Στις ευκαιρίες και προκλήσεις για την ευρωπαϊκή αγορά ημιαγωγών εστίασε η συζήτηση στο πλαίσιο του 5ου Emerging Tech Forum το οποίο πραγματοποιείται από την Ένωση Ελληνικών Εταιρειών Αναδυόμενων Τεχνολογιών (HETiA). Στο θεματικό πάνελ που συντόνισε ο Γιώργος Κοτρώτσιος, Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Συμβουλίου HCCC, παρουσιάστηκε το νέο τοπίο που δημιουργείται για την αγορά της Ευρώπης και της Ελλάδας καθώς και οι προοπτικές και προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι χώρες προκειμένου να αξιοποιήσουν το θετικό σημερινό momentum για να δημιουργήσουν δυναμικά, ανταγωνιστικά οικοσυστήματα.
Ο Χρήστος Makiyama, Πρόεδρος και Ιδρυτής της Silicon Planet Corporation αναφέρθηκε στο οικοσύστημα και τις στρατηγικές που αναπτύσσει σήμερα η Ιαπωνία αλλά και στον τρόπο που οι ιαπωνικές εταιρείες αντιλαμβάνονται σήμερα την Ευρώπη και ειδικά την Ελλάδα. Σύμφωνα με τον ίδιο, για να κατανοήσει κανείς τη στάση των ιαπωνικών εταιρειών, πρέπει να δει πώς διαμορφώθηκε το ιαπωνικό οικονομικό μοντέλο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το «made in Japan» άνθισε, όμως σταδιακά οι μεγάλες εταιρείες άρχισαν να μεταφέρουν τις παραγωγικές τους μονάδες σε αναδυόμενες αγορές,, σημείωσε, τονίζοντας ότι τα τελευταία δέκα χρόνια καθώς η γεωπολιτική πραγματικότητα αλλάζει ραγδαία, η Ιαπωνία αναζητά εκ νέου τον ρόλο της. Στο πλαίσιο αυτής της μετάβασης ο κ. Makiyama εντοπίζει ότι η εστίαση μετατίθεται σε στρατηγικούς τομείς όπου η Ιαπωνία μπορεί να μην ελέγχει ολόκληρη την αλυσίδα τεχνολογίας, αλλά κατέχει κρίσιμες θέσεις.
Ως χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ανέφερε τους ημιαγωγούς, όπου η Ιαπωνία έχει σχεδόν μονοπωλιακή παρουσία σε πολλά υλικά και υποσυστήματα, όπως τα wafers, τα κατασκευασμένα πλακίδια ημιαγωγών που αποτελούν βάση για κάθε chip. Παράλληλα, επεσήμανε και την ανάδειξη τα τελευταία έτη ενός νέου κύματος συνεργασιών που ξεπερνάει τις απλές εμπορικές συναλλαγές του παρελθόντος και επιδιώκει να δημιουργήσει συμμαχίες με χώρες που μπορούν να παίξουν στρατηγικό ρόλο στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε, η θέση της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Ήδη, όπως είπε, υπάρχουν επενδυτικές και τεχνολογικές δραστηριότητες στη χώρα, οι οποίες αναμένεται να ενταθούν. Χαρακτηριστικό είναι ότι πριν από δύο χρόνια, τον Ιανουάριο, η Ελλάδα υπέγραψε στρατηγική συμφωνία με την Ιαπωνία. Μετά την Ιταλία, η Ελλάδα ήταν η επόμενη ευρωπαϊκή χώρα που υπέγραψε τέτοια συνεργασία που καλύπτει τεχνολογικούς, αμυντικούς και διαστημικούς τομείς, όπου η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει ουσιαστικές και μακροπρόθεσμες συμμαχίες. Αναφερόμενος στην δυναμική της ελληνικής αγοράς ο κ. Makiyama επεσήμανε το εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό, αλλά τόνισε πως η χώρα πρέπει να ενισχύσει και άλλες παραμέτρους του οικοσυστήματός της όπως τη δημιουργία συνθηκών ώστε αυτό το ταλέντο να μπορεί να χτίζει προϊόντα, επιχειρήσεις και καινοτομία.
Αναφορικά με τη νέα ιαπωνική πρωτοβουλία που στοχεύει στην παραγωγή τεχνολογίας στα nanometers, ο κ. Makiyama τη χαρακτήρισε ιδιαίτερα φιλόδοξη και ταυτόχρονα υψηλού ρίσκου. Όπως εξήγησε, η Ιαπωνία κατέχει μονοπωλιακές θέσεις σε κρίσιμα υλικά, κάτι που θεωρείται καλό για τον κλάδο, καθώς λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη για νέες εταιρείες και ένα πιο υγιές οικοσύστημα.
Όμως, πέρα από την τεχνολογική πρόκληση, το μεγάλο εμπόδιο βρίσκεται στο επιχειρηματικό μοντέλο: η βιομηχανία εξαρτάται από τεράστιους όγκους παραγγελιών, ώστε να μπορεί να χρηματοδοτεί την καινοτομία. «Η Apple έχει το ένα τέταρτο της αγοράς, και άλλες πέντε εταιρείες το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου. Αν εξαρτάσαι από έναν μόνο πελάτη, η αξία ολόκληρης της αγοράς σου δένεται με αυτόν», τόνισε υπογραμμίζοντας πως για να είναι βιώσιμη μια τέτοια βιομηχανία, χρειάζονται όχι δύο ή τρεις μεγάλοι πελάτες, αλλά χιλιάδες εταιρείες που μπορούν να υποστηρίξουν έναν νέο τρόπο engineering, από την παραγωγή μέχρι τη δομή κόστους.
Από την πλευρά του ο Regis Hamelin, CTO της Blumorpho (aCCCess), παρουσίασε τις ευκαιρίες και προκλήσεις γύρω από την εμπορική αξιοποίηση της τεχνολογίας και ειδικά της Τεχνητής Νοημοσύνης και των ημιαγωγών. Όπως τόνισε, για πολλά χρόνια η εστίαση ήταν κυρίως στην εκπαίδευση μεγάλων μοντέλων και σήμερα παρατηρείται κορεσμός στο στάδιο της εκπαίδευσης και η αγορά μεταβαίνει με ταχύτητα στην εφαρμογή. Αυτό, όπως είπε, αποτυπώνεται ακόμη και στα χρηματιστήρια και τις αλλαγές ισορροπιών για τους μεγάλους παίκτες της αγοράς δημιουργώντας ευκαιρίες σε κατά τόπους αγορές.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι τα σύγχρονα data centers ήδη δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως την υπολογιστική ισχύ τους λόγω ενεργειακών περιορισμών. «Για να ανταποκριθούμε, χρειαζόμαστε περισσότερους πυρηνικούς αντιδραστήρες. Και χρειάζονται τουλάχιστον 20 χρόνια για να κατασκευαστούν», τόνισε, ενώ, κάνοντας μια πρόβλεψη για το μέλλον, σημείωσε ότι θα προκύψουν νέα μοντέλα ΤΝ ακόμη πιο ισχυρά αναδύοντας το κρίσιμο ζήτημα της εφαρμοσιμότητας και της ευρείας υιοθέτησής τους από την αγορά σε καταναλωτικό και όχι μόνο βιομηχανικό επίπεδο. Αυτό, υπογράμμισε, δημιουργεί ευκαιρίες για την ανάπτυξη νέων chips, σχεδιασμένων να «γεφυρώνουν» το χάσμα ανάμεσα στα παλιά και στα νέα μοντέλα.
Όσον αφορά στους ημιαγωγούς, ο κ. Hamelin περιγράφει μια πραγματική «έκρηξη» στις επενδύσεις venture capital την περίοδο 2020–2021, που οδήγησε σε χρηματοδότηση 51 δισ. δολαρίων παγκοσμίως για νεοφυείς εταιρείες του κλάδου. Ωστόσο, τόνισε, ο διεθνής ανταγωνισμός ιδίως από την Κίνα παραμένει έντονος. Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή αγορά, σημείωσε ότι αναπτύσσεται, αλλά δεν αυξάνει το μερίδιό της.
Η Ευρώπη, είπε, συγκεντρώνει περίπου το 25% των συμφωνιών, αλλά μόνο το 10% της αξίας χωρίς να συγκεντρώνει τα διαθέσιμα κεφάλαια που απαιτούνται για την κλιμάκωση στο επόμενο στάδιο. «Γι’ αυτό», είπε και «πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες, είτε πωλούνται είτε αναζητούν χρηματοδότηση αλλού. Η Ασία είναι πλέον μία από τις νέες πηγές venture capital που εμφανίζουν μεγάλη δυναμική».
Τέλος, ειδική αναφορά έκανε στις ευκαιρίες που αναδύονται στον τομέα του packaging στην αγορά των ημιαγωγών. ‘Όπως εξήγησε, ο κ. Hamelin η Νοτιοανατολική Ασία κυριαρχεί σήμερα στον τομέα αυτό, αλλά η προηγμένη συσκευασία έχει τεράστια προοπτική: αν και αποτελεί μόλις το 5% της αγοράς, αντιπροσωπεύει το 50% της αξίας ενώ αποτελεί και ένα πολύ πιο οικονομικό πεδίο εισόδου. «Μια μονάδα front-end κοστίζει 1 δισ. δολάρια, ενώ μια μονάδα συσκευασίας περίπου 200 εκατομμύρια. Αυτό ανοίγει πραγματικό χώρο για νέους παίκτες», υπογράμμισε.
Το πώς η νέα Ευρωπαϊκή Πλατφόρμα Σχεδιασμού Τσιπ της IMEC συνεργάζεται στενά με όλες τις γραμμές ισχύος και τους βιομηχανικούς παίκτες σε διαφορετικές χώρες παρουσίασε ο Helio Fernández Téllez, European Chips Design Platform Government Relations, IMEC, τονίζοντας πως στόχος είναι η δημιουργία μιας ενιαίας δομής σχεδιασμού προσβάσιμης από νεοφυείς επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και εταιρείες σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Όπως τόνισε, η πλατφόρμα είναι cloud–based, επιτρέποντας τη συνεργασία χωρίς την ανάγκη περίπλοκων διαπραγματεύσεων για άδειες χρήσης ή συμβόλαια προκειμένου να μειώνεται ο χρόνος ανάπτυξης και τα νομικά και διοικητικά εμπόδια και να παρέχεται άμεση πρόσβαση στα απαραίτητα εργαλεία και προϊόντα.
Παράλληλα, η πρωτοβουλία συνοδεύεται από ένα μεγάλο επενδυτικό πλαίσιο, που προβλέπει περίπου 200 δισεκατομμύρια ευρώ διαθέσιμα για startups, μέσω δύο φάσεων επιτάχυνσης: Μια πρώτη, μικρή χρηματοδότηση περίπου 1.000 ευρώ, που εξασφαλίζει άμεση πρόσβαση στα εργαλεία της πλατφόρμας και μία δεύτερη φάση, με επιχορηγήσεις έως 8 εκατ. ευρώ, ώστε οι νεοφυείς εταιρείες να προχωρήσουν χωρίς να διακινδυνεύσουν ίδια κεφάλαια. Όπως είπε, από το 2026, οι εταιρείες θα μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις για να παρουσιάσουν τα προϊόντα τους.
Το IMEC διατηρεί την κεντρική ερευνητική του βάση στο Louvain, ενώ ανοίγει νέο εργοστάσιο στη Μάλαγα, όπου μπορούν να υλοποιηθούν διαδικασίες που δεν είναι εφικτές στο Βέλγιο, εξήγησε. Το IMEC, τόνισε, ως διεθνής ευρωπαϊκός οργανισμός, επιδιώκει να συγκεράσει διαφορετικά οικοσυστήματα, να τα τροφοδοτεί με πιλοτικές γραμμές παραγωγής και να επιταχύνει την τεχνολογική τους ωρίμανση.
Στο πώς οι αναταράξεις στις παγκόσμιες αλυσίδες προμηθειών δημιουργούν μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα αναφέρθηκε από την πλευρά του ο Γιώργος Κουτσογιαννόπουλος, Επιχειρηματίας και Angel Investor, επισημαίνοντας πως αν και αυτό το πλαίσιο είναι προσωρινό, θα διαρκέσει χρόνια δημιουργώντας συνθήκες που ιστορικά δεν ήταν εύκολο να συναντήσει μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, όταν προσπαθεί να αναπτύξει και να παραδώσει διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η προσέλκυση πολυεθνικών για επενδύσεις στην Ελλάδα απαιτεί πολλούς καθοριστικούς παράγοντες που η χώρα σήμερα διαθέτει: ταλέντο, τεχνογνωσία, επιχειρηματικές γνώσεις, εμπειρία στην εφαρμογή και στην παραγωγή. Ειδική αναφορά έκανε στον παραδοσιακά δυνατό τομέα της έρευνας και της ακαδημαϊκής δραστηριότητας καταλήγοντας πως η τάση είναι θετική, αλλά ο δρόμος παραμένει δύσκολος και απαιτητικός.
Ερωτώμενος για το πώς μπορεί μια χώρα να διατηρήσει θέσεις εργασίας μετά από εξαγορές, ο κ. Κουτσογιαννόπουλος υποστήριξε ότι το φαινόμενο της μεταφοράς δραστηριοτήτων στο εξωτερικό δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα υπογραμμίζοντας πως «το κλειδί της επιτυχίας είναι η ανάπτυξη τεχνολογίας παγκόσμιας κλάσης.
Όταν η τεχνολογία είναι εξαιρετική, ακόμη και αν μια μεγάλη εταιρεία αγοράσει την startup, αυτό εδραιώνει τη συνέχιση της επιτυχίας και της ανάπτυξης». Συνεχίζοντας επεσήμανε πώς στο ζήτημα της παραγωγής σημαντικός παράγοντας παραμένει η εφοδιαστική αλυσίδα, οι δίαυλοι μεταφοράς και υποδομές που ιστορικά αποτελούν πρόκληση για την Ελλάδα. Επιπλέον, ως κρίσιμους παράγοντες ανέδειξε τη νομοθεσία, την προσβασιμότητα και τους επιχειρηματικούς διαύλους.
Το Emerging Tech Forum 2025 πραγματοποιείται στο πλαίσιο του έργου Hellenic Chips Competence Centre (HCCC), το οποίο υποστηρίζεται από το Chips JU και τα μέλη του, και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελληνική Κυβέρνηση μέσω του προγράμματος “Ανταγωνιστικότητα”.
Για περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα: https://forum.hetia.org/
