινότητα ένα υποκατάστατο της οικογένειας. Ο Τόνο, ένας αντικοινωνικός αλήτης κατά την έναρξη της ταινίας, μετατρέπεται όμως σε έναν δάσκαλο, προστάτη και βοηθό καθώς η ταινία εξελίσσεται. Ουσιαστικά, ο Τόνο αναπτύσσει τη συνείδησή του και γίνεται ανθρώπινος ακριβώς τη στιγμή που αυτά τα πλεονεκτήματα απορρίφθηκαν από το άγριο κόσμο που τον περιβάλλει.

Όσο η αντι-εβραϊκή πίεση συσσωρεύεται στην πόλη, ο Τόνο σπαράσσεται από αντικρουόμενα συναισθήματα. Η ενοχή, ο φόβος, η απληστία και η σύγχυση αυξάνονται ταυτόχρονα. Αντικατοπτρίζονται στη εξέλιξη της ταινίας, που γίνεται όλο και πιο σκληρή. Αρχικά ο Τόνο ακολουθείται πάντα από τον πιστό σκύλο του, αλλά μόλις αναλάβει τον έλεγχο του καταστήματος (ή τουλάχιστον προσποιείται ότι το κάνει), ο ίδιος κλειδώνει θυμωμένος το σκύλο του μέσα στο σπίτι. Στην προσπάθειά του να δείξει ένα προφίλ περισσότερο επαγγελματικό. Χτυπάει τη σύζυγό του για τις άπληστες απαιτήσεις της. Του θυμίζει τη δική του ντροπιαστική ιδιοτέλεια. Η αγωνία του Τόνο χαράζεται στο πρόσωπό του καθώς ο ίδιος παλεύει με την κρίση της συνείδησής του. Οι πιέσεις του Τόνο επιδεινώνονται όταν γίνεται ο ίδιος μάρτυρας στη δίωξη αυτών που βοηθούν την κοινότητα με τους Εβραίους.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Τελικά, τα τρένα, στην ταινία «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού», επιστρέφουν δυσοίωνα στην μικρή πόλη  του Τόνο. Αυτή τη φορά για να μεταφέρουν τους Εβραίους στον προορισμό του θανάτου τους: Σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας. Όλο αυτό το διάστημα, η καλόκαρδη, αλλά απελπιστικά άδολη κα Λουντμάνοβα έχει παραμείνει στην άγνοια του πολέμου. Όπως αγνοεί και τα αντιεβραϊκά μέτρα στην πόλη της. Όπως οι Εβραίοι της πόλης συλλέγονται για απέλαση, ο Τόνο προσπαθεί απεγνωσμένα να αποτρέψει την σύλληψη της κας Λουντμάνοβα. Αυτή αρνείται στις μάταιες προσπάθειές του να την κρύψει και τότε αυτός γίνεται αλλόφρων σε μια κατάσταση μέθης και φόβου.

Καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας αντηχούν πένθιμα μέσα από την πόλη, ο Τόνο βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σοβαρή απόφαση: είτε να κρύψει την ηλικιωμένη φίλη του ή να σώσει τον εαυτό του. Ό, τι κάνει φαίνεται να είναι ένα μίγμα και των δύο, τραβά την κα Λουντμάνοβα μακριά από παράθυρα του καταστήματος και την ρίχνει σε ένα ντουλάπι, κλειδώνοντας την πόρτα. Σύντομα ανακαλύπτει ότι έχει σκοτώσει την κα Λουντμάνοβα, και συνειδητοποιώντας ότι η ανθρώπινη υπόστασή του δεν θα κρατήσει για πολύ ο Τόνο τελειώνει με  τραγικό τρόπο τη ζωή του.

ΒΡΑΒΕΙΑ

  • Όσκαρ Καλύτερης ξενόγλωσσης Ταινίας (1965)
  • Στο Φεστιβάλ Καννών 1965 Ειδική μνεία στον Jozef Kroner και στην
  • Ida Kaminska
  • Βραβείο Χρυσής Πλακέτας Νταβίντ Ντι Ντονατέλο (1967)
  • Βραβείο Κοινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Pilsen 1968.
The following two tabs change content below.
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή